Το ηλιόλουστο ρετιρέ του Διονύση κοντά στην πλατεία Βικτωρίας είναι φωτεινό, χαρούμενο και εξαιρετικά καλόγουστο: έχει μια φίνα λιτότητα, ένα καλό ζύγισμα σε όλα. Το φως μπαίνει από τη μεγάλη βεράντα με τις μπουκαμβίλιες, περνάει πάνω από το ξύλινο πάτωμα, σταματάει στα φυτά και στα έργα, και κάνει όλο τον χώρο να μοιάζει σαν να έχει μόλις ξυπνήσει. Νιώθω σαν να έχω εισχωρήσει στο καλλιτεχνικό σύμπαν ενός ανθρώπου, όπου η τέχνη είναι ο τρόπος που ζει, σκέφτεται και αναπνέει. Το μάτι μου πέφτει στην κουζίνα – είναι από τα πρώτα πράγματα που με κερδίζουν.
Είναι vintage, ξύλινη, βαμμένη σε ένα απαλό γκρι. Ο Διονύσης κράτησε τα ’70s στοιχεία αλλά θέλησε να δώσει και κάτι φρέσκο. Μου εξηγεί ότι έκανε ελάχιστες επεμβάσεις στο διαμέρισμα, μόνο το φρέσκαρε. Για τις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά συμβουλεύτηκε τον αρχιτέκτονα και επίσης εικαστικό Αλέξανδρο Μαγκανιώτη, με τον οποίο και συνεργάστηκαν αρμονικά.
Τον ρωτάω αν κράτησε πράγματα που βρήκε στο σπίτι. Κουνάει καταφατικά το κεφάλι: «Tο έπιπλο της εισόδου με τον καθρέφτη». Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό έπιπλο από χαλκό που μοιάζει με έργο τέχνης. Τον ρωτάω αν έχει φέρει πράγματα απ’ το πατρικό του – όχι πολλά, μόνο κάποια βάζα και γυαλικά, τη φωτογραφία της μαμάς του, που την παίρνει σε κάθε σπίτι. «Έλα να σ’ τη δείξω», μου λέει. Την έχει τοποθετήσει στο ταμπλό με τους διακόπτες του ρεύματος. «Γιατί η μαμά είναι το φως» εξηγεί και γελάμε.
Στους τοίχους, στα ράφια, στις γωνίες του σαλονιού, παντού υπάρχουν έργα του Διονύση: πρόσωπα που λιώνουν, δάχτυλα, γλυπτά, μικρά αλλόκοτα πλάσματα, μια μεγάλη εγκατάσταση με κεφάλια, ένα μπλε άλογο, ένα πορτοκαλί έργο που μοιάζει σαν να έχει βγει από όνειρο.
Στο σαλόνι, ο μεγάλος, πράσινος, βελούδινος καναπές είναι χάρμα οφθαλμών, BoConcept, δώρο στον εαυτό του. «Κάποια στιγμή, όλοι αξίζουμε έναν καλό καναπέ», δηλώνει κάνοντας το δικό του μανιφέστο.
«Τι πρέπει να έχει ένας καναπές για να είναι καλός;» τον ρωτάω. «Να ’ναι βολικός, χουχουλιάρικος, να έχει ωραία υφή και αίσθηση, να αράζεις και εσύ και η παρέα σου, και να χωράει παραπάνω από δυο», λέει με ταχύτητα, σαν να είχε την απάντηση έτοιμη. Η κίτρινη δανέζικη καρέκλα συνδυάζεται τέλεια με τον καναπέ. «Τίποτα δεν είναι αφημένο στην τύχη», λέει και κλείνει το μάτι.
Το σερβάν είναι, μου λέει, «τύπου ’70s», το βρήκε, του άρεσε, το πήρε. Το σπίτι έχει και πίτσι πίτσι, αλλά τόσο όσο. Έχει αντικείμενα και από ταξίδια και από παλαιοπωλεία, αλλά με τα χρόνια δεν θέλει να γεμίζει πράγματα, το αντίθετο. Ωστόσο οι βιβλιοθήκες με τις στοίβες των βιβλίων και τα μικρά αντικείμενα δίνουν στον χώρο κάτι πολύ προσωπικό και καθόλου στημένο.
