Περίπου 3 τρισ. δολάρια εξανεμίστηκαν από την αξία των αμερικανικών μετοχών την Πέμπτη, καθώς η Wall Street κατέγραψε μεγάλες απώλειες μετά τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Το μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκαν οι εταιρείες τεχνολογίας, με τους επενδυτές να ανησυχούν ότι η νέα πολιτική ισορροπία στην Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επιβραδύνει τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ο δείκτης Nasdaq υποχώρησε κατά περίπου 5%, ενώ ο S&P 500 έκλεισε με απώλειες 4,36%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από τον Απρίλιο του 2025. Ο Dow Jones έχασε περισσότερες από 1.800 μονάδες, σε μια συνεδρίαση που ανέτρεψε πλήρως το θετικό κλίμα της προηγούμενης ημέρας.
Την Τετάρτη, οι αγορές είχαν αρχικά υποδεχθεί με άνοδο το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Dow Jones είχε ενισχυθεί κατά 1.569 μονάδες, σημειώνοντας την καλύτερη επίδοσή του μετά από ενδιάμεσες εκλογές εδώ και 44 χρόνια. Ωστόσο, η αισιοδοξία αποδείχθηκε βραχύβια.
Γιατί οι επενδυτές φοβούνται τη νίκη των Δημοκρατικών
Σύμφωνα με το Fortune, οι ανησυχίες επικεντρώνονται κυρίως στα σχέδια για την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων, τα οποία είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Στις εκλογές τέθηκαν προς ψήφιση 41 προτάσεις που αφορούσαν τον περιορισμό ή την επιβράδυνση της κατασκευής τέτοιων εγκαταστάσεων, με τις περισσότερες να εγκρίνονται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η νίκη της Δημοκρατικής κυβερνήτριας Τζίνα Ινοχόσα στο Τέξας, όπου βρίσκεται, σύμφωνα με τη Wells Fargo, περίπου το 27% της προγραμματισμένης ισχύος των νέων κέντρων δεδομένων στις ΗΠΑ. Η Ινοχόσα έχει ταχθεί υπέρ της άμεσης αναστολής της κατασκευής νέων εγκαταστάσεων.
Οι εξελίξεις αυτές προκαλούν ανησυχία στους επενδυτές, καθώς οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες έχουν δεσμεύσει τεράστια κεφάλαια για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, προσδοκώντας ότι οι επενδύσεις θα αποφέρουν υψηλά κέρδη τα επόμενα χρόνια.
Η πτώση ήταν ιδιαίτερα έντονη στις εταιρείες ημιαγωγών. Ο σχετικός δείκτης της Φιλαδέλφειας κατρακύλησε κατά 12,25%, καταγράφοντας τη χειρότερη συνεδρίασή του από τον Μάρτιο του 2020. Οι μετοχές της AMD και της Micron έχασαν περίπου 15%, ενώ η Nvidia υποχώρησε σχεδόν 9%.
Ο Έλον Μασκ έχασε 113 δισ. δολάρια σε δύο ημέρες
Μεταξύ εκείνων που επλήγησαν περισσότερο ήταν και ο Έλον Μασκ, ο οποίος είχε διαθέσει 446 εκατ. δολάρια για να στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς στις εκλογές.
Σύμφωνα με τον δείκτη δισεκατομμυριούχων του Bloomberg, η περιουσία του μειώθηκε κατά περίπου 113 δισ. δολάρια μέσα σε δύο ημέρες, καθώς οι εταιρείες στις οποίες έχει μεγάλα μερίδια δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις.
Μόνο η Tesla έχασε 3,34% την Τετάρτη και άλλο 10,7% την Πέμπτη. Παρά τις απώλειες, ο Μασκ παραμένει ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με την περιουσία του να υπολογίζεται σε 785 δισ. δολάρια.
Η πτώση εξαπλώνεται στις διεθνείς αγορές
Οι αναταράξεις επεκτάθηκαν και εκτός ΗΠΑ. Στην Ασία, οι μετοχές δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις, με τον ιαπωνικό Nikkei να χάνει περίπου 6% την Παρασκευή και τον νοτιοκορεατικό Kospi 6,5%.
Στην Ευρώπη, ο βρετανικός FTSE 100 υποχωρούσε κατά 1,75% το μεσημέρι της Παρασκευής, οδεύοντας προς τη χειρότερη συνεδρίασή του από τον Μάρτιο. Παράλληλα, ο δείκτης MSCI των αναδυόμενων αγορών έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων επτά μηνών.
Ο Νταν Κότσγουορθ, επικεφαλής ανάλυσης αγορών της AJ Bell, εκτίμησε ότι πολλοί επενδυτές έσπευσαν να πουλήσουν μετοχές τεχνολογίας για να κατοχυρώσουν τα κέρδη που είχαν συγκεντρώσει τα προηγούμενα χρόνια. Άλλοι ενδέχεται να αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν θέσεις επειδή είχαν αγοράσει μετοχές με δανεικά κεφάλαια.
Πάντως, δεν θεωρούν όλοι οι αναλυτές ότι η πτώση σηματοδοτεί το τέλος της επενδυτικής άνθησης γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο Μοχίτ Κουμάρ, οικονομολόγος της Jefferies, εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί δύσκολα θα εγκαταλείψουν έναν κλάδο που δημιουργεί θέσεις εργασίας και έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας. Από την πλευρά της, η RBC BlueBay Asset Management θεωρεί ότι μια πιο αργή ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να ωφελήσει τις μεγάλες εταιρείες, περιορίζοντας την ανάγκη τους για συνεχή δανεισμό.
Οι επενδυτές παρακολουθούν επίσης την ένταση με το Ιράν, καθώς το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στις αγορές.
Με πληροφορίες από Guardian, Fortune















