Η αμερικανική εταιρεία λογισμικού Palantir υπέστη δικαστική ήττα στην Ελβετία, καθώς δικαστήριο της Ζυρίχης απέρριψε σχεδόν στο σύνολό τους τα αιτήματά της να δημοσιευθούν απαντήσεις της σε επικριτικά δημοσιεύματα ελβετικού περιοδικού.
Η Palantir, που συνιδρύθηκε από τον δισεκατομμυριούχο επενδυτή Πίτερ Θίελ έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους παρόχους λογισμικού ανάλυσης δεδομένων για κρατικές υπηρεσίες και οργανισμούς ασφαλείας στις ΗΠΑ.
Η υπόθεση αφορά δύο έρευνες του περιοδικού Republik, οι οποίες αποκάλυπταν τις επανειλημμένες προσπάθειες της Palantir να εξασφαλίσει συμβόλαια με ελβετικές κρατικές υπηρεσίες και τους λόγους για τους οποίους οι αρχές της χώρας επέλεξαν τελικά να μην υιοθετήσουν το λογισμικό της.
Σύμφωνα με την απόφαση που εκδόθηκε την Παρασκευή, το εμπορικό δικαστήριο της Ζυρίχης απέρριψε 22 από τα 23 αιτήματα που είχαν καταθέσει η Palantir και η ελβετική θυγατρική της.
Οι δικαστές έκριναν ότι τα περισσότερα σημεία που αμφισβητούσε η εταιρεία αποτελούσαν δημοσιογραφικές εκτιμήσεις, ερμηνείες ή αναφορές σε ισχυρισμούς τρίτων και όχι πραγματολογικές αναφορές που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν δικαίωμα απάντησης.
Η μοναδική εξαίρεση αφορούσε μία αναφορά σχετικά με την προέλευση της πλατφόρμας Foundry της Palantir, για την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι το περιοδικό οφείλει να δημοσιεύσει σύντομη απάντηση της εταιρείας.
Τι αποκάλυψαν τα δημοσιεύματα
Τα επίμαχα άρθρα δημοσιεύθηκαν τον Δεκέμβριο και βασίζονταν κυρίως σε εσωτερικά έγγραφα και αλληλογραφία των ελβετικών αρχών που εξασφάλισε το Republik μέσω της διαδικασίας πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα.
Οι δημοσιογράφοι κατέγραψαν τις προσπάθειες της Palantir να διεισδύσει στην ελβετική δημόσια διοίκηση, αλλά και τις επιφυλάξεις που εξέφραζαν κυβερνητικές υπηρεσίες σχετικά με τη χρήση των συστημάτων της.
Στα έγγραφα που επικαλούνταν τα δημοσιεύματα γινόταν αναφορά σε ζητήματα όπως η κυριαρχία επί των δεδομένων, η νομική συμμόρφωση και οι κίνδυνοι που ενδέχεται να προκύπτουν από την εξάρτηση κρίσιμων κρατικών λειτουργιών από αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Η δικαστική προσφυγή της Palantir δεν αφορούσε συκοφαντική δυσφήμιση ούτε συνοδευόταν από αίτημα αποζημίωσης. Η εταιρεία υποστήριξε ότι η ελβετική νομοθεσία τής παρέχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει αντικρούσεις σε σημεία που θεωρεί ανακριβή ή παραπλανητικά.
Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι πολλές από τις απαντήσεις που επιδίωκε να δημοσιεύσει η εταιρεία δεν περιορίζονταν στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων ισχυρισμών, αλλά συνιστούσαν ευρύτερη υπεράσπιση της δραστηριότητάς της και παρουσίαση των θέσεών της.
Η ευρωπαϊκή δυσπιστία απέναντι στην Palantir
Η υπόθεση προσέλκυσε ενδιαφέρον και εκτός Ελβετίας, καθώς συνδέεται με μια ευρύτερη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με τον ρόλο αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών σε ευαίσθητες κρατικές λειτουργίες.
Η Palantir έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία στις ΗΠΑ μέσω συνεργασιών με υπηρεσίες άμυνας, πληροφοριών και ασφάλειας.
Στην Ευρώπη, ωστόσο, η πορεία της αποδεικνύεται πιο δύσκολη.
Τα τελευταία χρόνια κυβερνήσεις και δημόσιοι οργανισμοί έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την ανάθεση κρίσιμων υποδομών δεδομένων σε αμερικανικούς παρόχους λογισμικού, επικαλούμενοι ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, προστασίας προσωπικών δεδομένων και στρατηγικής εξάρτησης.
Με πληροφορίες από Financial Times















