Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επέφερε τη Δευτέρα ένα σημαντικό πλήγμα στο Ντόναλντ Τραμπ, μπλοκάροντας την εκτελεστική εντολή του για τον περιορισμό της επιστολικής ψήφου. Ωστόσο, η προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο επί της εκλογικής διαδικασίας κάθε άλλο παρά έχει ολοκληρωθεί.
Η αποτυχημένη απόπειρα να αναλάβει η Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ τον έλεγχο των επιστολικών ψηφοδελτίων αποτελούσε μόνο ένα σκέλος μιας ευρύτερης προσπάθειας αξιοποίησης του συνόλου των μηχανισμών της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, προκειμένου να ενισχυθεί ο έλεγχος επί των εκλογών που διοργανώνονται από τις πολιτείες.
Οι πολιτείες των ΗΠΑ στο «μικροσκόπιο» του Τραμπ
Λίγες μόλις ημέρες προτού το Ανώτατο Δικαστήριο αναστείλει την εντολή Τραμπ για την επιστολική ψήφο, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απέστειλε επιστολές με απειλητικό περιεχόμενο σε τουλάχιστον 30 κορυφαίους εκλογικούς αξιωματούχους σε όλη τη χώρα. Με τον τρόπο αυτό κλιμάκωσε τη διαμάχη για την πρόσβαση σε μη δημόσια δεδομένα ψηφοφόρων και σε εκλογικά αρχεία.
Ομοσπονδιακοί πράκτορες εξετάζουν τους εκλογικούς καταλόγους που διαχειρίζονται οι πολιτείες, αναζητώντας μη πολίτες, παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία για εκτεταμένη εκλογική απάτη. Παράλληλα, ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ πίεσε πρόσφατα για έρευνα σχετικά με την αξιοπιστία μιας ευρέως χρησιμοποιούμενης μηχανής ψηφοφορίας, καλλιεργώντας αμφιβολίες για τα ψηφιακά εκλογικά συστήματα.
«Αυτό απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει», δήλωσε ο Μπέντζαμιν Χόβλαντ, ο οποίος απομακρύνθηκε φέτος από την κυβέρνηση Τραμπ από την ανεξάρτητη, διακομματική Επιτροπή Εκλογικής Βοήθειας.
Ο Χόβλαντ αναγνώρισε ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου περιόρισε τον «πραγματικό αντίκτυπο» στους ψηφοφόρους και στους εργαζόμενους που συμμετέχουν στη διεξαγωγή των εκλογών, ιδιαίτερα καθώς σε ορισμένες πολιτείες οι ψηφοφόροι έχουν ήδη αρχίσει να ταχυδρομούν τα ψηφοδέλτιά τους. Επισήμανε, ωστόσο, ότι οι ενέργειες του κ. Τραμπ προκαλούν ανησυχία.
«Αυτό που βλέπουμε είναι η αξιοποίηση του κρατικού μηχανισμού, των ομοσπονδιακών υπηρεσιών και των χρημάτων των φορολογουμένων για την προώθηση ενός αφηγήματος που υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία μας και, τελικά, πλήττει τους ψηφοφόρους και τους εκλογικούς αξιωματούχους», δήλωσε ο Χόβλαντ.
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι επιχειρεί να διασφαλίσει την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του περί εκτεταμένης νοθείας στο εκλογικό σύστημα έχουν διερευνηθεί και καταρριφθεί επανειλημμένα. Οι επικριτές του εκτιμούν ότι οι ενέργειές του καλλιεργούν αδικαιολόγητα αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Ο Λευκός Οίκος, για την ώρα, δεν έχει προβεί σε κάποιο σχόλιο.
Η δεύτερη θητεία Τραμπ και οι πιστοί συνεργάτες
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όταν οι προσπάθειές του να υπονομεύσει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020 συνάντησαν σθεναρή αντίδραση όχι μόνο από τα δικαστήρια, αλλά και από αξιωματούχους της ίδιας του της κυβέρνησης.
Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ έχει στελεχώσει την κυβέρνησή του με πιστούς συνεργάτες, πρόθυμους να μετατρέψουν την εμμονή του με τα εκλογικά συστήματα της χώρας σε καταιγισμό ομοσπονδιακών παρεμβάσεων. Έχει επίσης τοποθετήσει σε καίριες θέσεις πρόσωπα που αμφισβητούν τη νομιμότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Δικαστικές ήττες και ανοιχτά μέτωπα για τον Τραμπ
Η χθεσινή απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ προστέθηκε σε μια σειρά δικαστικών ηττών για τον Τραμπ, ο οποίος είχε δηλώσει φέτος ότι θέλει να «αναλάβει» τον έλεγχο των εκλογών και να τις μετατρέψει σε ομοσπονδιακή αρμοδιότητα. Ακόμη και πριν από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, δύο δικαστές κατώτερων δικαστηρίων είχαν κρίνει ότι οι αλλαγές που προωθούσε ο Τραμπ στην επιστολική ψηφοφορία ήταν κατά πάσα πιθανότητα παράνομες και δεν έπρεπε να εφαρμοστούν τόσο κοντά στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι δικηγόροι της κυβέρνησης Τραμπ είχαν ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο να παρέμβει και να ανοίξει τον δρόμο για το σχέδιο χρήσης της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας στον έλεγχο των φακέλων των ψηφοδελτίων, αφού αυτοί παραδίδονται από τις πολιτειακές εκλογικές αρχές. Οι νέοι κανόνες θα υποχρέωναν τις πολιτείες να υποβάλλουν καταλόγους των ψηφοφόρων που έχουν εγκριθεί να λάβουν επιστολικό ψηφοδέλτιο. Η Ταχυδρομική Υπηρεσία θα παρέδιδε στη συνέχεια τα ψηφοδέλτια μόνο στους ψηφοφόρους που περιλαμβάνονται στους καταλόγους αυτούς.
Πέρα από την ήττα της Δευτέρας, και άλλες προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να πιέσει τις πολιτείες ως προς τη διεξαγωγή των εκλογών έχουν συναντήσει δικαστικά εμπόδια.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει ασκήσει αγωγές κατά 30 πολιτειών, διεκδικώντας εκλογικούς καταλόγους χωρίς απόκρυψη στοιχείων. Οι κατάλογοι αυτοί περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα, όπως αριθμούς αδειών οδήγησης και τμήματα αριθμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Το υπουργείο έχει ηττηθεί στις 23 από αυτές τις υποθέσεις. Στις υπόλοιπες εκκρεμούν αποφάσεις.
Οι ομοσπονδιακές αυτές παρεμβάσεις, όπως και οι αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις, έχουν προκαλέσει ανησυχία στους τοπικούς εκλογικούς αξιωματούχους και στους ψηφοφόρους, σύμφωνα με ειδικούς σε εκλογικά ζητήματα.
Αυτόν τον μήνα, οι επικεφαλής εκλογικοί αξιωματούχοι επτά πολιτειών που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς κατέθεσαν υπόμνημα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υποστήριξαν ότι, με λιγότερους από δύο μήνες να απομένουν, βρισκόμαστε πλέον πολύ κοντά στις ενδιάμεσες εκλογές για να γίνουν σημαντικές αλλαγές στην εκλογική διαδικασία.
Ορισμένες πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Βόρεια Καρολίνα, το Ντέλαγουερ και η Αλαμπάμα, είχαν ήδη αποστείλει τα ψηφοδέλτια στους ψηφοφόρους, ακόμη και πριν από την έκδοση της οριστικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου.
«Η προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα σε αυτό το στάδιο θα οδηγήσει σχεδόν βέβαια σε λάθη, καθυστερήσεις και σύγχυση, τόσο για τους ψηφοφόρους όσο και για τους εκλογικούς αξιωματούχους», αναφερόταν στο υπόμνημα.
