Το φετινό Queer Lion της Βενετίας δεν επέλεξε έναν μόνο νικητή. Το 20ό βραβείο απονεμήθηκε εξ ημισείας σε δύο πρώτες ταινίες που κοιτούν προς αντίθετες χρονικές κατευθύνσεις: το βρετανικό ντοκιμαντέρ «Queer Edward II» του Θίο Ρόλασον, που επιστρέφει στον Ντέρεκ Τζάρμαν και στο πολιτικό queer σινεμά των αρχών της δεκαετίας του 1990, και το βραζιλιάνικο «London» των Βίκτορ Ντι Μάρκο και Μάρσιο Πίκολι, που τοποθετεί στο κέντρο ένα queer σώμα με αναπηρία, την επιθυμία και τη σεξουαλική αυτοδιάθεση.
Το «Queer Edward II» γεννήθηκε από υλικό που είχε τραβήξει ο Σέιμους ΜακΓκάρβεϊ στα γυρίσματα του «Edward II» το 1991. Ο ΜακΓκάρβεϊ, που αργότερα θα γινόταν ένας από τους γνωστότερους διευθυντές φωτογραφίας του σύγχρονου σινεμά, κατέγραφε τότε τον Τζάρμαν και την ομάδα του πίσω από τις κάμερες. Το υλικό δεν αξιοποιήθηκε ποτέ και παρέμεινε κλεισμένο σε ένα ντουλάπι επί 35 χρόνια, μέχρι ο Ρόλασον να το μετατρέψει σε μια νέα ταινία.
Αυτό που βγήκε από το αρχείο δεν είναι απλώς ένα making-of. Ο Τζάρμαν εμφανίζεται να γυρίζει την ελεύθερη και προκλητική διασκευή του έργου του Κρίστοφερ Μάρλοου ενώ ζει ήδη με HIV και ενώ γύρω του η Βρετανία βρίσκεται μέσα στις πολιτικές συγκρούσεις για την ομοφυλοφιλία, το AIDS και τη δημόσια queer παρουσία. Το Section 28 βρίσκεται ακόμη σε ισχύ, η ηλικία συναίνεσης παραμένει άνιση για γκέι και στρέιτ άνδρες και η αδιαφορία απέναντι στην έρευνα για το AIDS εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του πολιτικού τοπίου.
Ο Τζάρμαν δεν κρατούσε αυτές τις συγκρούσεις έξω από την ταινία του. Μέλη της ακτιβιστικής ομάδας OutRage! εμφανίζονταν ως κομπάρσοι στο «Edward II», με αποτέλεσμα το πλατό και ο δρόμος να μοιάζουν συχνά προεκτάσεις το ένα του άλλου. Το αρχειακό υλικό καταγράφει ακόμη και το επεισόδιο κατά το οποίο ακτιβιστές εισέβαλαν σε διπλανό στούντιο όπου έκανε πρόβα ο Κλιφ Ρίτσαρντ. Η νέα ταινία διασώζει έτσι όχι μόνο τον Τζάρμαν στη δουλειά αλλά και ένα queer πολιτικό περιβάλλον στο οποίο το σινεμά, η δημόσια ζωή και ο ακτιβισμός είχαν πολύ πιο πορώδη σύνορα.
Το «London» έρχεται από μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο ήρωάς του είναι ένας νεαρός queer άνδρας με αναπηρία, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο συνσκηνοθέτης Βίκτορ Ντι Μάρκο. Εργάζεται ως dominant σε έναν χώρο φετίχ μαζί με δύο φίλους του που επίσης έχουν αναπηρία. Όταν μια ιατρική εξέταση μπορεί να του αποκαλύψει την προέλευση και την εξέλιξη της κατάστασής του, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα άλλο ερώτημα: πόση εξουσία θέλει να παραχωρήσει σε μια διάγνωση πάνω στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το σώμα και την ταυτότητά του.
Σε μία από τις χαρακτηριστικότερες σκηνές της ταινίας, ο London παίρνει τον φάκελο με τη διάγνωσή του και τον βάζει στην κατάψυξη. Ο Ντι Μάρκο έχει περιγράψει την κίνηση σαν μια προσπάθεια να παγώσει προσωρινά όχι μόνο την απάντηση αλλά και αυτό που μπορεί να σημαίνει για τον ίδιο: να κερδίσει χρόνο πριν μια ιατρική λέξη αρχίσει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει το σώμα του.
Και η ίδια η πόλη χωρίζεται σχεδόν στα δύο. Την ημέρα, ο London πρέπει να κινηθεί σε έναν κόσμο που δεν έχει σχεδιαστεί για το σώμα του και τον αναγκάζει διαρκώς να προσαρμόζεται. Τη νύχτα, στον χώρο του φετίχ όπου εργάζεται, οι όροι αντιστρέφονται: το σώμα του δεν αντιμετωπίζεται ως έλλειμμα και ο ίδιος αποκτά έλεγχο, επιθυμία και δύναμη. Η ταινία αρνείται έτσι μια από τις πιο επίμονες κινηματογραφικές συμβάσεις γύρω από την αναπηρία την παρουσίαση των ανθρώπων με αναπηρία ως εύθραυστων, ασεξουαλικών ή σχεδόν παιδικών σωμάτων.
Αυτό ακριβώς αναγνώρισε και η επιτροπή του Queer Lion. Στην αιτιολόγησή της περιγράφει δύο ριζικά διαφορετικά έργα που συναντιούνται στο σώμα, στην επιθυμία και σε μια σεξουαλικότητα ελεύθερη και ανοιχτά αντικομφορμιστική. Για το «London» σημειώνει ότι το fetish γίνεται παιχνίδι, η κυριαρχία ελευθερία αντί για βία και η ταυτότητα σχηματίζεται μέσα από την απόλαυση, τη φιλία και την αντίσταση.
Η ίδια αιτιολόγηση αντιμετωπίζει το «Queer Edward II» και το «London» σχεδόν σαν δύο άκρα της ίδιας ιστορίας. Από τον Τζάρμαν, που μετέτρεπε την ομοφυλοφιλία, τον ακτιβισμό, την τέχνη και την οροθετικότητά του σε εργαλεία σύγκρουσης με έναν συντηρητικό κόσμο, στους Ντι Μάρκο και Πίκολι, που φέρνουν στην οθόνη πλευρές της queer ζωής οι οποίες εξακολουθούν να εμφανίζονται σπάνια στο σύγχρονο σινεμά.
Τριάντα πέντε χρόνια χωρίζουν το υλικό του «Edward II» από το «London». Ο φετινός Queer Lion τα έφερε όμως στο ίδιο σημείο: από το πολιτικό αρχείο μιας εποχής σημαδεμένης από το AIDS και τη θεσμική ομοφοβία σε ένα σημερινό queer σώμα με αναπηρία που διεκδικεί fetish, σεξουαλικότητα, απόλαυση και το δικαίωμα να μην ορίζεται από τη διάγνωσή του.
Δύο διαφορετικές εικόνες του queer σινεμά, που η επιτροπή διάβασε ως παρελθόν, παρόν και συνέχεια μιας γλώσσας που εξακολουθεί να αλλάζει.
Με στοιχεία από Guardian














