Η δυσκοιλιότητα είναι συχνό πρόβλημα για τους αστροναύτες και νέα μελέτη δείχνει ότι η μικροβαρύτητα μπορεί πράγματι να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το έντερο.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, σε συνεργασία με τη NASA, ανέλυσαν δείγματα αίματος από 52 αστροναύτες που είχαν παραμείνει για τουλάχιστον δύο μήνες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.
Οι επιστήμονες εντόπισαν ενδείξεις ότι, λίγες εβδομάδες μετά την άφιξη στο Διάστημα, τα βακτήρια του εντέρου αρχίζουν να διασπούν περισσότερες πρωτεΐνες από ό,τι συνήθως. Η αλλαγή αυτή φαίνεται να διατηρείται μέχρι την επιστροφή των αστροναυτών στη Γη.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα βακτήρια του εντέρου χρησιμοποιούν κυρίως τις φυτικές ίνες. Όταν αυτές δεν επαρκούν, στρέφονται περισσότερο στις πρωτεΐνες και παράγουν διαφορετικές ουσίες κατά τη διαδικασία της πέψης.
Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα εξετάζοντας μεταβολίτες στο αίμα, δηλαδή ουσίες που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για το πώς λειτουργεί το πεπτικό σύστημα και τι συμβαίνει στον οργανισμό μετά την κατανάλωση τροφής.
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι χωρίς τη βαρύτητα οι τροφές κινούνται πιο αργά μέσα στο έντερο.
«Η έλλειψη βαρύτητας πιθανότατα επιβραδύνει τη διέλευση της τροφής από το έντερο», ανέφερε ο ερευνητής Χένρικ Ρόαγκερ. Όπως είπε, αυτό θα μπορούσε να εξηγεί τόσο την αυξημένη διάσπαση πρωτεϊνών όσο και τη δυσκοιλιότητα που εμφανίζουν πολλοί αστροναύτες.
Η συγκεκριμένη αλλαγή στη λειτουργία του εντέρου μπορεί να έχει και άλλες επιπτώσεις. Οι επιστήμονες αναφέρουν πιθανές συνδέσεις με προβλήματα στα νεφρά, δυσκολία συγκέντρωσης και μεταβολές στη διάθεση.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς οι διαστημικές αποστολές γίνονται μεγαλύτερες σε διάρκεια. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περισσότερες φυτικές ίνες, πρεβιοτικά ή άλλες παρεμβάσεις που βοηθούν το έντερο να λειτουργεί ταχύτερα θα μπορούσαν να περιορίσουν το πρόβλημα.
Με πληροφορίες από University of Copenhagen














