“Ένα φεγγάρι που έσβησε, έγειρε και εξαφανίστηκε…”
‘Ενας γιος στην Αίγυπτο ανακαλύπτει τα τετράδια συνταγών που άφησε η μητέρα του
Αμπντουλάχ Αμπντ αλ-Ματζίντ
Mada Masr τ. 285 – 16.10.2026
Κάποια πράγματα μένουν μισά, αλλά χάνονται αφήνοντας κάτι πίσω τους. Μπορεί να ξέρουν, με έναν δικό τους τρόπο, που εμείς δεν γνωρίζουμε, ότι αν μείνουν ίδια, αυτό θα είναι η αρχή του τέλους τους. Γι’ αυτό παραχωρούν κάτι από τον εαυτό τους και βγαίνουν από την λίγο ελιππή αρχική τους μορφή, ώστε να βρουν ένα νέο μονοπάτι για να κρατηθούν στη ζωή
Αυτή η ιδέα αποτυπώθηκε στο Sah Ya Badah [“Sah ya badah, ω ερώτηση-πληγή, τι ήταν αυτό που υπήρχε και τώρα χάθηκε; αιγυπτιακό τραγούδι σε στίχους της ποιήτριας Kawthar Mostafa -σ.σ.], με διάφορες μορφές. Το τραγούδι αυτό δεν με συνόδευε την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία με τη μητέρα μου. Δεν φανταζόμουν την ώρα που τη βίωνα, ότι ένα τραγούδι θα μπορούσε να μιλήσει τόσο έντονα μέσα μου για εκείνη.
Η προσέγγιση της Kawthar Mostafa για το Sah Ya Badah ξεπερνούσε κατά πολύ ένα απλό λογοπαίγνιο. Η λέξη Sah λειτουργεί εδώ ως ρήμα αφήγησης: σημαίνει ότι ένα πράγμα αποσυντίθεται από την αρχική του θέση, ρέει έξω από τα όριά του και αλλάζει μορφή, αλλά δεν εκμηδενίζεται. Από μια ξεχασμένη ταινία που δεν είδε ποτέ το φως, το Sah Ya Badah ήρθε για να αποκρυσταλλώσει ένα βίωμα δύο ετών που αδυνατούσα να εξωτερικεύσω. Επειδή ακριβώς δεν είμαι προσαρμοστικός άνθρωπος ώστε να ελίσσομαι, το τραγούδι αυτό με κράτησε όρθιο μέσα στο “ρευστό” περιβάλλον της ίδιας της ύπαρξης. Εκείνη τη στιγμή, και ίσως τελικά, το να συνεχίζεις να υπάρχεις δεν ήταν παρά μια άλλη μορφή της βιωμένης απώλειας.
Ποιο είναι το συναίσθημα που σε κατακλύζει όταν δέχεσαι ένα χαμόγελο από έναν γιατρό που μόλις τελείωσε την εξέταση μιας ακτινογραφίας; Κι όταν με την επαναλαμβανόμενη παράκληση για διευκρινίσεις δεν λαμβάνεις τίποτα άλλο παρά ένα κούνημα του κεφαλιού του γιατρού, για να συνειδητοποιήσεις αργότερα το πάγωμα του χαμόγελού του, το οποίο σχηματίζεται πάνω σε ένα πλαστικό πρόσωπο.
“Η μαμά χρειάζεται να ξεκουραστεί και να κάνει φυσικοθεραπεία”.
-Sah Ya Badah, Ya Sual Jrah – Όλα σκόρπισαν και χάθηκαν, μια ερώτηση που πληγώνει
Η απάντηση του γιατρού -που ήταν φίλος της οικογένειας- παρουσία της μητέρας μου δεν ήταν καθησυχαστική, όπως και η αντίδραση της αρραβωνιαστικιάς μου που ήταν γιατρός -και μελλοντική σύζυγός μου- στην οποία έδειξα την ακτινογραφία και εκείνη με τη σειρά της την έδωσε σε έναν ειδικό για να βεβαιωθεί. Μετά από μερικές μέρες, ίσως μια εβδομάδα, πήγα κρυφά σε εκείνον τον γιατρό για να επιβάλλω σιωπή σε έναν φυλακισμένο που δεν σταματούσε να χτυπά τα κάγκελα του κελιού του, ζητώντας απεγνωσμένα τη λύτρωση.
