Η Ουκρανία εξασφάλισε εξαιρέσεις που της επιτρέπουν να προμηθεύεται στρατιωτικό εξοπλισμό εκτός Ευρώπης, στο πλαίσιο του δανείου στήριξης των 90 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο η Γαλλία πιέζει πλέον για τον χρονικό περιορισμό αυτών των εξαιρέσεων.
Τον Απρίλιο, τα κράτη-μέλη της ΕΕ ενέκριναν το δάνειο στήριξης της Ουκρανίας, ένα χρηματοδοτικό εργαλείο ύψους 90 δισ. ευρώ για τη στρατιωτική κάλυψη του Κιέβου τα έτη 2026 και 2027. Το ποσό χωρίζεται σε 30 δισ. ευρώ για οικονομική ενίσχυση και 60 δισ. ευρώ για στρατιωτική βοήθεια.
Η πρώτη εκταμίευση έγινε τον Ιούνιο, με 3,9 δισ. ευρώ να διατίθενται για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ νωρίτερα αυτή την εβδομάδα διατέθηκαν επιπλέον 6,1 δισ. ευρώ για αμυντικές προμήθειες.
Βάσει των όρων του δανείου, η Ουκρανία δεν μπορεί να δαπανήσει πάνω από το 35% του συνολικού κόστους ενός αμυντικού προϊόντος για αγορές εκτός ΕΕ και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Το Κίεβο, παρ’ όλα αυτά, μπορεί να ζητήσει εξαίρεση όταν κανένα ευρωπαϊκό προϊόν δεν καλύπτει τις άμεσες επιχειρησιακές του ανάγκες ή όταν η ευρωπαϊκή παραγωγή δεν επαρκεί σε όγκο, καθυστερεί ή είναι υπερβολικά ακριβή.
Τα δυο αιτήματα των Ουκρανών
Μέχρι στιγμής, η ουκρανική κυβέρνηση έχει υποβάλει δύο αιτήματα εξαίρεσης: το ένα αφορά εξαρτήματα drones κινεζικής κατασκευής και το άλλο αμερικανικούς πυραύλους αναχαίτισης Patriot, τους οποίους το Κίεβο χρειάζεται επειγόντως για την ενίσχυση της αεράμυνας του.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε και τα δύο αιτήματα, αναγνωρίζοντας ότι η Ευρώπη στερείται προς το παρόν επαρκούς παραγωγικής ικανότητας και παραμένει εξαρτημένη από ξένους κατασκευαστές σε κρίσιμους τομείς του σύγχρονου πολέμου.
Η Γαλλία, εντούτοις, πιέζει οι εξαιρέσεις αυτές να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, ώστε μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων της ΕΕ να καταλήξει τελικά σε ευρωπαϊκές και πιθανώς γαλλικές βιομηχανίες.
Εξάλλου, η Γαλλία διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές βιομηχανίες στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου του γαλλοϊταλικού συστήματος SAMP/T, που αποτελεί τη μόνη ευρωπαϊκή εναλλακτική απέναντι στους αμερικανικούς Patriot.
Τι λένε οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Στον αντίποδα, τον Ιούλιο, οι υπουργοί Άμυνας της Σουηδίας, της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Δανίας, της Εσθονίας, της Πολωνίας, της Λετονίας, της Φινλανδίας και της Λιθουανίας απέστειλαν επιστολή στην ύπατη εκπρόσωπο της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική, Κάγια Κάλας, και στον Επίτροπο Άμυνας, Άντριους Κουμπίλιους, ζητώντας να δοθεί στο Κίεβο η μέγιστη δυνατή ευελιξία για την προμήθεια του εξοπλισμού που χρειάζεται άμεσα.