Στους τοίχους, στα ράφια, στις γωνίες του σαλονιού, παντού υπάρχουν έργα του Διονύση: πρόσωπα που λιώνουν, δάχτυλα, γλυπτά, μικρά αλλόκοτα πλάσματα, μια μεγάλη εγκατάσταση με κεφάλια, ένα μπλε άλογο, ένα πορτοκαλί έργο που μοιάζει σαν να έχει βγει από όνειρο. Δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα. Είναι ο τρόπος του να βρίσκεται μέσα στον χώρο. Τα έργα του, τα βιβλία, τα φυτά, οι μικρές εικόνες, όλα αυτά μαζί φτιάχνουν τον κόσμο του Διονύση.
Μου λέει ότι όλα τα έργα που έχει στο σπίτι είναι οι αποτυχίες του, δηλαδή αυτά που δεν πουλήθηκαν σε εκθέσεις, και γελάμε. Πάνω από την τηλεόραση, ένα τεράστιο μαύρο χέρι μοιάζει έτοιμο να σε γραπώσει ή να σε χαϊδέψει. Το είχε σχεδιάσει για μια έκθεση με θέμα την ελευθερία, μόνο που το χέρι αυτό μάλλον συμβολίζει το αντίθετο: πόσο ανελεύθεροι είμαστε τελικά.
«Θα μπορούσε, βέβαια, να είναι και το χέρι του Θεού», του λέω και αφήνουμε το θέμα ανοιχτό.
Έξω οι μπουκαμβίλιες είναι ακόμη ανθισμένες, όπως και τα υπόλοιπα φυτά. Τα εσωτερικού χώρου, πάλι, είναι το προσωπικό του Βατερλό, λέει με παράπονο.
Την αγάπη για τα φυτά τού την πέρασε ο πατέρας του. Του αρέσει να τα ποτίζει, να τα σκαλίζει, να τα φροντίζει. Θέλει το σπίτι του «ζούγκλα». Αλλά τα φυτά εσωτερικού χώρου δεν του κάνουν ποτέ τη χάρη. Μόνο οι πόθοι πάνε καλά. Αναφέρεται στο φυτό, αλλά εγώ του λέω ποιητικά ότι με τον πόθο φουντωμένο δεν χρειάζεται ανησυχεί για τίποτα.
Η βεράντα του είναι κι αυτή ζωντανή, με θέα την Ακρόπολη. Εκεί μαζεύονται φίλοι, πίνουν κρασιά, ψήνουν, ακούνε μουσικές. Το σπίτι έχει μια δεύτερη ζωή, λέει, αυτή στη βεράντα. Ο Διονύσης είναι από τη φύση του εξωστρεφής και φιλόξενος. Μας έχει καθαρίσει φρούτα, έχει κέικ, μπισκότα, χυμούς, καφέδες, ένα σωρό καλούδια που τα σερβίρει με φροντίδα, κι αυτό κάνει τη διαφορά. Σαν η κάθε κίνηση να λέει: «κάτσε λίγο παραπάνω».
Τον ρωτάω πώς βρήκε αυτό το σπίτι. Έμενε στο Παγκράτι για χρόνια αλλά τον είχε κουράσει η περιοχή και ήθελε μια αλλαγή. Έψαχνε σε διάφορες περιοχές. Αυτό το βρήκε σχετικά γρήγορα. Μπήκε μέσα, είδε το φως, την άπλα και την ανεμπόδιστη θέα στην Ακρόπολη. Μέτρησε και το γεγονός ότι έχει και ένα ωραίο καφέ στον απέναντι πεζόδρομο – σκέφτηκε το πρωινό καφεδάκι και την αίσθηση ότι μπορεί να πάει μέχρι εκεί με τα πόδια, όπως και παντού στο κέντρο.
Τον ρωτάω αν έχει αγαπήσει τη γειτονιά. Το χαμογελαστό του πρόσωπο σοβαρεύει. «Κοίτα, ξέρω ότι τα πράγματα δεν είναι καλά». Μου εξηγεί ότι η 3ης Σεπτεμβρίου είναι δύσκολος δρόμος. «Το κέντρο είναι πάντα το κέντρο: με τη βρομιά του, την ένταση, την εγκληματικότητα, την αίσθηση ότι η ζωή σου μπορεί να γίνει ξαφνικά πιο άγρια από όσο θα ήθελες», εξηγεί.
Ήρθε στη γειτονιά την περίοδο της πανδημίας. Θυμάται, όταν πρωτοπήρε τα κλειδιά του σπιτιού, στην είσοδο της πολυκατοικίας ήταν ένα άτομο τοξικοεξαρτημένο σε άσχημη κατάσταση. Εξηγεί ότι οι εικόνες της γειτονιάς δεν είχαν καμία σχέση με τη ρομαντική εικόνα της downtown ζωής και ότι υπήρχε συνέχεια μια δυσκολία, μια καθημερινότητα που τον έκανε να αναρωτηθεί αν είχε πάρει τη σωστή απόφαση να μετακομίσει εδώ.