Εκείνη τη φορά ζήτησε σπινθηρογράφημα, χωρίς να εξηγήσει ξεκάθαρα τον πραγματικό λόγο του αιτήματός του.
Η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει μέσα μου: συνεχείς ενοχλήσεις και πόνοι στην πλάτη, δυσκολία στο περπάτημα και στο ανέβασμα της σκάλας, κύρτωμα της πλάτης. Συμπτώματα ολόιδια με εκείνα που είχαν προηγηθεί στις δύο θείες μου -Θεός σχωρέσ’ τες- με κάποιες μικρές διαφορές. Όμως εκείνος ο βήχας που άρχισε να φτάνει στα αυτιά μου, μου ήταν πολύ γνώριμος· ένας βήχας που συνόδευε τον καρκίνο των δύο θειών μου στις τελευταίες τους μέρες.
Η λέξη δεν είχε ειπωθεί ακόμα, αλλά την αναγνώριζα από την πορεία που οδηγούσε σε αυτήν. Ήταν σαν ο καρκίνος να μην μπήκε στο σπίτι μας αυτή τη φορά από την πόρτα της διάγνωσης, αλλά από την πόρτα της μνήμης, σέρνοντας πίσω του παλιές εικόνες των οποίων ήξερα την κατάληξη και δεν είχα το κουράγιο να το ομολογήσω. Άρχισα να σκέφτομαι τα ενδεχόμενα να βγουν, όπως ήλπιζα, τα αποτελέσματα λανθασμένα, παρακολουθώντας τα νέα σημάδια, και να εύχομαι να είναι κάτι περαστικό, που δεν θα συνέδεε το παρελθόν με το μέλλον.
Και ενώ απλονώταν η σιωπή, μια και μόνο πιθανότητα άρχισε να ξεχωρίζει από τις άλλες, μια πιθανότητα που αντιστεκόμουν να της δώσω το όνομά της και προσευχόμουν να μην προχωρήσει.
Η δραστηριότητα της μητέρας μου άρχισε να ατονεί. Κοιμόταν πολύ και δεν ήταν πλέον ικανή να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, τις οποίες θεωρούσα δεδομένες. Για πρώτη φορά άρχισα να βρίσκω μια θέση για μένα στην κουζίνα, έναν χώρο με τον οποίο δεν είχα καμία ουσιαστική σχέση πριν από την αρρώστια της, εκτός από δύο αναμνήσεις: να κλέβω το ζεστό φαγητό πριν σερβιριστεί όταν ήμουν μικρός, και να πίνω υγρό πιάτων αντί για νερό λίγο πιο μεγάλος ξυπνώντας στη μέση της νύχτας. Ξαφνικά βρέθηκα να έχω ένα ενεργητικό ρόλο, χωρίς καμία περίοδο προετοιμασίας.
Μαγείρευα και δυσκολευόμουν με πράγματα που ποτέ πριν δεν είχα προσέξει. Επέστρεφα σε εκείνη στο κρεβάτι της για να βεβαιωθώ για την ποσότητα του αλατιού, και της έφερνα την κατσαρόλα για να μου πει αν είχε ολοκληρωθεί το ψήσιμο ή αν έπρεπε να το αφήσω λίγο ακόμα.
Χαμογελούσε και μου έλεγε ότι το φαγητό μου είχε ωραία νοστιμιά, και το εκμυστηρευόταν αυτό στους επισκέπτες μας εκείνη την περίοδο. Αυτό ήταν, και παραμένει, μια από τις πιο γλυκές αναμνήσεις μου μαζί της. Ήταν σαν η αρρώστια, καθώς της αποσπούσε σιγά σιγά όλα όσα είχε συνηθίσει να κάνει, να με ωθούσε από την άλλη πλευρά στον χώρο που εκείνη είχε τελειοποιήσει για δεκαετίες. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τότε ότι η είσοδός μου στην κουζίνα δεν ήταν τόσο η εκμάθηση μαγειρικής, όσο μια καθημερινή κληρονομιά που συνέβαινε χωρίς καμία ανακοίνωση, και ότι κάποια από αυτά που θεωρούσα τον πυρήνα των συνηθειών της θα εισχωρούσαν μέσα μου αργότερα, χωρίς να καταλάβω τη στιγμή της μεταβίβασής τους.