«Συνεχίζουμε να τονίζουμε ότι η ταχεία έγκριση των προγραμμάτων προμηθειών είναι ζωτικής σημασίας, μεταξύ άλλων μέσω της πραγματολογικής χρήσης των παρεκκλίσεων για την αγορά υλικού που παράγεται σε τρίτες χώρες», αναφερόταν στην επιστολή. Παρά ταύτα, το Παρίσι επιμένει να πιέζει την Κομισιόν ώστε οι εξαιρέσεις να δώσουν σταδιακά τη θέση τους στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Το πώς μπορεί να εφαρμοστεί αυτό στην πράξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον μηχανισμό του δανείου.
Οι προϋποθέσεις για τις εξαιρέσεις
Αρχικά, το Κίεβο υπέβαλε στις Βρυξέλλες ένα γενικό πλάνο για το πώς σκοπεύει να κατανείμει τα κονδύλια ανά κατηγορία προϊόντος, drones, συστήματα αεράμυνας, πυροβολικό κ.ο.κ. Οι ακριβείς κατανομές είναι απόρρητες και μπορούν να προσαρμόζονται ανάλογα με τις εξελίξεις στο μέτωπο.
Για τα προϊόντα που καλύπτονται από εξαίρεση, υπάρχει ένα δεύτερο στάδιο κατά το οποίο η ουκρανική κυβέρνηση πρέπει να προσκομίσει λεπτομέρειες για τη διάθεση των χρημάτων, συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων που ορίζουν ακριβώς τι εξοπλισμός αγοράζεται, από ποιον προμηθευτή και πότε. Η Κομισιόν αποδεσμεύει τα κονδύλια μόνο αφού εξετάσει τις σχετικές συμβάσεις.
Όσον αφορά τους Κινέζους προμηθευτές, η Κομισιόν οφείλει επίσης να ελέγχει αν οι εταιρείες υπόκεινται σε κυρώσεις της ΕΕ κατά του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, καθώς οι κατασκευαστές drones με έδρα την Κίνα μπορούν να προμηθεύουν και τις δύο πλευρές.
Παράλληλα, ζητείται από την κυβέρνηση της χώρας όπου εδρεύει ο προμηθευτής να δεσμευτεί για την εκτέλεση της σύμβασης, ώστε να διασφαλιστεί η παράδοση του εξοπλισμού ακόμη κι αν αλλάξουν οι πολιτικές προτεραιότητες.
Το κρισιμότερο σημείο είναι ότι οι εξαιρέσεις πρέπει να ανανεώνονται κάθε φορά που η Ουκρανία ζητά νέα πληρωμή. Αυτό σημαίνει ότι, εάν στο μεταξύ εμφανιστεί ένας ευρωπαίος προμηθευτής που μπορεί να καλύψει τον όγκο, το κόστος και τους χρόνους παράδοσης του ξένου κατασκευαστή, η Κομισιόν θα μπορούσε να αρνηθεί την ανανέωση της εξαίρεσης και να υποχρεώσει το Κίεβο να στραφεί στην ευρωπαϊκή αγορά.
Άτυπα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να περιορίσει το χρονικό διάστημα που η Ουκρανία βασίζεται σε παραγωγούς εκτός ΕΕ, επιβάλλοντας, για παράδειγμα, αυστηρότερες προθεσμίες ολοκλήρωσης των ουκρανικών συμβάσεων με αυτούς τους προμηθευτές.
Το δίλημμα της Κομισιόν
Στην πράξη, η Κομισιόν θα κληθεί να κρατήσει μια λεπτή ισορροπία: από τη μια να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή και να μειώσει τη στρατηγική εξάρτηση από τρίτους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, και από την άλλη να διασφαλίσει ότι η Ουκρανία διαθέτει τον απαραίτητο εξοπλισμό για να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στη Ρωσία.
Ο τρόπος με τον οποίο η ΕΕ θα διαχειριστεί αυτές τις εξαιρέσεις στο πλαίσιο του Δανείου Στήριξης της Ουκρανίας ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντικό δεδικασμένο και για άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe) και το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP).
Με πληροφορίες Euronews















