Υπάρχει εκείνη η ώρα της ημέρας που όλα έχουν τελειώσει, αλλά το μυαλό αρνείται να ακολουθήσει. Τα φώτα έχουν σβήσει, το κινητό έχει μείνει – ή θα έπρεπε να έχει μείνει – στην άκρη, το σώμα έχει ξαπλώσει, αλλά οι σκέψεις συνεχίζουν. Εκκρεμότητες, πρόσωπα, κουβέντες που δεν ειπώθηκαν, απαντήσεις που δεν βρέθηκαν. Η μέρα τελειώνει, αλλά μέσα μας μοιάζει να ξαναρχίζει.
Ακριβώς εκεί, σε αυτό το λεπτό πέρασμα ανάμεσα στην εγρήγορση και τον ύπνο, τοποθετεί ο Μάνος Χατζημαλωνάς το «Αντί καληνύχτας να σου πω…», που κυκλοφορεί από την Key Books. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν μοιάζει να ζητά από τον αναγνώστη να το «τελειώσει», αλλά να το κατοικήσει. Να το ανοίγει το βράδυ, όταν η ημέρα έχει πια αποσυρθεί, και να διαβάζει ένα μόνο κείμενο κάθε φορά.
Το βιβλίο γεννήθηκε από τα βραδινά κείμενα που ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής άρχισε να μοιράζεται στα κοινωνικά δίκτυα και τα οποία έγιναν, απροσδόκητα, μια καθημερινή συνήθεια για χιλιάδες ανθρώπους που δυσκολεύονται να αφήσουν τη μέρα πίσω τους. Τώρα, αυτά τα κείμενα συγκεντρώνονται σε έναν τόμο 296 σελίδων, που κινείται ανάμεσα στην ψυχολογία, τη μυθολογία και τη λογοτεχνική αφήγηση.
Ο Μάνος Χατζημαλωνάς, ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής στη συνθετική-υπαρξιακή συμβουλευτική, έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ψυχοσωματική ανθεκτικότητα και με τα διαφορετικά επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης – από το συναισθηματικό και το διαπροσωπικό μέχρι το υπαρξιακό.
Στο «Αντί καληνύχτας να σου πω…», όμως, δεν μιλά μόνο ο ψυχολόγος. Μιλά και ο Μορφέας.
Είναι εκείνος που αναλαμβάνει να οδηγήσει τον αναγνώστη στο κατώφλι της νύχτας. Όχι ακριβώς στον ύπνο, αλλά σε εκείνη την παράξενη ενδιάμεση κατάσταση όπου οι σκέψεις αρχίζουν να μεταμορφώνονται σε εικόνες, το σώμα χαλαρώνει και όσα δεν προλάβαμε να συναντήσουμε μέσα στη μέρα επιστρέφουν για λίγο.
Ο Μορφέας γίνεται έτσι η φωνή του βιβλίου. Ένας μυθικός συνοδός για τις σύγχρονες νύχτες μας. «Έρχομαι αργά. Πάντα αργά. Ποτέ προτού σβήσει το τελευταίο φως.»
Από την πρώτη κιόλας φράση, η νύχτα παύει να είναι απλώς η απουσία της ημέρας. Γίνεται ένας τόπος. Ένας χώρος στον οποίο μπορείς, έστω για λίγο, να σταματήσεις να είσαι αυτό που πρέπει να είσαι για τους άλλους.
Ο Μορφέας μιλά σε εκείνον που έχει κουραστεί να κρύβει την κούρασή του, που μεταφέρει τη μέρα του μέχρι το κρεβάτι, που ψάχνει παρηγοριά αντί για λύση και συντροφιά αντί για ύπνο. Και ίσως αυτό να είναι το βασικό στοίχημα του βιβλίου: να μετατρέψει τη μοναχική ώρα πριν από τον ύπνο σε μια μικρή τελετουργία συνάντησης με τον εαυτό.
«Δεν ήρθα να σε εκθέσω», λέει ο Μορφέας. «Ήρθα να σου θυμίσω ότι, όσο εσύ κρύβεσαι, τόσο εγώ καλύτερα σε βλέπω.»
Ο ίδιος επιστρέφει σε κάθε νέα ενότητα του βιβλίου, στο «Κατώφλι», δίνοντας τον τόνο και τον παλμό πριν υποχωρήσει για να αφήσει χώρο στις ιστορίες. Και επιστρέφει ξανά στο τέλος, εκεί όπου η μυθολογία συναντά το ανθρώπινο ξύπνημα.