Σήμερα, με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από τη μέρα που έφυγε, είναι ολοφάνερο ότι η απώλειά της δεν με επηρέασε μόνο σε μία στιγμή, όσο σημαντική κι αν ήταν. Με επηρέασε σε ένα πλήθος από μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που εμφανίστηκαν μετά τον θάνατό της και τις οποίες θεωρούσα, θεωρητικά, μακριά από τα δικά μου δεδομένα. Η συνήθεια να βάζω κάποια υλικά στο φαγητό κατά την προετοιμασία, τα οποία δεν αρέσουν σε αυτόν που θα το φάει, αποκαλύφθηκε και σε μένα όταν μαγειρεύω για τη σύζυγό μου, παρόλο που το κάνω σπάνια. Απλώς άλλαξα το γιαούρτι που έβαζε η μητέρα μου με καυτερό πιπέρι, νομίζοντας κι εγώ, όπως εκείνη, ότι η ποσότητα είναι ελάχιστη και δεν θα γίνει αντιληπτή. Το ίδιο ισχύει για τον τρόπο που καθάριζε τα αυγά, και για τις αγορές από συγκεκριμένα καταστήματα -όσο μακριά κι αν ήταν- από τα οποία της άρεσε να ψωνίζει. Ακόμα και το λευκό τυρί που της άρεσε και εγώ δεν το δεχόμουν εύκολα, άλλαξε γεύση για μένα και έγινε ένα προϊόν που προσέχω να υπάρχει πάντα στην κουζίνα μας.
Η άλλη επίδραση ήταν στις αντιδράσεις του κόσμου. Σε κάθε επόμενο μνημόσυνο ή οικογενειακή συγκέντρωση, το όνομά της κυριαρχούσε στις κουβέντες. Ποτέ δεν άκουσα μια αναφορά για εκείνη που να μην καταλήγει στη φράση “Θεός σχωρέσ΄τη τη Σοχέιρ, δεν είχε όμοιά της” ή “Την είδα στο όνειρό μου εχθές και ήταν μες στο φως“. Κατέληξα να τη μαθαίνω από τις περιγραφές των άλλων όσο την ήξερα και ο ίδιος, ίσως και παραπάνω. Η προσωπική μου μνήμη ήταν δεμένη με τη σχέση μητέρας και γιου, ενώ οι αναμνήσεις των άλλων ήταν μοιρασμένες σε ιδιότητες ξένες: της συγγενούς, της γειτόνισσας, της φίλης. Όμως συνειδητοποίησα καθυστερημένα ότι αυτή η αναγνωρισμένη από όλους καλοσύνη είχε ένα κόστος: να στερεί από τον εαυτό της απλές χαρές. Πολλά πράγματα μαράζωναν μέσα της, κι εμείς νομίζαμε ότι αυτός ήταν ο ήσυχος τρόπος της, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια κουραστική επιλογή για την οποία δεν εξέφρασε ποτέ παράπονο.
Επίσης, και αφού ήταν πλέον πολύ αργά, συνειδητοποίησα την απουσία μιας φωτογραφίας που να μας δείχνει μαζί. Ίσως τώρα να δικαιολογούμαι με το ότι δεν της άρεσε να φωτογραφίζεται, κάτι που δήλωνε ανοιχτά σε κάθε περίσταση φροντίζοντας να απέχει από αυτό, πράγμα που αποδεικνύεται από τη σπανιότητα των φωτογραφιών της από την παιδική της ηλικία και τη νεότητά της καθώς και από την ανυπαρξία τους στα χρόνια που ακολούθησαν.
Προσπάθησα να αναπληρώσω αυτή την άμεση αποτύπωση της προσωπικότητάς της με κάθε έμμεσο τρόπο, πρώτα με τις αναμνήσεις μου και την αντίληψή μου για όσα έζησα και βίωσα μαζί της, και με τις ιστορίες των συγγενών γι’ αυτήν… όπως και με τα πράγματά της στα οποία είχα σημαντική ανάμειξη, ξεκινώντας από τις σημειώσεις μου για την περίοδο της αρρώστιας της και την καταγραφή κάθε μικρής και μεγάλης λεπτομέρειας εκείνης της περιόδου, μέχρι και τις ακτινογραφίες της τελευταίας της ασθένειας, τις εκθέσεις των διαφόρων αναλύσεων και τη λίστα των φαρμάκων, η οποία περιλάμβανε 11 σκευάσματα ταυτόχρονα.