Ευτυχώς μέσα στα χρόνια κάτι μετακινήθηκε προς τη σωστή κατεύθυνση. Στην πολυκατοικία άρχισαν να έρχονται νέοι άνθρωποι, όχι μόνο επειδή η περιοχή ήταν πιο οικονομική αλλά επειδή ήθελαν να ζήσουν εκεί. Μουσικοί, ηθοποιοί, άνθρωποι που γνωρίστηκαν μεταξύ τους, μίλησαν και αποφάσισαν να φτιάξουν την είσοδο, να καθαρίσουν τον ακάλυπτο, να ρίξουν λίγα χρήματα, φροντίδα και διάθεση για να γίνει ο χώρος καλύτερος.
Του αρέσει πολύ αυτή η ιδέα: ότι ένα σπίτι δεν σώζεται μόνο όταν αλλάζει ο ιδιοκτήτης του ή όταν βάφεται απ’ την αρχή. Σώζεται όταν αρχίζουν να νοιάζονται οι άνθρωποι. Για το μάρμαρο στην είσοδο, για το φως στο κλιμακοστάσιο, για τα δέντρα στον ακάλυπτο, για τον γείτονα που δεν είναι απλώς κάποιος πίσω από έναν τοίχο. «Οι πολυκατοικίες της Αθήνας θα ήταν πολύ διαφορετικές αν τις αντιμετωπίζαμε λιγότερο ως αναγκαίο κακό και περισσότερο ως μικρές κοινότητες», καταλήγει και συμφωνώ.
Ο Διονύσης δηλώνει σπιτόγατος. Χρειάζεται ησυχία, φως και το αίσθημα ότι με το που κλείνει η πόρτα αφήνει τα πάντα έξω. Το σπίτι είναι η σπηλιά του, το καταφύγιό του. Συνήθως τον βρίσκεις αραχτό στον καναπέ. Αγαπάει και τις ταινίες, και τα μαγειρέματα, να έρχονται οι φίλοι του.
Προς το παρόν, και επειδή το σπίτι είναι μεγάλο, δουλεύει εδώ τα έργα του για την επόμενη έκθεση, όμως μου εξηγεί ότι η ζωγραφική χρειάζεται οπωσδήποτε εργαστήριο, και ο ίδιος χρειάζεται να φεύγει από το σπίτι, να κάνει τη διαδρομή μέχρι το εργαστήριο, αλλιώς θα ανοίγει το ψυγείο, θα κάθεται στον καναπέ και θα τελειώνει εκεί η μέρα.
«Η διαδρομή προς το στούντιο, ακόμα κι αν είναι μικρή, σου αλλάζει το κεφάλι. Είναι σαν να λες στο σώμα σου “τώρα θα δουλέψεις”, δεν θα ξαπλώσεις για πέντε λεπτά που θα γίνουν τρεις ώρες», εξηγεί.
Με ξεναγεί και στα μέσα δωμάτια. Το ένα είναι ξενώνας, για την αδελφή του ή για κανένα φίλο που μπορεί να ξεμείνει στο σπίτι. Το υπνοδωμάτιό του αποπνέει μια ξεχωριστή γαλήνη, μάλιστα πάνω απ’ το κρεβάτι έχει έργο του συμφοιτητή του Άγγελου Κολλημένου, που έχει για εκείνον ξεχωριστή αξία. Σαν να φυσάει άλλο αεράκι εδώ.
Ο Διονύσης μού μιλάει με λαχτάρα για την ατομική έκθεση που ετοιμάζει στην Depo Darm. Εγώ, πάλι, του λέω ότι αγαπώ τα ελαφάκια που έχει στον χώρο του – και είναι αρκετά. Κάποιο το αγόρασε σε παλιατζίδικο, το μπλε το έφτιαξε ο ίδιος, όπως και ένα ροζ, που το έφτιαξε πάνω σε ένα που αγόρασε από το Jumbo.
Φεύγω απ’ το σπίτι του Διονύση με την αίσθηση ότι όσο βρόμικη και ακυβέρνητη κι αν μοιάζει αυτή η πόλη, όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται και ομορφαίνουν όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τις πολυκατοικίες και τις γειτονιές τους, τίποτα δεν έχει χαθεί.















