Η Έμμα Ντάντε λέει ότι στις πρόβες της δεν υπάρχουν καρέκλες. Κανείς δεν κάθεται. Οι χαρακτήρες, για εκείνη, δεν γεννιούνται γύρω από ένα τραπέζι, αλλά μέσα στην κίνηση. Το θέατρό της αρχίζει από το σώμα πριν γίνει λόγος, από τον ρυθμό πριν γίνει φράση, από μια χειρονομία που μπορεί να κουβαλά μέσα της μια ολόκληρη οικογένεια.
Η Ιταλίδα σκηνοθέτιδα, μία από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου, τιμάται φέτος με τον Χρυσό Λέοντα για το σύνολο της καριέρας της στη Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας. Την ίδια στιγμή, παρουσιάζει εκεί και νέα δουλειά, το Basile’s Ghosts, εμπνευσμένο από τον Ναπολιτάνο συγγραφέα του 17ου αιώνα Τζαμπατίστα Μπαζίλε.
Η βράβευση βρίσκει τη Ντάντε σε περίοδο διεθνούς αναγνώρισης. Φέτος έκανε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο στην Comédie-Française, ενώ ο Γουίλεμ Νταφό, καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε Θεάτρου, τη χαρακτήρισε σημαντική δύναμη στο ιταλικό και διεθνές θέατρο. Αυτό που θυμάται έντονα από τις πρώτες δουλειές της είναι η ακραία σωματικότητα των ηθοποιών της.
Φωτ.: Clara Vannucci
Κι όμως, η ίδια η Ντάντε βρίσκεται σε μια στιγμή αποχωρισμού. Πέρσι έκλεισε τη La Vicaria, τον χώρο εργασίας της ομάδας της στο Παλέρμο, και μετακόμισε στη Ρώμη. Η απόφαση ήρθε ύστερα από χρόνια έλλειψης δημόσιας στήριξης στη Σικελία, παρότι η ίδια είχε δώσει στη γλώσσα, στη σκηνή και στην πολιτιστική εικόνα του Παλέρμο μια διεθνή βαρύτητα.
Δεν είναι μικρή ειρωνεία. Η Ντάντε είναι από τους καλλιτέχνες που ταυτίστηκαν όσο λίγοι με τη Σικελία. Η πρώτη μεγάλη της επιτυχία, το In Palermo, το 2001, είχε ήδη στον τίτλο της την πόλη της. Από το 2008, η La Vicaria έγινε το εργαστήριο από όπου ξεκίνησε η διεθνής της πορεία. Και κυρίως, η Ντάντε έφερε στη σκηνή τη διάλεκτο του Παλέρμο, μια γλώσσα που σπάνια ακουγόταν στο θέατρο με αυτόν τον τρόπο.
Για εκείνη, η διάλεκτος δεν είναι φολκλόρ. Είναι η γλώσσα του λαού. Οι πρώτες λέξεις που άκουσε γύρω της στο Παλέρμο ήταν διάλεκτος, παρότι οι γονείς της δεν θεωρούσαν σωστό να τη μιλά κανείς δημόσια. Δεν ήταν «καλοί τρόποι». Εκείνη, όμως, άκουγε μέσα της τη μουσικότητα και τον ισχυρό χαρακτήρα της πόλης. Μια γλώσσα σωματική, αιχμηρή, καθημερινή, λαϊκή χωρίς να είναι απλή.
Η στροφή προς αυτή τη γλώσσα ήρθε μέσα από πένθος. Η Ντάντε έφυγε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 για τη Ρώμη, για να σπουδάσει υποκριτική στην εθνική ακαδημία δραματικής τέχνης της Ιταλίας. Για χρόνια εργάστηκε ως ηθοποιός, χωρίς να νιώθει, όπως λέει, ότι ήταν ιδιαίτερα καλή σε αυτό. Ύστερα ήρθε η οικογενειακή τραγωδία. Ο 24χρονος αδελφός της πέθανε σε δυστύχημα και η ίδια επέστρεψε στο Παλέρμο για να σταθεί δίπλα στη μητέρα της, που είχε αρρωστήσει.
Φωτ.: Clara Vannucci
Όταν πέθανε και η μητέρα της, η σχέση της με τη ζωή άλλαξε. Το θέατρο έγινε ένας τρόπος να μιλήσει με τους νεκρούς της. «Κατά κάποιον τρόπο, χρησιμοποίησα το θέατρο για να ψάξω τους αγαπημένους μου», λέει. Αυτή η φράση εξηγεί πολλά από τον κόσμο της: το θέατρο ως χώρος επιστροφής, ως τελετουργία πένθους, ως τόπος όπου οι χαμένοι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται, αλλά αλλάζουν μορφή.