Όμως το μεγαλύτερο σημάδι βρισκόταν στα προσωπικά της αντικείμενα, στο φθαρμένο τετράδιο συνταγών μαγειρικής, στο οποίο είχε γράψει με τον γραφικό της χαρακτήρα σχεδόν από τη δεκαετία του ’80 κάθε λογής φαγητά, και το οποίο δεν είχε καν ανάγκη, αφού ήταν η πιο επιδέξια μαγείρισσα σύμφωνα με τη μαρτυρία όσων δοκίμασαν τα “έργα από τα χέρια της”, έστω και αν τους δόθηκε η ευκαιρία να το ζήσουν μόνο μία φορά. Η μητέρα μου ξεπέρασε το τελικό μαγείρεμα που ήταν διαθέσιμο για άμεση κατανάλωση και προχώρησε στην παρασκευή των πρώτων υλών, όπως το φύλλο για τα λαζάνια, σχεδόν μια δεκαετία πριν διαδοθεί όπως το ξέρουμε σήμερα, και την παρασκευή του μπέργκερ, του οποίου προετοίμαζε όλα τα μέρη, ξεκινώντας από το κομμάτι του κιμά μέχρι το ψωμί και τις σάλτσες.
Παρόλα αυτά, το ενδιαφέρον της για το τετράδιο των γλυκών αποδεικνύει αυτό που έζησα ο ίδιος: την επιθυμία των συγγενών μας να ζητούν τη βοήθειά της σε τραπέζια και γιορτές, την προϋπόθεση που έβαζαν οι νεόνυμφοι της οικογένειας για να μαγειρέψει η μητέρα μου τις ημέρες του γάμου τους, και τον ενθουσιασμό άλλων για μια περίσταση σχολικής επιτυχίας ή κάποιας άλλης συνάθροισης, και πάνω απ’ όλα αυτά για “την τούρτα της Σοχέιρ”.
Αυτό το τετράδιο δεν ήταν ένα βιβλίο συνταγών με την έννοια που ξέρουμε, ήταν πιο κοντά σε έναν μικρό τοίχο όπου είχε κρεμάσει εικόνες της μνήμης της· αποκόμματα φωτογραφιών παρμένα από εδώ και από εκεί, τα οποία κολλούσε δίπλα στη συνταγή, και άλλα πλήρη αντίγραφα του ίδιου του πιάτου κάθε φορά που άλλαζε ελαφρώς η εμφάνισή του: μπισκότα πτι φουρ, μετά πτι φουρ με μοσχοκάρυδο, το καθένα με τη δική του σελίδα και τη δική του συνταγή, σαν η μικρή διαφορά να άξιζε μια ανεξάρτητη μνήμη στην οποία αφιέρωνε ένα σύστημα που έμοιαζε σχεδόν με σταθερή τελετουργία: τα υλικά της ζύμης μόνα τους, μετά το σιρόπι, μετά ο στολισμός και έπειτα τα βήματα της συνταγής.
Κάθε φορά που ξεφυλλίζω τις μαγειρικές της συνταγές, ακολουθώντας τις καμπύλες των γραμμάτων της και τις διορθώσεις της στο περιθώριο, τη φαντάζομαι να περιγράφει μια συγκεκριμένη γεύση, όμως το μελάνι -όσο κι αν το παρακαλέσω- δεν πρόκειται να μιλήσει, ούτε θα μου επιστρέψει τη νοστιμιά του χεριού της.
Παραξενεύτηκα πολύ από την ύπαρξη μετρημένων αντιτύπων, μερικά από τα οποία ήταν επαναλήψεις του ίδιου τεύχους από κάποιες εφημερίδες. Όμως όταν μαθεύτηκε η αιτία, λύθηκε η απορία. Το φύλλο της εφημερίδας Al-Gomhuria της Παρασκευής 6 Σεπτεμβρίου 1985 είχε στην πρώτη του σελίδα την είδηση και τη φωτογραφία της μητέρας μου για την αριστεία της και την αποφοίτησή της από τη Γεωπονική Σχολή. Στο ίδιο πλαίσιο, με περισσότερες λεπτομέρειες, το φύλλο της εφημερίδας Al-Akhbar που εκδόθηκε στις 20 Νοεμβρίου του ίδιου έτους είχε το ίδιο περιεχόμενο, προσθέτοντας την αποφοίτησή της ως πρώτης στο τμήμα Γαλακτοκομίας της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αλεξάνδρειας με βαθμό άριστα.
