Ο Αντόνιο Μπαντέρας έχει παίξει ξιφομάχους, εραστές, δραματικούς ήρωες, γάτους, κακούς, θρύλους και άνδρες μεγαλύτερους από τη ζωή. Στο Tony, τη νέα ταινία για τον νεαρό Άντονι Μπουρντέν, παίζει κάτι πολύ πιο δύσκολο: έναν καλό άνθρωπο.
Η ταινία, σε σκηνοθεσία Ματ Τζόνσον, δεν επιχειρεί να χωρέσει όλη τη ζωή του Μπουρντέν σε ένα βιογραφικό έπος. Περιορίζεται σε ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του 1970, όταν ο νεαρός Τόνι περιφέρεται στο Πρόβινσταουν, προσπαθεί να γίνει συγγραφέας και πιάνει την πρώτη του δουλειά σε κουζίνα. Εκεί συναντά τον χαρακτήρα του Μπαντέρας: έναν ανώνυμο σεφ, ιδιοκτήτη εστιατορίου, μέντορα και αντίβαρο στο άγχος, την αλαζονεία και την απερισκεψία της νεότητας.
Ο Μπαντέρας μιλά για αυτόν τον ρόλο σαν να τον αιφνιδίασε. Δεν είναι ο θεαματικός χαρακτήρας που μπαίνει στη σκηνή για να την καταπιεί. Είναι ένας άνθρωπος με ηθική βαρύτητα, με κανόνες, με θρησκευτική πίστη, με μια σχεδόν σωματική αίσθηση του σωστού. Σε μια ταινία γεμάτη λάθη, ναρκωτικά, ψέματα και επιθυμία φυγής, ο δικός του σεφ μοιάζει να κουβαλά μια σπάνια καθαρότητα.
Το ερώτημα, για τον ίδιο, είναι σχεδόν τεχνικό και σχεδόν πνευματικό: πώς παίζεις την καλοσύνη χωρίς να την κάνεις αφόρητη; Πώς δείχνεις έναν άνθρωπο με αρχές χωρίς να τον μετατρέπεις σε άγιο από χαρτόνι; Ο Μπαντέρας λέει ότι το να υποδύεσαι έναν χαρακτήρα που εκπέμπει κάτι καλό αφήνει στον ηθοποιό μια αίσθηση ότι έκανε κάτι χρήσιμο. Όχι επειδή η τέχνη πρέπει να κηρύττει, αλλά επειδή η καλοσύνη στην οθόνη είναι σήμερα πιο σπάνια απ’ όσο νομίζουμε.
Ο ίδιος δεν μιλά από θέση αθωότητας. Μεγάλωσε στην Ισπανία του Φράνκο και θυμάται ακόμη τη σύλληψή του ως νεαρού ηθοποιού, όταν συμμετείχε σε θεατρική διαμαρτυρία στη Μάλαγα. Η σκηνή μοιάζει βγαλμένη από ταινία του Αλμοδόβαρ πριν τον Αλμοδόβαρ: ο νεαρός Μπαντέρας, βαμμένος σαν μίμος, με ζωγραφισμένα δάκρυα, δεμένος με σχοινιά στη σκηνή, βλέπει ξαφνικά αστυνομικά κράνη στα παρασκήνια. Συλλαμβάνεται μαζί με την ομάδα του και στο τμήμα αντικρίζει τον πατέρα του, που υπηρετούσε τότε στη μυστική αστυνομία. Ο πατέρας τού λέει να καθαριστεί και να πάει σπίτι. Εκείνος αρνείται να φύγει χωρίς τους άλλους. Τελικά τους αφήνουν όλους.
Η ιστορία έχει κάτι κωμικό, αλλά κουβαλά και το βάρος μιας χώρας που άλλαζε. Για τον Μπαντέρας, η ισπανική Μετάβαση μετά τον Φράνκο υπήρξε μια στιγμή σχεδόν απελευθερωτική: μια χώρα που ήθελε να γίνει δημοκρατική, ευρωπαϊκή, ανοιχτή, πολύχρωμη. Μιλά για εκείνα τα χρόνια σαν για μια έκρηξη χρώματος και μέλλοντος. Κι αυτό εξηγεί πολλά για το πώς σκέφτεται την τέχνη: ως χώρο ελευθερίας, αλλά όχι ως προκήρυξη. Άλλο έργο τέχνης, άλλο φυλλάδιο.
Σε αυτή τη διαδρομή, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ υπήρξε για τον Μπαντέρας κάτι περισσότερο από σκηνοθέτης. Υπήρξε ο άνθρωπος που τον «έφτιαξε» καλλιτεχνικά, όχι επειδή απλώς του έδωσε ρόλους, αλλά επειδή τον ανάγκασε να αφήσει έξω από το δωμάτιο τις προκαταλήψεις του. Ο Μπαντέρας λέει ότι με τον Αλμοδόβαρ μπήκε σε κόσμους που δεν ήταν δικοί του και έμαθε να τους καταλαβαίνει. Έγινε, όπως λέει, πιο μεγάλος, πιο ανοιχτός, πιο ικανός να χωρέσει τους άλλους.
Αυτό είναι ίσως το κλειδί και για τον σημερινό Μπαντέρας. Δεν είναι πια μόνο ο σταρ που έφυγε από την Ισπανία για να γίνει διεθνές πρόσωπο. Είναι ένας ηθοποιός που επέστρεψε στη Μάλαγα, πήρε ένα θέατρο και άρχισε να ανεβάζει αυτό που αγαπά. Στο Teatro del Soho, που διευθύνει εδώ και επτά χρόνια, ανεβάζει κυρίως μιούζικαλ, συχνά έργα του αμερικανικού θεάτρου των δεκαετιών του 1970 και του 1980: Company, A Chorus Line, Gypsy, και τώρα ετοιμάζει το Sweeney Todd.
