Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Είναι τόσο δύσκολο τη συνομιλία σου στο κινητό να την ακούς μόνο εσύ;



ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΗ 
στην αίθουσα αναμονής οφθαλμιατρείου στο Χαϊδάρι, με έναν άνδρα να τραυματίζει σοβαρά χτυπώντας με γροθιά στο πρόσωπο έναν άλλον, ο οποίος «τόλμησε» να τον παρακαλέσει να βγει έξω να μιλήσει στο κινητό του επειδή ενοχλούσε τους παρευρισκόμενους (το θύμα χρειάστηκε νοσηλεία ενώ ο δράσης που είναι, διαβάζω, υπότροπος αναζητείται), έφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα αντικοινωνικής νοοτροπίας και συμπεριφοράς που γίνεται όλο και σοβαρότερο. Ο λόγος για την ανεξέλεγκτη χρήση των κινητών σε δημόσιους χώρους και την «αξίωση» ουκ ολίγων συμπολιτών μας να ακούμε στη διαπασών και με κάθε λεπτομέρεια, συχνά στην κυριολεξία μες στο αυτί μας, τις ηχηρές συνομιλίες τους με τρίτους. Λίγο τούς νοιάζει αν προσπαθείς να συγκεντρωθείς σε κάτι, αν είσαι κουρασμένος, ζαλισμένος, κακοδιάθετος ή χαμένος στις δικές σου σκέψεις, που πάντως δεν τις κάνεις βούκινο.

Δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις εκείνες που το σήμα δεν είναι καλό και άρα χρειάζεται να υψώσεις τον τόνο της φωνής σου λίγο παραπάνω – αν και κάλλιστα μπορείς να καλέσεις ή να ζητήσεις να σε καλέσουν άλλη στιγμή από άλλο σημείο, δεν είναι δα όλα τα τηλεφωνήματα τόσο σοβαρά και επείγοντα. Αναφέρομαι στις πολύ περισσότερες περιπτώσεις, που ο διπλανός ή η διπλανή σου στο μετρό, στο τρόλεϊ, στο ΚΤΕΛ, στο βαπόρι, σε κάποια «ουρά» ή αίθουσα αναμονής, σε κάποια παράσταση λίγο πριν από την έναρξη «γκαρίζει» επί ώρα στον συνομιλητή του/της, η φωνή του/της οποίου/-ας σού «πριονίζει» επίσης το αυτί, καθώς συνομιλούν φωναχτά και πολύ συχνά σε ανοικτή ακρόαση, βεβαίως. Και όχι, δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρει αν βγάζουν έτσι στη φόρα τα προσωπικά ή τα επαγγελματικά τους, ούτε αν η συμπεριφορά αυτή είναι από ενοχλητική έως ανυπόφορη.

Ο λόγος για την ανεξέλεγκτη χρήση των κινητών σε δημόσιους χώρους και την «αξίωση» ουκ ολίγων συμπολιτών μας να ακούμε στη διαπασών και με κάθε λεπτομέρεια, συχνά στην κυριολεξία μες στο αυτί μας, τις ηχηρές συνομιλίες τους με τρίτους.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, έχει όμως αρχίσει ομολογουμένως να πυκνώνει. Κι αν παλιότερα δεν μιλούσε κανείς, από ό,τι μαθαίνω η φάση αυτή άρχισε πλέον να μη γίνεται ανεκτή. Φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι, κι εγώ ο ίδιος αντιδρούμε πλέον σε τέτοιες καταστάσεις, το πρόβλημα όμως είναι ότι επειδή έχει αγριέψει ο κόσμος και αρπάζεται με το παραμικρό, καταφάσκοντας τη διάσημη ρήση του Σαρτρ «η κόλαση είναι οι άλλοι», όσο ευγενικά και κόσμια κι αν εκφραστείς, κινδυνεύεις να μπλέξεις σε καβγά με απρόβλεπτες συνέπειες. Διότι σε αρκετές περιπτώσεις όχι μόνο δεν καταλαβαίνουν ή δεν θέλουν να καταλάβουν ότι ενοχλούν, αλλά σου ζητάνε και τα ρέστα.

Υπόψη κιόλας ότι αυτές οι συμπεριφορές εντοπίζονται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας, γυναίκες και άντρες, με τους δεύτερους να είναι αναλογικά περισσότεροι και να αντιδρούν σαφώς πιο επιθετικά αν τους γίνει μια τέτοια παρατήρηση. Ειδική κατηγορία αποτελούν κάποιοι μετανάστες που, ακριβώς επειδή δεν τους καταλαβαίνει κανείς, συνομιλούν επίσης στη διαπασών στο κινητό, στα μέσα μαζικής μεταφοράς κυρίως. Αυτοί όμως τουλάχιστον, ίσως κι από φόβο, είναι πιο ευγενείς αφενός, συνιστούν συγκριτικά μια μειονότητα αφετέρου. Εξάλλου, μια συζήτηση σε μια άγνωστη γλώσσα «ενοχλεί» λιγότερο, γιατί ο εγκέφαλος δεν μπαίνει αυτόματα σε διαδικασία να την παρακολουθήσει.

