ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ πολύ κόσμο, η πρώτη μου επαφή με την ιδιάζουσα περίπτωση του Στέλιου Ράμφου δεν ήταν μέσω κάποιου από τα καμιά πενηνταριά βιβλία του, αλλά από τις εμφανίσεις, τις συνεντεύξεις και τις «παρεμβάσεις» του που φιλοξενούνταν κάθε τόσο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Δεν δίδασκε στο πανεπιστήμιο και οι ιδέες του έμοιαζαν να απασχολούν ειδικές συνομοταξίες και συγκεκριμένους κύκλους της εγχώριας ιντελιγκέντσιας.
Κάποιοι όμως, για κάποιον λόγο, είχαν αποφασίσει ότι αυτός είναι πλέον ο επίσημος «εθνικός στοχαστής», ο φιλόσοφος που δεν ξέραμε ότι είχαμε ανάγκη, ο θεραπευτής που θέτοντας στο επίκεντρο των αναζητήσεών του η χημική σύσταση της νεοελληνικής ταυτότητας, θα μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και γιατί γίναμε έτσι.
Και κάθε τόσο αυτές οι συντριπτικές (και τόσο μπανάλ) διαπιστώσεις: «Είμαστε λαός που νοσταλγεί, αλλά δεν πράττει», «Η κοινωνία μας διέρχεται οξεία κρίση ταυτότητος», και ούτω καθεξής. Βαρυφορτωμένες παραλλαγές του «δεν είμαστε λαός» που ακούμε μια ζωή δεξιά κι αριστερά.
Ο ίδιος όμως τι ήταν τελικά, εκτός φυσικά από συγγραφέας; Στοχαστής ναι, αλλά και κάτι παραπάνω. Δάσκαλος; Καθοδηγητής; Γκουρού; Αρχηγός «αίρεσης»; Πνευματικός; Προφήτης με μαθητές, ακόλουθους και απόστολους; Πρώην μαρξιστής που είδε το φως το αληθινό (δυο-τρεις φορές μάλιστα); Νεορθόδοξος ή νεοφιλεύθερος; Εκσυγχρονιστής ή «ψέκας»; Ποτέ δεν μου ήταν ξεκάθαρο. Κάποτε τον είχα συνδέσει με τον λοξό εθνικισμό του Ζουράρι ή του Νεοκλή Σαρρή, αλλά δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Ήταν πολύ πιο σύνθετη, όπως φάνηκε στην πορεία.
Το μόνο βέβαιο ήταν ότι με απωθούσαν αντανακλαστικά η βεβαιότητα των αφορισμών του και η ευκολία με την οποία πολιτικολογούσε επί παντός επιστητού, επιστρατεύοντας ακόμα και ατάκες καφενείου (παρότι λάβρος κατά του «λαϊκισμού»), όπως όταν σε ομιλία του πληροφόρησε το αμήχανο κοινό ότι «η χούντα άφησε μηδενικό χρέος». Ο φιλόσοφος ως τρολ του διαδικτύου. ‘Η όταν εμφάνισε τα μνημόνια περίπου ως ένα αναγκαίο μέσο συλλογικού σωφρονισμού – η τιμωρία για τις αμαρτίες και τα κουσούρια μας (καθότι «όλοι μαζί τα φάγαμε») αλλά συγχρόνως και η θεραπεία μας (με ηλεκτροσόκ), το φάρμακό μας, η ευκαιρία μας να γίνουμε κανονική Ευρώπη.
Και κάθε τόσο αυτές οι συντριπτικές (και τόσο μπανάλ) διαπιστώσεις: «Είμαστε λαός που νοσταλγεί, αλλά δεν πράττει», «Η κοινωνία μας διέρχεται οξεία κρίση ταυτότητος», και ούτω καθεξής. Βαρυφορτωμένες παραλλαγές του «δεν είμαστε λαός» που ακούμε μια ζωή δεξιά κι αριστερά. Πιο πρόσφατα, παρεμβαίνοντας στο ζήτημα της ισονομίας των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο και την τεκνοθεσία, δήλωσε σε συνέντευξή του ότι «το παιδί έχει ανάγκη μητέρας και πατέρα, και όχι ομοφύλων συζύγων, για να έχει μια σωστή και ξεκάθαρη εικόνα εαυτού, και όχι μια θολή εικόνα εαυτού… Ο πατέρας και η μητέρα, ο μπαμπάς και η μαμά, είναι η καταστατική προϋπόθεση της κοινωνίας, όχι ο μπαμπάς-μπαμπάς, ή η μαμά-μαμά ή ο γονέας 1- γονέας 2» (ένα βροντερό «πες τα Χρυσόστομε» ακούστηκε από το νεοσυντηρητικό ποιμνίο στα πέρατα των social media).
Για το ίδιο θέμα είχε επίσης δηλώσει ότι ήταν η «επικαιρότητα του διεθνούς συρμού» αυτή που παρέσυρε την πολιτεία σ’ αυτό το μέτρο, ξιφουλκώντας συγχρόνως και κατά του επάρατου δικαιωματισμού, αυτής της «ιδεολογίας αταβιστικού ισωτισμού», όπως την είχε χαρακτηρίσει. Woke δεν ήταν σίγουρα (θεός φυλάξοι) ο επιφανής Έλληνας στοχαστής και δημοσιολόγος, αλλά ούτε και φάρος ορθολογισμού ακριβώς, όπως τον παρουσιάζουν, ερήμην του, πολλά από τα επίσημα αποχαιρετιστήρια μηνύματα.