Ο Στίβεν Σόντχαϊμ έχει κεντρική θέση σε αυτή τη δεύτερη ζωή του. Ο Μπαντέρας θυμάται ότι, όταν έπαιζε στο Nine στο Μπρόντγουεϊ, ο Σόντχαϊμ πήγε να τον δει και μετά κάθισαν στο καμαρίνι και μιλούσαν μέχρι που σχεδόν έκλεισε το θέατρο. Τότε του είπε κάτι που ο Μπαντέρας δεν κατάλαβε αμέσως: όταν σκηνοθετήσει ένα έργο του, να κοιτάξει «κάτω από τις πέτρες». Χρόνια αργότερα, όταν ανέβαζε το Company στη Μάλαγα, η φράση επέστρεψε σαν εντολή.
Το θέατρο για τον Μπαντέρας δεν είναι λογοτεχνία πάνω στη σκηνή. Είναι μηχανισμός παρουσίας, βλέμμα, ρυθμός, το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου, το δηλητηριώδες μεθύσι του να δουλεύεις ταυτόχρονα με ηθοποιούς και κοινό. Γι’ αυτό αγαπά έργα που μιλούν για το ίδιο το θέατρο: το A Chorus Line ως ακρόαση, το Gypsy ως μύθο της σκηνής, το Company ως εσωτερική παράσταση ενός ανθρώπου που κοιτά πίσω στη ζωή του.
Και μετά υπάρχει ο Θεός.
Ο Μπαντέρας ανέβασε πρόσφατα το Godspell για τον Πάπα. Στη δική του εκδοχή, οι χαρακτήρες ήταν ένας θίασος ηθοποιών μέσα σε μια κατεστραμμένη εκκλησία, στη μέση ενός πολέμου. Ο Χριστός εμφανιζόταν σαν ηθοποιός που θυμάται τις ατάκες του, και το κοινό βρισκόταν διαρκώς ανάμεσα στην παράσταση και την πίστη, στο θέατρο και στο μυστήριο. Ο επίσκοπος της Μάλαγα είδε την παράσταση και του είπε ότι μπαίνει στον πειρασμό να την αποκαλέσει αιρετική, μόνο και μόνο για να πάει περισσότερος κόσμος να τη δει.
Τελικά, ο Μπαντέρας παρουσίασε αποσπάσματα στον Πάπα και του μίλησε για το «ξόρκι του Θεού». Δεν το περιγράφει με στόμφο, αλλά με μια σχεδόν παιδική έκπληξη: δεν διαβάζεις κάθε μέρα κάτι που έχεις γράψει μπροστά σε έναν Πάπα. Και, όπως λέει αστειευόμενος, δεν τον σκότωσαν.
Η πίστη, για τον Μπαντέρας, δεν μοιάζει να είναι σύστημα απαντήσεων. Είναι περισσότερο ένας ανοιχτός χώρος. Λέει ότι τον ενοχλεί όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να «απαγάγουν» τον Θεό, να τον μικρύνουν, να τον κάνουν να ντύνεται, να συμπεριφέρεται και να σκέφτεται όπως εκείνοι. Η δική του αίσθηση είναι πολύ πιο πλατιά. Οι άνθρωποι μερικές φορές του μοιάζουν, συχνά όχι. Και αυτό, για εκείνον, δεν είναι απειλή.
Ίσως γι’ αυτό τον ενδιαφέρει τόσο ο ρόλος του καλού ανθρώπου στο Tony. Γιατί μετά από δεκαετίες κινηματογραφικής λάμψης, μετά τον Αλμοδόβαρ, το Χόλιγουντ, τον Ζορό, τον Παπουτσωμένο Γάτο, τον Σόντχαϊμ και το θέατρο στη Μάλαγα, ο Μπαντέρας επιστρέφει σε κάτι απολύτως βασικό: τι σημαίνει να στέκεσαι δίπλα σε έναν νεότερο άνθρωπο, να του προσφέρεις μια μορφή ηθικής, και μετά να ανακαλύπτεις ότι η ζωή του δεν μπορεί να γίνει δική σου.
Ο πραγματικός Άντονι Μπουρντέν, άλλωστε, δεν ήταν μόνο μάγειρας. Ήταν κυρίως συγγραφέας και παρατηρητής ανθρώπων. Ο Μπαντέρας λέει ότι δεν τον κέρδισε ποτέ στην τηλεόραση το φαγητό, αλλά ο τρόπος που μιλούσε για την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Ισπανία ή τη Νότια Αφρική. Η μαγειρική ήταν αφορμή για να μιλήσει για ανθρώπους, και οι άνθρωποι αφορμή για να μιλήσει για τη ζωή.
Κάπως έτσι λειτουργεί και ο ίδιος ο Μπαντέρας σε αυτή τη φάση της ζωής του. Χρησιμοποιεί τους ρόλους, τα μιούζικαλ, τη θρησκεία, το θέατρο και τη μνήμη όχι για να επιστρέψει στον παλιό του μύθο, αλλά για να τον ανοίξει.
Από τον Φράνκο στον Αλμοδόβαρ, από τον Σόντχαϊμ στον Πάπα, από τον Μπουρντέν στην ερώτηση για το πώς παίζεται η καλοσύνη, ο Μπαντέρας μοιάζει να έχει φτάσει σε μια ηλικία όπου το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα δεν είναι να παίξεις τον ήρωα, αλλά να παίξεις έναν άνθρωπο που προσπαθεί να είναι καλός.
Με στοιχεία από The New Yorker