Άλλα πράγματα του ίδιου είδους εισχωρούσαν με την επιθυμία να αποτρέψουν την απώλεια, όπως το μεγάλο πορτοκαλί “τετράδιο ραπτικής”, οι σελίδες του οποίου ήταν χωρισμένες σε μικροσκοπικά τετράγωνα και περιείχε σχέδια για πολλά πατρόν από φούστες, μπλούζες και φορέματα κάθε είδους, καθώς και άλλα σχέδια για υφάσματα επίπλωσης σπιτιού.
-Ό,τι υπήρξε, χάθηκε και έφυγε μακριά
Σε μια από τις οικογενειακές επισκέψεις, μια συγγενής μοιράστηκε μαζί μου ένα αρχείο των φωτογραφιών της που ξαναβρήκε. Είχε πολλές φωτογραφίες μελών της οικογένειας, τους περισσότερους από τους οποίους μάλλον δεν γνώριζα ή δεν μπορούσα να αναγνωρίσω λόγω του χρόνου που πέρασε. Η μία φωτογραφία διαδεχόταν την άλλη, μια θεία από εδώ, μια άλλη από εκεί, μέχρι που ο χρόνος σταμάτησε και μαζί του και η καρδιά μου. Έβλεπα τους γύρω μου σαν φαντάσματα να κινούνται, ενώ το αίμα μου πάγωνε και το σφίξιμο στην καρδιά μου μεγάλωνε.
Με τις ακανόνιστες άκρες μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας, που η κιτρινισμένη της απόχρωση μαρτυρούσε δεκαετίες αναμονής, εμφανίστηκε καθαρά το πρόσωπο της μητέρας μου σε μια ηλικία που δεν είχα προλάβει: μια κοπέλα νεαρή και υγιής, που η θέα της ηρεμεί την καρδιά και γαληνεύει την ψυχή από κάθε σύγχυση που την περιβάλλει.
Ζήτησα την άδεια από τη συγγενή μας να την πάρω, και μου την έδωσε χωρίς δισταγμό, σαν κάποιος που παραδίδει μια παρακαταθήκη όταν φτάνει η ώρα της. Γι’ αυτό της διάλεξα μια συγκεκριμένη θέση, ένα προνόμιο που δεν χάρισα σε κανένα άλλο αντικείμενο.
Αυτό ήταν που έψαχνα. Το πρόσωπο της μητέρας μου, που συμπλήρωνε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια της.
Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη τη στιγμή είναι ότι στάθηκα εκεί για ώρα, μπροστά της, κρατώντας την στα χέρια μου. Δεν θυμάμαι ακριβώς αν τελείωσα την εξερεύνηση του υπόλοιπου αρχείου ή όχι, αλλά ο τοξότης δεν ενδιαφέρεται για κάτι άλλο αφού βρει τον στόχο του.
Από εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα τη ριζική διαφορά ανάμεσα στα δύο συναισθήματα. Αν και η φωτογραφία δεν ικανοποίησε τη λαχτάρα μου, και δεν θα την ικανοποιήσει κανένα υλικό μέσο όσο κι αν προσπαθήσει, συμπεριλαμβανομένου αυτού του κειμένου, εντούτοις το συναίσθημα ότι κατέχω το πρόσωπο της μητέρας μου ήταν πιο σταθερό και κυρίαρχο από όλα τα προηγούμενα μαζί. Η φωτογραφία γέρασε με τον ίδιο ρυθμό, κιτρίνισε όπως άσπρισαν οι τούφες των μαλλιών της, κι έτσι νιώθω μια συνεχή σύνδεση μαζί της.
