Στο Λονδίνο, επτά ουκρανικά ιερά έργα του 18ου αιώνα παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο βρετανικό κοινό. Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια έκθεση σπάνιων εκκλησιαστικών αντικειμένων. Στο Victoria and Albert Museum, η νέα παρουσίαση «Sacred Treasures from Kyiv» διορθώνει μια παλιά ιστορία απόδοσης, μετακίνησης και σιωπηλής οικειοποίησης.
Η δωρεάν έκθεση στο V&A South Kensington παρουσιάζει επτά έργα από το National Preserve Kyiv-Pechersk Lavra, τον ουκρανικό φορέα που διαχειρίζεται τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Θα διαρκέσει έως τις 17 Σεπτεμβρίου 2027 και περιλαμβάνει αντικείμενα της ουκρανικής ορθόδοξης παράδοσης, ανάμεσά τους εικόνα του 1700 από ένα φύλλο επιχρυσωμένου χαλκού, Ευαγγέλιο του 1707 με πλούσια διακοσμημένο κάλυμμα, σταυρό του 1718, δισκοπότηρο, αρτοφόριο, δισκάριο και αστερίσκο.
Τα αντικείμενα παρουσιάζονται στις αίθουσες Sacred Silver and Stained Glass και Silver Galleries, δίπλα σε έργα της συλλογής του V&A. Η τοποθέτησή τους δεν είναι τυχαία: τα δάνεια από το Κίεβο συνομιλούν με τις ασημένιες Πύλες της συλλογής Gilbert, ώστε να φανεί καθαρότερα το κοινό εργαστήριο, η τεχνική δεξιοτεχνία και η ουκρανική καλλιτεχνική παράδοση από την οποία προέρχονται.
Το πιο φορτισμένο αντικείμενο της παρουσίασης δεν ανήκει στα επτά δάνεια από το Κίεβο. Είναι δύο ζεύγη ασημένιων επιχρυσωμένων Πυλών από τη Λαύρα των Σπηλαίων, που βρίσκονται ήδη στο V&A ως μέρος της συλλογής Gilbert. Οι Πύλες κατασκευάστηκαν το 1784, όταν η περιοχή βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Αικατερίνης Β΄, απομακρύνθηκαν από τη Λαύρα από τους Σοβιετικούς τη δεκαετία του 1930 για να πουληθούν στο εξωτερικό, πέρασαν το 1935 στον Αμερικανό μεγιστάνα των μέσων Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ και αργότερα, τη δεκαετία του 1970, αποκτήθηκαν από τους Rosalinde και Arthur Gilbert.
Οι Πύλες ανήκουν σε ένα είδος ιερής μεταλλοτεχνίας που συνδέεται με το εσωτερικό της ορθόδοξης εκκλησίας και με την τελετουργική οργάνωση του χώρου. Δεν ήταν απλώς διακοσμητικά αντικείμενα. Σηματοδοτούσαν το πέρασμα προς το ιερότερο σημείο του ναού και έφεραν πάνω τους μια συμπύκνωση τέχνης, πίστης, εξουσίας και τοπικής δεξιοτεχνίας. Γι’ αυτό η αλλαγή της απόδοσής τους δεν αφορά μόνο την εθνική ετικέτα ενός μουσειακού έργου, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο το έργο αποκτά νόημα.
Για χρόνια, οι Πύλες είχαν καταλογογραφηθεί και παρουσιαστεί ως ρωσικές, αντί να αναγνωριστούν καθαρά ως έργα ουκρανικής προέλευσης και σημασίας. Η νέα παρουσίαση επιχειρεί να τις επανασυνδέσει με το περιβάλλον από το οποίο προέρχονται: τη σχολή ιερής αργυροχρυσοχοΐας του Κιέβου, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ουκρανικού μπαρόκ.
Στην ίδια παράδοση ανήκουν και άλλα έργα της έκθεσης: το Ευαγγέλιο με ασημένιο κάλυμμα, το δισκάριο της Θείας Ευχαριστίας, το επιχρυσωμένο δισκοπότηρο με την παράσταση της Σταύρωσης.
Είναι αντικείμενα φτιαγμένα για χρήση, όχι για βιτρίνα· για λειτουργία, αφή, τελετουργία, φθορά. Η μουσειακή παρουσίασή τους στο Λονδίνο τα απομακρύνει από τον αρχικό τους χώρο, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει να φανεί η υλικότητα μιας παράδοσης που συχνά κρύφτηκε κάτω από γενικές κατηγορίες όπως «ρωσικό» ή «ανατολικοευρωπαϊκό».
Το V&A δεν παρουσιάζει απλώς αντικείμενα που σώθηκαν, ταξίδεψαν ή κατέληξαν σε δυτικές συλλογές. Δείχνει πώς η ιστορία ενός έργου μπορεί να χαθεί όχι μόνο όταν καταστρέφεται, αλλά και όταν αλλάζει όνομα.
Μια λανθασμένη απόδοση δεν είναι λεπτομέρεια καταλόγου. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο ένας πολιτισμός μπορεί να εμφανιστεί μέσα από τη γλώσσα μιας άλλης αυτοκρατορικής αφήγησης.