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο ο εκκρεμής κανόνας για την Ταχυδρομική Υπηρεσία που δημιούργησε σύγχυση και ανέτρεψε τον συντονισμό μεταξύ των τοπικών εκλογικών αρχών και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση έχει επίσης ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο να παρέμβει, ώστε να της επιτραπεί να προχωρήσει στην κατάρτιση καταλόγων ιθαγένειας μέσω της διασύνδεσης δεδομένων από διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και η Υπηρεσία Κοινωνικής Ασφάλισης. Κατώτερο δικαστήριο έχει μέχρι στιγμής μπλοκάρει τη χρήση αυτού του εργαλείου, το οποίο, σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους, είναι αναγκαίο -μεταξύ άλλων- για την επαλήθευση της ιθαγένειας των ψηφοφόρων.
Τον Ιούλιο, ο Μαρκγουέιν Μάλιν, υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, απείλησε σε ομιλία του εκλογικούς αξιωματούχους, δηλώνοντας ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ποινές φυλάκισης εάν δεν συμμορφωθούν με τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να αλλάξει τις εκλογικές πολιτικές. Αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης διερεύνησαν επίσης το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων κατά πολιτειακών ή τοπικών εκλογικών αξιωματούχων, εφόσον η κυβέρνηση έκρινε ότι δεν είχαν προστατεύσει επαρκώς τα ηλεκτρονικά συστήματά τους.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών, η οποία υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, απαιτεί από τις πολιτείες να αλλάξουν τον τρόπο διεξαγωγής των εκλογών, διαφορετικά κινδυνεύουν να χάσουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων για την πρόληψη της τρομοκρατίας.
Ο Κίμπαλ Γ. Μπρέις, πρόεδρος της Election Data Services, οργανισμού που συνεργάζεται με τοπικές αρχές για την εκλογική ετοιμότητα, δήλωσε ότι δεν αναμένει πως η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θα ανακόψει την ευρύτερη προσπάθεια του κ. Τραμπ να συνεχίσει τις παρεμβάσεις που απορρέουν από τις αιτιάσεις του για τις εκλογές.
«Δεν αναμένω ότι η ρεπουμπλικανική πλευρά θα πάψει να επιδιώκει τη συνέχιση αυτής της προσπάθειας και την όσο το δυνατόν εντονότερη προβολή της δικής της εκδοχής», δήλωσε ο Μπρέις.
Η δυσπιστία ως πολιτικό αποτέλεσμα
Η δυσπιστία των ψηφοφόρων απέναντι στην εκλογική διαδικασία εντείνεται ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Δημοσκόπηση του Associated Press, του NORC Center for Public Affairs Research και του USAFacts έδειξε ότι μόλις το 34% των ενηλίκων στις ΗΠΑ δηλώνει ότι εμπιστεύεται «σε μεγάλο βαθμό» ή «αρκετά» τις επίσημες κυβερνητικές πιστοποιήσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων, ποσοστό μειωμένο από το 40% το 2024.
Ο Τραμπ έχει επίσης αποδυναμώσει δραστικά την κρατική υποδομή για την ασφάλεια των εκλογών. Ειδικοί προειδοποιούν ότι οι περικοπές σε υπηρεσίες επιφορτισμένες με τον συντονισμό της εκλογικής ασφάλειας με τις πολιτειακές κυβερνήσεις ενδέχεται να μειώσουν τη δυνατότητα εντοπισμού εκστρατειών ξένης επιρροής και κυβερεπιθέσεων.
Ο Μπρέις σημείωσε ότι το σύνολο των εκτελεστικών ενεργειών έχει εντείνει την πίεση στους τοπικούς εκλογικούς αξιωματούχους.
«Δεν θέλουν να διαχειρίζονται αυτή την παράλογη πίεση που διαφορετικά συμφέροντα και πρόσωπα ασκούν στη διοίκηση των εκλογών», είπε.
Με πληροφορίες από New York Times















