Καθώς ενισχύεται το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης, η Κίνα επιταχύνει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της στη Μέση Ανατολή, επιδιώκοντας να αποτρέψει νέα κλιμάκωση και να εξασφαλίσει ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της περιοχής.
Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι πραγματοποίησαν χθες, Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, χωριστές συναντήσεις υψηλού επιπέδου με την ηγεσία του Ομάν και ανώτερους αξιωματούχους του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας. Η επίσκεψη του σουλτάνου του Ομάν, Χάιθαμ μπιν Τάρεκ, ήταν η πρώτη αρχηγού του συγκεκριμένου κράτους στο Πεκίνο από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, πριν από 48 χρόνια.
Την ίδια ημέρα, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ένα πυκνό πρόγραμμα διπλωματικών αποστολών για τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες, καθώς τρεις ανώτεροι απεσταλμένοι θα επισκεφθούν συνολικά επτά χώρες στον Περσικό Κόλπο και στην ευρύτερη περιοχή του Κέρατος της Αφρικής.
Νέες αμερικανικές επιθέσεις παρά τη δέσμευση Τραμπ
Οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν με διαφορά λίγων ωρών από νέο γύρο αμερικανικών αεροπορικών επιθέσεων χθες, Δευτέρα 2 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με αξιωματούχους που μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας για τις επιχειρήσεις, στόχος ήταν το ιρανικό νησί Κεσμ.
Οι ίδιοι ανέφεραν ότι επρόκειτο για τα τελευταία μιας σειράς πληγμάτων που πραγματοποιήθηκαν χωρίς να ανακοινωθούν δημόσια, κατά την περίοδο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Οι επιθέσεις έγιναν παρά την προηγούμενη δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν θα έπληττε το Ιράν πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Σεπτεμβρίου.
«Η Κίνα πιστεύει σταθερά ότι τα στρατιωτικά μέσα δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, αλλά απλώς κλιμακώνουν τις εντάσεις και δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα καμίας πλευράς», δήλωσε την Τρίτη η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, χωρίς να σχολιάσει ευθέως τα πρόσφατα αμερικανικά πλήγματα.
Η κινητοποίηση αποτελεί μία από τις εντατικότερες δημόσιες διπλωματικές προσπάθειες του Πεκίνου από την έναρξη των επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο. Οι κινεζικές αρχές επιχειρούν να κατοχυρώσουν ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων, ενώ η περιοχή προετοιμάζεται για μια ενδεχομένως επικίνδυνη νέα φάση του πολέμου.
Στις επίσημες ανακοινώσεις για τις συναντήσεις του Σι και του Ουάνγκ δόθηκε έμφαση στην άμεση αποκλιμάκωση, στις διαπραγματεύσεις και σε έναν μεγαλύτερο κινεζικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιφερειακού πλαισίου ασφάλειας.
Η Μέση Ανατολή «δεν πρέπει να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και γεωπολιτικών συγκρούσεων», δήλωσε ο Σι, σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών.
Οι χώρες του Κόλπου φοβούνται νέο κύκλο αντιποίνων
«Το Πεκίνο έχει σοβαρούς λόγους να εμπλακεί πιο ενεργά τώρα. Ο Τραμπ απειλεί ξανά το Ιράν, οι κυβερνήσεις του Κόλπου ανησυχούν για νέα κλιμάκωση και το Ριάντ έχει ήδη ζητήσει από την Κίνα να αξιοποιήσει τη σχέση της με την Τεχεράνη για να τη συγκρατήσει», δήλωσε ο Κρεγκ Σίνγκλετον, επικεφαλής του προγράμματος για την Κίνα στο Ίδρυμα για την Προάσπιση των Δημοκρατιών, ένα think tank που έχει ταχθεί υπέρ επιθετικής στάσης απέναντι στο Ιράν.
Ο αμερικανικός στρατός προετοιμαζόταν για το ενδεχόμενο πρόσθετων επιθέσεων, παρότι ο Τραμπ είχε αποκλείσει δημόσια την επανάληψη των πληγμάτων πριν από την ψηφοφορία.
Η απειλή νέας σύγκρουσης έχει κινητοποιήσει τις χώρες του Κόλπου, οι οποίες αναζητούν διέξοδο από το αδιέξοδο ΗΠΑ–Ιράν, φοβούμενες ότι ακόμη ένας γύρος πολεμικών επιχειρήσεων θα έφερνε ξανά τα ιρανικά αντίποινα στο έδαφός τους. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τερματισμού του πολέμου, μεσολαβητές από το Κατάρ έφτασαν την Παρασκευή στην Τεχεράνη.
Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα για τις προοπτικές διπλωματικής εξόδου από έναν πόλεμο που, σύμφωνα με εκτιμήσεις Αμερικανών στρατιωτικών αξιωματούχων, έχει ήδη κοστίσει στις ΗΠΑ περισσότερα από 47 δισ. δολάρια, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ζημιές σε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Όπως ανέφερε την περασμένη εβδομάδα η Washington Post, ορισμένα στελέχη της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός και απεσταλμένος του Τραμπ, έχουν πιέσει υπέρ μιας συμφωνίας. Άλλοι, όπως ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, εμφανίζονται να αντιτίθενται σε αυτή την προοπτική.
Η Κίνα διεκδικεί θέση στο τραπέζι
Παρά την εμβάθυνση των σχέσεών της στη Μέση Ανατολή και τις επανειλημμένες προσπάθειές της να προβληθεί ως ειρηνοποιός, η Κίνα δυσκολεύεται μέχρι στιγμής να μετατρέψει τις διπλωματικές φιλοδοξίες της σε απτά αποτελέσματα. Η εντατική κινητοποίηση αναδεικνύει, ωστόσο, την αυξανόμενη δυνατότητά της να φέρνει βασικούς περιφερειακούς παράγοντες σε διάλογο.
«Εάν η περιοχή αρχίσει να κινείται προς κάποια τελική διπλωματική διευθέτηση, το Πεκίνο θα θέλει μια θέση στο τραπέζι ή, τουλάχιστον, να φαίνεται ότι προσπαθεί να συμβάλει στη διαμόρφωσή της», δήλωσε ο Σίνγκλετον.
Ενώ ο Σι υποδεχόταν τον σουλτάνο του Ομάν, χώρας με μακρά παράδοση μεσολάβησης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ο Ουάνγκ Γι συναντήθηκε χωριστά με ανώτερους αξιωματούχους ασφαλείας του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας.
«Ο διάλογος και οι διαπραγματεύσεις είναι η διέξοδος», δήλωσε ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών στη συνάντησή του με τον Αλί Μπαγερί Κανί, αναπληρωτή γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, κάλεσε όλες τις πλευρές να επιδιώξουν πολιτική λύση «αντί να καταφύγουν για ακόμη μία φορά στην ένοπλη σύγκρουση».
Ο ρόλος του Ομάν και οι διπλωματικές αποστολές σε επτά χώρες
Η πρώτη επίσκεψη αρχηγού του Ομάν στο Πεκίνο συμπίπτει με την ενίσχυση του μεσολαβητικού ρόλου της χώρας στη σύγκρουση. Νωρίτερα μέσα στο έτος, η Κίνα είχε αναλάβει αντίστοιχη διπλωματική πρωτοβουλία μαζί με το Πακιστάν, το οποίο θεωρούνταν τότε ο καταλληλότερος ενδιάμεσος μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
«Το Ομάν διαδραματίζει αθόρυβα τον ρόλο του μεσολαβητή. Η Κίνα ταυτίζεται με αυτή την προσέγγιση και το Ομάν έχει περισσότερα να προσφέρει ως προς την αξιοπιστία και τις σχέσεις που απαιτεί η μεσολάβηση», δήλωσε η Γιουν Σουν, διευθύντρια του προγράμματος για την Κίνα στο Κέντρο Stimson, δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, ο απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή, Τζάι Τζουν, θα επισκεφθεί το Ιράν, το Ομάν και τη Σαουδική Αραβία. Ο απεσταλμένος για την Αφρική, Λιου Σιανφά, θα μεταβεί στην Αιθιοπία, στο Τζιμπουτί και στην Αίγυπτο, ενώ ο απεσταλμένος για το Κέρας της Αφρικής, Χου Τσανγκτσούν, θα επισκεφθεί την Ερυθραία.
Οι αποστολές πραγματοποιούνται εν μέσω φόβων ότι ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να επιδεινώσει αλληλοτροφοδοτούμενες συγκρούσεις και εστίες αστάθειας στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή.
Ενέργεια, επενδύσεις και εμπορικές διαδρομές
Για το Πεκίνο, η αποτροπή νέας κλιμάκωσης συνδέεται με άμεσα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Η Κίνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ και έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στην περιοχή. Μια παρατεταμένη σύγκρουση απειλεί τη ναυσιπλοΐα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ μπορεί να περιορίσει και τη ζήτηση για κινεζικές εξαγωγές.
Παράλληλα, το Πεκίνο επιδιώκει να αξιοποιήσει τα διπλωματικά περιθώρια που δημιουργεί η σύγκρουση, προβάλλοντας την Κίνα ως δύναμη σταθερότητας.
«Υπάρχουν εδώ ορισμένα στοιχεία της τακτικής που ακολούθησε στην Ουκρανία: να παραμένει ενεργή, να στέλνει απεσταλμένους και να διασφαλίζει ότι η Κίνα δεν θα μείνει εκτός όσων ακολουθήσουν», ανέφερε ο Σίνγκλετον.
Με πληροφορίες από Washington Post















