Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να μειώσει την απόσταση που τη χωρίζει από τις ΗΠΑ στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, σχεδιάζοντας επτά μεγάλα κέντρα υπολογιστικής ισχύος (data centers) για την εκπαίδευση προηγμένων μοντέλων ΑΙ. Ωστόσο, δεν είναι όλα τα κράτη-μέλη πρόθυμα να χρηματοδοτήσουν το σχέδιο.
Συνολικά 18 από τις 27 κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν δεσμευτεί να στηρίξουν οικονομικά υποψηφιότητες για τα λεγόμενα AI gigafactories, με τις εθνικές συνεισφορές να φτάνουν περίπου τα 3 δισ. ευρώ. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η Ελλάδα, η οποία σχεδιάζει να διαθέσει 200 εκατ. ευρώ για ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα.
Εννέα χώρες δεν έχουν αναλάβει αντίστοιχη οικονομική δέσμευση, καθώς ορισμένες κυβερνήσεις δεν θέλουν να επιβαρύνουν περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους προϋπολογισμούς τους.
Τι είναι τα AI gigafactories
Τα gigafactories δεν είναι εργοστάσια με τη συμβατική έννοια. Πρόκειται για τεράστια κέντρα υπολογιστικής ισχύος, εξοπλισμένα με εξειδικευμένα τσιπ και άλλες υποδομές, στα οποία ερευνητές και νεοφυείς επιχειρήσεις θα μπορούν να εκπαιδεύουν πολύ μεγάλα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.
Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε το σχέδιο πέρυσι, προβλέποντας τη δημιουργία τριών μεγαλύτερων και τεσσάρων μικρότερων gigafactories σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ.
Το σχέδιο έρχεται την ώρα που οι ΗΠΑ διατηρούν σημαντικό προβάδισμα στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Εταιρείες όπως η OpenAI, η Anthropic και η xAI του Έλον Μασκ έχουν ήδη επενδύσει τεράστια ποσά σε κέντρα δεδομένων και συστήματα υψηλής υπολογιστικής ισχύος, μέσω έργων όπως τα Stargate και Colossus.
Για να προχωρήσει ένα ευρωπαϊκό gigafactory, οι κυβερνήσεις που στηρίζουν την υποψηφιότητά του πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αγοράζουν υπολογιστική ισχύ από αυτό. Η αξία αυτής της δέσμευσης πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που θα λάβει το έργο.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να δώσουν μεγαλύτερη ασφάλεια και στους ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί στην Ευρώπη λόγω του υψηλότερου ενεργειακού κόστους και των πιο αργών διαδικασιών αδειοδότησης.
Το σχέδιο βασίζεται σε σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η χρηματοδότηση από την ΕΕ και τα κράτη-μέλη δεν θα ξεπερνά το 35% του συνολικού κόστους κάθε gigafactory, επομένως το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης θα πρέπει να προέλθει από επιχειρήσεις.
Ήδη έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η Telefónica και η Banco Santander έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους για να διεκδικήσουν ένα από τα επτά έργα.
Το σχέδιο, πάντως, δεν έχει πείσει τους πάντες. Πολιτικοί και ειδικοί έχουν αμφισβητήσει αν υπάρχει επαρκής επιχειρηματική βάση για τόσο μεγάλες δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Η Ελλάδα βάζει 200 εκατ. ευρώ, η Γερμανία φτάνει το 1 δισ.
Η Γαλλία, η Δανία, η Πολωνία και η Τσεχία έχουν δεσμεύσει από 100 εκατ. ευρώ για μικρότερα gigafactories, ενώ η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ελλάδα σχεδιάζουν να διαθέσουν από 200 εκατ. ευρώ για μεγαλύτερα έργα.
Η Γερμανία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο, προσθέτοντας άλλα 800 εκατ. ευρώ στη δική της πρόταση. Έτσι, η συνολική εθνική συνεισφορά της φτάνει το 1 δισ. ευρώ, τη μεγαλύτερη μεταξύ των υποψηφιοτήτων μέχρι στιγμής.
Άλλα κράτη έχουν επιλέξει πολύ μικρότερη συμμετοχή. Η Σουηδία έχει δεσμεύσει 50 εκατ. ευρώ, ενώ η Λιθουανία μόλις 1 εκατ. ευρώ, επιδιώκοντας να συνδεθεί με μεγαλύτερο κέντρο σε άλλη χώρα.
Η Κροατία, η Ουγγαρία και η Λιθουανία στηρίζουν, για παράδειγμα, την υποψηφιότητα της Πολωνίας, με συνολική συνεισφορά 36 εκατ. ευρώ.
Στον αντίποδα, η Ολλανδία έχει επιλέξει να μη δεσμεύσει χρήματα. Η κυβέρνησή της είχε αναφέρει ήδη από τον Μάρτιο ότι δεν υπάρχει περιθώριο στον προϋπολογισμό για τις απαιτούμενες οικονομικές υποχρεώσεις και ότι προτιμά μια πιο ευέλικτη ανάπτυξη των υποδομών ΑΙ, χωρίς πολυετείς δεσμεύσεις για μελλοντικά gigafactories.
Άλλες κυβερνήσεις έχουν ήδη επενδύσει σε μικρότερα ευρωπαϊκά προγράμματα υπολογιστικής ισχύος, όπως τα AI Factories, και προτιμούν να επικεντρωθούν σε αυτά.
Η επιλογή των επτά έργων
Η Κομισιόν αναμένεται να επιλέξει τα επτά gigafactories στις αρχές του επόμενου έτους. Κάθε έργο θα λάβει αρχικά ευρωπαϊκή στήριξη ύψους 100 έως 200 εκατ. ευρώ, ανάλογα με το μέγεθός του, ενώ αργότερα προβλέπεται πρόσθετη χρηματοδότηση 400 έως 800 εκατ. ευρώ.
Παρότι αρκετές κυβερνήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει τις δημοσιονομικές διαδικασίες, δεν γνωρίζουν ακόμη αν η υποψηφιότητα που στηρίζουν θα επιλεγεί. Η Πολωνία ενέκρινε στα μέσα Ιουλίου τη δέσμευση 100 εκατ. ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο εγκρίθηκε και η συμμετοχή της Λιθουανίας.
Οι πραγματικές πληρωμές, πάντως, θα αρχίσουν μόνο όταν τα gigafactories τεθούν σε λειτουργία. Τότε τα κράτη θα λειτουργούν ως εγγυημένοι πελάτες, αγοράζοντας μέρος της υπολογιστικής ισχύος που θα προσφέρουν.
Μετά την επιλογή των έργων θα ακολουθήσει περίοδος έως 18 μηνών για την εγκατάσταση, τη διαμόρφωση και την προετοιμασία των υποδομών. Αυτό σημαίνει ότι για πολλές χώρες οι πρώτες πληρωμές δεν αναμένονται πριν από το 2028 και στη συνέχεια θα κατανεμηθούν σε βάθος πενταετίας.
Η Ιρλανδία, η οποία έχει δεσμεύσει 10 εκατ. ευρώ για gigafactory που θα φιλοξενηθεί στη Γαλλία, έχει διευκρινίσει ότι οι δημόσιες πληρωμές θα αρχίσουν μόνο όταν το έργο είναι έτοιμο να λειτουργήσει.
Με πληροφορίες από Politico