Το βιβλίο δεν ζητά να διαβαστεί γρήγορα. Μάλιστα, ζητά το αντίθετο. «Όταν ανοίγεις αυτό το βιβλίο, άνοιξέ το αργά. Διάβασε ένα κείμενο μόνο.» Σαν να προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης σε μια εποχή που όλα καταναλώνονται γρήγορα – ειδήσεις, εικόνες, βίντεο, βιβλία, ακόμη και η ίδια η ξεκούραση. Ένα κείμενο. Μία νύχτα. Λίγα λεπτά σιωπής.
Και ύστερα, το βιβλίο κλείνει. Ή μάλλον, δεν κλείνει ακριβώς. Αφήνει τον αναγνώστη στο κατώφλι.
Απόσπασμα
Ο Μορφέας στο Κατώφλι
Μορφέα με λεν,
Παιδί του Ύπνου. Εγγονός της Νύχτας. Από τους χίλιους αδερφούς μου, εμένα μόνο μου επιτράπηκε να εμφανίζομαι σ’ εσάς με ανθρώπινη μορφή.
Παίρνω βλέμμα, παίρνω βάδισμα, παίρνω φωνή. Φοράω πρόσωπα γνωστά σου. Τη μάνα, τον πατέρα, τον φίλο που έχασες, εκείνον που δεν τόλμησες να αγαπήσεις, εσένα τον ίδιο σε άλλη ηλικία. Όλα μέσα σ’ όνειρο, όλα από εμένα.
Άκου προσεκτικά αυτό, γιατί ο κόσμος δεν έχει αίσθηση. Δεν φέρνω εγώ τον ύπνο. Ο ύπνος είναι πατέρας μου. Εκείνος αποφασίζει αν θα σου χαριστεί απόψε ή αν θα σε αφήσει να γυρνάς από το ένα πλευρό στο άλλο για ώρες πολλές.
Δεν μπορώ για λόγου του να σε κοιμίσω. Ποτέ δεν μπόρεσα. Εγώ μπορώ και φέρνω κάτι άλλο. Πιο σημαντικό κι ανθρώπινο. Φέρνω το πέρασμα.
Τη λεπτή ασημένια κλωστή ανάμεσα στο φως και στον ύπνο, εκείνο το κατώφλι όπου δεν είσαι ακόμη κοιμισμένος, αλλά έχεις πάψει να είσαι ξύπνιος. Ένα μέρος μυστήριο. Όπου οι σκέψεις γίνονται εικόνες. Όπου το σώμα αρχίζει να εμπιστεύεται. Κι αν το επιτρέψεις, συνομιλία ξεκινάς με όσα δεν πρόλαβες τη μέρα να ανταμώσεις.
Οι θεωρητικοί το ονόμασαν υπναγωγία. Στη γλώσσα μου το λέμε αλλιώς. Επιστροφή.
Σε αυτό το οικείο σπιτικό, λοιπόν, σε περιμένω. Μια συμφωνία μυστική, αν αφεθείς, θα σου προσφέρω. Όχι τον ύπνο, μα συντροφιά έως εκεί, αν με αφήσεις.
Απ’ τη στιγμή που κλείσεις τα φώτα, μέχρι τη στιγμή που θα παραδοθείς. Μαζί σου θα ’μαι σε αυτό το διάστημα. Λίγα λεπτά κάποιες νύχτες. Ώρες ολόκληρες κάποιες άλλες.
Δεν αργώ ποτέ. Δεν σε ξεχνώ ποτέ. Μόνο να με αφήσεις. Σε αντάλλαγμα, ένα πράγμα μόνο ζητώ. Όταν ανοίγεις αυτό το βιβλίο, άνοιξέ το αργά. Διάβασε ένα κείμενο μόνο. Άσ’ το να ξαπλώσει, να ξεδιπλωθεί μέσα σου. Μία νύχτα τη φορά. Όσο ακριβώς χρειάζεσαι.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην τελευταία σελίδα και στη σιωπή του δωματίου, το «Αντί καληνύχτας να σου πω…» μοιάζει να ολοκληρώνει την πιο απλή και ίσως πιο δύσκολη υπόσχεσή του: πως δεν χρειάζεται κάθε νύχτα να βρούμε μια λύση.
Μερικές φορές αρκεί να μην είμαστε μόνοι.
«Καλό βράδυ. Καλό ξημέρωμα».
Το «Αντί καληνύχτας να σου πω…» του Μάνου Χατζημαλωνά κυκλοφορεί από την Key Books. Η επίσημη σελίδα του εκδότη αναφέρει ημερομηνία έκδοσης 24 Σεπτεμβρίου 2026, 296 σελίδες και ISBN 978-618-5914-94-3.