Μια άλλη σοβαρή πηγή ηχορρύπανσης αυτού του είδους είναι οι συνεχείς ειδοποιήσεις κάθε λογής και ειδικά τα διάφορα βιντεάκια που ανεβαίνουν στα σόσιαλ και αν ξεχάσεις ανοίγοντάς τα να χαμηλώσεις την έντασή τους, θα τα ακούσουν και όσοι βρίσκονται γύρω σου, θέλοντας και μη – αυτό όμως (που θα πρέπει να το κοιτάξουν και οι εταιρείες, λέμε τώρα) μπορεί τουλάχιστον να ρυθμιστεί. Σίγουρα παίζει κάποιον ρόλο και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες ετήσιες εκθέσεις της εταιρείας συμβούλων τηλεπικοινωνιών Tefficient, η οποία συνεργάζεται με την Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η Ελλάδα καταγράφει μία από τις ταχύτερες αυξήσεις στη χρήση δεδομένων και χρήση φωνής στην Ευρώπη – χαρακτηριστικά, η χρήση δεδομένων αυξήθηκε κατά 38% μεταξύ 2023-2024 και συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό.

Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί για την εν λόγω συμπεριφορά, από το μεσογειακό ταμπεραμέντο (αληθεύει ότι όσο πας βορειότερα οι άνθρωποι είναι πιο διακριτικοί, μην πούμε για χώρες όπως η Ιαπωνία, όπου το να μη μιλάς ψιθυριστά και να μην έχεις στη σίγαση το κινητό σου σε δημόσιους χώρους θεωρείται ύψιστη αγένεια) και την εγγενή μας εξωστρέφεια, μέχρι την έλλειψη παιδείας και ανατροφής. Και είναι μεν σωστά όλα αυτά, θαρρώ όμως ότι η «γαϊδουριά» δεν αρκεί από μόνη της ως εξήγηση. Αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει είναι ότι ολοένα περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν πλέον να διακρίνουν τα όρια μεταξύ πραγματικού και εικονικού, μεταξύ προσωπικού και δημόσιου χώρου, μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας επίσης. Τους φαίνεται, επομένως, απολύτως φυσικό να μιλάνε ή μάλλον να φωνάζουν στο κινητό τους μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο λες και βρίσκονται στο σαλόνι τους, ας πούμε. Και απολύτως φυσικά, ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό τους «τσαμπουκαλεύεται» αν τυχόν γίνει μια παρατήρηση, αφού στο σπίτι του μέσα μπορεί (ακόμα) κανείς να κάνει ό,τι θέλει. Και ναι, πολλοί από αυτούς νομίζουν ότι βρίσκονται πράγματι στο σπίτι τους, τρόπον τινά, το οποίο σπίτι τους έχουν επίσης στο μυαλό τους ως δημόσιο χώρο, ειδικά αν συνηθίζουν να ανεβάζουν στα σόσιαλ όλες τους τις δραστηριότητες.

Μια γρήγορη περιήγηση στο διαδίκτυο αποδεικνύει ότι δεν ανακάλυψα την Αμερική – σε ανάλογα συμπεράσματα έχουν καταλήξει μια σειρά έρευνες και μελέτες. Ο κινεζικής καταγωγής ερευνητής Επικοινωνίας και MME Γκόντγουιν Τσου (Πανεπιστήμιο Χαβάης) έγραφε ήδη από το 1989 ότι «οι συνομιλίες μέσω κινητού μεταφέρουν ιδιωτικές αλληλεπιδράσεις σε δημόσιους χώρους, προκαλώντας συγκρούσεις γύρω από το τι θεωρείται αποδεκτή συμπεριφορά». Κι αυτά σε μια εποχή που για τα σύγχρονα smartphones, τα οποία έχουν γίνει κανονικό alter ego μας, θεωρείται «προγλωσσική» – το smartphone δεν κατήργησε απλώς το όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, αλλά μετέφερε το ιδιωτικό παντού. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αμερικανίδα κοινωνιολόγος Λι Χάμφρεϊς θεωρεί ότι «οι χρήστες κινητών διαπραγματεύονται συνεχώς τα όρια ιδιωτικότητας όταν μιλούν σε δημόσιους χώρους. Η ιδιωτική ζωή δεν αποσύρεται πλέον από τον δημόσιο χώρο αλλά συνυπάρχει με αυτόν». Η συνάδελφός της, Σέρι Τερκλ, υποστηρίζει ότι τα smartphones δημιουργούν μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι είναι φυσικά παρόντες σε έναν δημόσιο ή κοινωνικό χώρο αλλά ψυχικά συνδεδεμένοι αλλού – στην ατομική ψηφιακή τους κοσμάρα, σαν να λέμε. Οι Ισραηλινοί ακαδημαϊκοί, Tάλι Χατούκα και Έραν Τοχ, κάνουν λόγο για «φορητό ιδιωτικό έδαφος». Δεν συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα αυτά, λοιπόν, απλώς το φαινόμενο εδώ είναι εντονότερο για ανθρωπολογικούς, κοινωνιολογικούς και άλλους λόγους, που ωστόσο δεν το κάνουν λιγότερο σπαστικό.



Πηγή: www.lifo.gr