Η έκθεση συνδέεται με μια ευρύτερη συνεργασία ανάμεσα σε βρετανικούς και ουκρανικούς φορείς για την έρευνα, την καταλογογράφηση και την παρουσίαση ουκρανικής πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκεται εκτός Ουκρανίας. Το άνοιγμά της συνοδεύτηκε από συμπόσιο για την ουκρανική πολιτιστική κληρονομιά και τους βρετανικούς θεσμούς, με θέμα τον πόλεμο, την εκτόπιση αντικειμένων, την επανεξέταση παλαιών αποδόσεων και τον τρόπο με τον οποίο τα μουσεία μπορούν να συνεργαστούν με ουκρανικούς φορείς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δουλειά που γίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από την αποαποικιοποίηση των βρετανικών συλλογών σε σχέση με την Ουκρανία. Βρετανικοί και ουκρανικοί φορείς ξανακοιτούν αντικείμενα που βρίσκονται σε μουσεία, πανεπιστήμια και ιδιωτικές συλλογές, αναζητώντας όχι μόνο από πού αποκτήθηκαν, αλλά και με ποια γλώσσα περιγράφηκαν. Για Ουκρανούς ερευνητές, οι βρετανικές συλλογές μπορούν να γίνουν πολύτιμο αρχείο, ακριβώς επειδή περιέχουν υλικό που μετακινήθηκε έξω από την Ουκρανία σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους.
Η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος μετά τη ρωσική εισβολή του 2022, όμως η ιστορία των ίδιων των αντικειμένων δείχνει ότι η εκτόπιση δεν άρχισε τότε. Για πολλές ουκρανικές συλλογές, οι ρίζες βρίσκονται στη σοβιετική περίοδο, όταν ιερά και μουσειακά αντικείμενα απομακρύνθηκαν, πουλήθηκαν ή μετακινήθηκαν σε διεθνείς συλλογές. Η σημερινή έκθεση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την προστασία της κληρονομιάς σε καιρό πολέμου. Αφορά και την επιστροφή της ιστορικής ακρίβειας σε αντικείμενα που είχαν επιβιώσει, αλλά όχι πάντα με το σωστό τους όνομα.
Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς και πολιτιστικούς χώρους της Ουκρανίας. Το National Preserve που τη διαχειρίζεται φυλάσσει περίπου 73.000 μουσειακά αντικείμενα και 140 μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, από τον 11ο έως τον 20ό αιώνα. Η παρουσίαση επτά έργων της στο V&A δεν είναι, επομένως, μια απλή έκθεση στο εξωτερικό. Είναι μια πράξη διεθνούς αναγνώρισης μιας παράδοσης που συχνά διαβάστηκε μέσα από ρωσικά φίλτρα.
Η στιγμή είναι πολιτικά ευαίσθητη, χωρίς να χρειάζεται να γίνει συνθηματολογική. Από την έναρξη του πολέμου, μουσεία, εκκλησίες, βιβλιοθήκες και ιστορικά κτίρια της Ουκρανίας έχουν βρεθεί σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Την ίδια ώρα, ένα δεύτερο πεδίο μάχης ανοίγει μέσα στα μουσεία, στα αρχεία και στους καταλόγους: ποιος ονομάζει ένα αντικείμενο, ποιος γράφει την προέλευσή του, ποιος αποφασίζει αν ένα έργο θα παρουσιαστεί ως ρωσικό, ουκρανικό, σοβιετικό ή απλώς «ανατολικοευρωπαϊκό».
Η διαδρομή των Πυλών συμπυκνώνει αυτή τη δυσκολία. Ένα έργο μπορεί να σωθεί, να περάσει σε μεγάλες συλλογές, να εκτεθεί σε ένα από τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου και παρ’ όλα αυτά να κουβαλά για δεκαετίες μια λανθασμένη ιστορία. Η σημερινή επανατοποθέτηση δεν σβήνει τη μετακίνησή του ούτε λύνει όλα τα ερωτήματα γύρω από την κυκλοφορία τέτοιων αντικειμένων. Αλλά αλλάζει το σημείο εκκίνησης: πριν από κάθε συζήτηση για κατοχή, δανεισμό, επιστροφή ή επανερμηνεία, πρέπει να είναι καθαρό ποιανού πολιτισμού την ιστορία αφηγείται το αντικείμενο.
Τα επτά έργα από το Κίεβο και οι ασημένιες Πύλες της συλλογής Gilbert ανοίγουν την ίδια ερώτηση από διαφορετικές πλευρές: τι συμβαίνει όταν ένα αντικείμενο έχει σωθεί υλικά, αλλά η ιστορία του έχει ειπωθεί λάθος;
Η αποκατάσταση δεν αφορά μόνο το μέταλλο, το σμάλτο, την επιχρύσωση ή τη συντήρηση. Αφορά και την καταγωγή, τη γλώσσα, το πολιτισμικό πλαίσιο. Μερικές φορές, ένα μουσείο δεν χρειάζεται να επιστρέψει αμέσως ένα αντικείμενο για να διορθώσει κάτι ουσιώδες. Πρέπει πρώτα να πάψει να το ονομάζει λάθος.
Με στοιχεία από The Art Newspaper, Victoria and Albert Museum