Γι’ αυτό και η οικογένεια βρίσκεται τόσο συχνά στο κέντρο του έργου της. Όχι όμως ως ασφαλές καταφύγιο. Η Ντάντε δεν πιστεύει στην «παραδοσιακή» οικογένεια, παρότι αναγνωρίζει πόσο κεντρική είναι για τους Ιταλούς. Την ενδιαφέρει ο κίνδυνος που υπάρχει μέσα της, η ανισορροπία ανάμεσα στους δυνατούς και τους αδύναμους, οι δεσμοί που άλλοτε προστατεύουν και άλλοτε πνίγουν.
Στις Αδελφές Μακαλούζο, το σκοτεινά κωμικό έργο της του 2014, επτά αδελφές από τη Σικελία παλεύουν με τις σχέσεις, τις μνήμες και τα φαντάσματά τους. Αργότερα, η ίδια μετέφερε το έργο στον κινηματογράφο, ενώ διασκεύασε και τη Misericordia, την ιστορία ενός ανάπηρου αγοριού που μεγαλώνει με τρεις πόρνες. Στον κόσμο της Ντάντε, οι οικογένειες σπάνια είναι κανονικές. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό μοιάζουν αληθινές.
Η μητρότητα είναι επίσης ένα από τα μεγάλα της θέματα. Το 2017, η Ντάντε και ο σύντροφός της, ο ερμηνευτής και σκηνογράφος Καρμίνε Μαρίνγκολα, υιοθέτησαν τον γιο τους, Ντιμίτρι. Η εμπειρία, λέει, την έκανε να καταλάβει ότι μητέρα δεν γίνεσαι μόνο γεννώντας ένα παιδί. Σε μια ζωή όπου η δημιουργία και η καθημερινότητα μπλέκονται διαρκώς, ο Μαρίνγκολα είναι, όπως λέει η ίδια, ένας μεγάλος πατέρας και, με έναν τρόπο, και μητέρα.
Το θέατρό της απαιτεί ακριβώς αυτή την ένταση ανάμεσα στη φροντίδα και τη σκληρότητα. Οι πρόβες της είναι μακρές, απαιτητικές, σωματικά εξαντλητικές. Οι ηθοποιοί είναι η καρδιά της δουλειάς της, αλλά η ίδια δουλεύει μαζί τους με εμμονική ακρίβεια. Ο Μαρίνγκολα λέει ότι μετά όλοι νομίζουν πως είσαι σπουδαίος ηθοποιός, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάνεις έχει τελειοποιηθεί από την Έμμα.
Η ίδια αποκαλεί την προπόνησή της «γυμναστήριο συναισθημάτων». Είναι μια ωραία φράση, γιατί στο θέατρό της το συναίσθημα δεν αιωρείται αφηρημένα. Ιδρώνει, τρέχει, σκοντάφτει, φωνάζει, γίνεται κίνηση. Οι χαρακτήρες δεν εξηγούνται. Εμφανίζονται μέσα από την ενέργεια των σωμάτων τους.
Παρότι έχει πετύχει και στην όπερα και στον κινηματογράφο, η Ντάντε δηλώνει ότι προς το παρόν δεν σχεδιάζει νέες ταινίες. Το δίκτυο των κινηματογραφικών αιθουσών στην Ιταλία έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ, λέει, ώστε η διανομή ανεξάρτητων ταινιών γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αντί γι’ αυτό, ετοιμάζει έναν νέο θεατρικό χώρο στη Ρώμη, σε μια παλιά αποθήκη στη γειτονιά Πινιέτο. Θα λέγεται La Carnezzeria, δηλαδή «κρεοπωλείο» στη διάλεκτο του Παλέρμο.
Φωτ.: Clara Vannucc
Ακόμη κι όταν φεύγει από τη Σικελία, λοιπόν, η Ντάντε την παίρνει μαζί της. Όχι σαν νοσταλγική εικόνα. Σαν γλώσσα, σαν πληγή, σαν σώμα, σαν μυρωδιά, σαν οικογενειακό τραύμα, σαν σκηνική μνήμη. «Είναι κομμάτι αυτού που είμαι», λέει για το Παλέρμο. «Με έναν τρόπο, έχω φάει το Παλέρμο και το έχω πάρει μαζί μου».
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ακριβής περιγραφή του θεάτρου της. Ένα θέατρο που καταπίνει τον τόπο του, τους νεκρούς του, τις μητέρες του, τις διαλέκτους του, τις άγριες οικογένειές του και τα επιστρέφει όλα στη σκηνή ως ζωντανά σώματα.
Με στοιχεία από New York Times