Όμως, γιατί νιώθω ότι κατέχω αυτή τη φωτογραφία περισσότερο από οτιδήποτε βρίσκεται αποθηκευμένο μέσα στο τηλέφωνό μου;
Ένα φεγγάρι που έσβησε, έγειρε και εξαφανίστηκε…
Ποτέ μου δεν τα πήγα καλά με τον ψηφιακό κόσμο. Πριν από χρόνια, το Facebook έκλεισε τον προσωπικό μου λογαριασμό, το “μουσείο” μου όπως τον θεωρούσα. Έναν ψηφιακό χώρο που με εξέφραζε, στον οποίο μπορούσα να προσθέτω υλικό και να ανατρέχω όποτε ήθελα. Ανέτρεχα εκεί για να βρω στοιχεία για το ποιος ήμουν, και πρόσθετα πράγματα σε μια προσπάθεια να διαμορφώσω τη σκέψη μου και να βρω τον δρόμο μου, ειδικά με το άνοιγμα που συνόδευσε την επανάσταση του Ιανουαρίου και το πλήθος των εικονικών φίλων που είχα δημιουργήσει εκεί. Η πλατφόρμα μού έδειξε απότομα πόσο ψευδές ήταν το “δικαίωμα ιδιοκτησίας” που πίστευα ότι είχα στον λογαριασμό μου. Το κλείσιμο ήταν οριστικό, και όταν ζήτησα διευκρινίσεις, η απάντηση ήταν ενδεικτική: ένα meme του “Γουαχίντ Ιμπν Αλ-Καρμούτι” που είχα χρησιμοποιήσει σε ένα σχόλιο, θεωρήθηκε από τον αλγόριθμο ως παραβίαση των κανόνων της κοινότητας.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε έναν φίλο μου, όταν το PlayStation Store διέγραψε ένα προϊόν που είχε αγοράσει στον ψηφιακό του χώρο στο cloud, λόγω απόφασης της μητρικής εταιρείας, και μάλιστα χωρίς να συμβουλευτεί τους αγοραστές -όχι τους ιδιοκτήτες-, δικαιολογώντας το με το επιχείρημα ότι ο αγοραστής έχει το δικαίωμα χρήσης του προϊόντος και όχι την ιδιοκτησία του.
Και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο γραπώθηκα -χωρίς πλήρη επίγνωση- από τον αριθμό του τηλεφώνου της, αποθηκευμένο με το όνομα (Μαμά) στη λίστα των επαφών μου, πιστεύοντας ότι ήταν το τελευταίο προπύργιο μιας παρουσίας που δεν είχε ακόμη αναγκαστεί να αλλάξει. Δεν είχα σκοπό να τον χρησιμοποιήσω ποτέ, αλλά και μόνο η παραμονή του εκεί, έτοιμος για κλήση, ήταν αρκετή για να ξεγελάσει τη βεβαιότητά μου για την απουσία. Η τελευταία μου ψηφιακή παρακαταθήκη, την οποία θεωρούσα προστατευμένη από τη φθορά και τη λήθη.
Όμως, τι είδους δικαίωμα διεκδικώ εδώ; Ο αριθμός δεν μου ανήκει στην πραγματικότητα· είναι μια γραμμή που την ορίζει μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών με τη δική της ψυχρή λογική. Δεν γνωρίζει τίποτα για τον δεσμό μου μαζί του, ούτε την νοιάζει αν αποτελεί το καταφύγιο μιας νοσταλγίας ή απλώς έναν ανενεργό αριθμό που πρέπει να ανακυκλωθεί. Το δικαίωμά μου πάνω του, αν υπάρχει, είναι καθαρά ηθικό, ένα δικαίωμα που δεν το αναγνωρίζει κανένα τιμολόγιο και κανένα συμβόλαιο, και δεν συγκινεί κανέναν αλγόριθμο. Και δεν είμαι ο μόνος που νιώθει αυτή τη βουβή ψηφιακή αδικία. Πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν ξαφνικά πως ό,τι θεωρούσαν απόλυτα δικό τους, δεν τους ανήκε ποτέ.
“Ένα ποτάμι που δεν ξεδίψασε ούτε τον λαιμό…”
Και ξαφνικά, μετά από περισσότερο από ενάμιση χρόνο από τη συμφορά, μια σύντομη ειδοποίηση φώτισε την οθόνη του τηλεφώνου μου με τη φωτογραφία μιας άγνωστης νεαρής κοπέλας, συνοδευόμενη από το όνομα που γνωρίζω: “Η Μαμά εντάχθηκε στο Telegram”.
“Και αλίμονο, αυτός ο ανοιχτός ορίζοντας που διαρκώς μικραίνει”
Και έτσι επήλθε η γαλήνη.















