Στα 95 της, η Λουίζ Μπουρζουά άρχισε να απαριθμεί το σώμα της. Το τριχωτό της κεφαλής, το μέτωπο, τα αυτιά, τη βάση του κρανίου. Τον αυχένα, την πλάτη ανάμεσα στις ωμοπλάτες, τα πλευρά, το ηλιακό πλέγμα. Ύστερα το στομάχι, τον οισοφάγο, τον λαιμό, τα έντερα. Τα μπράτσα, τους πήχεις, τα χέρια, τα δάχτυλα. Τα πόδια, τους μηρούς, τους αστραγάλους, τα δάχτυλα των ποδιών, τα οστά της λεκάνης, τις αρθρώσεις. Και μετά εκείνα που δεν είναι πια μέρη του σώματος αλλά όσα συμβαίνουν στο σώμα όταν φοβάται: πόνος, κράμπες, αναπνοή, ταχυπαλμία, εξάψεις, ιδρώτας. Στο τελευταίο φύλλο, η λίστα καταλήγει στη «μυρωδιά του κυνηγημένου ζώου».
Το έργο λέγεται «Extreme Tension». Είναι του 2007 και αποτελείται από έντεκα μεγάλες συνθέσεις σε χαρτί, όπου χαρακτική, σχέδιο και χειρόγραφες λέξεις γίνονται ένα. Το κείμενο, όμως, δεν ήταν καινούργιο. Η Μπουρζουά το είχε γράψει περίπου το 1959. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα επιστρέφει σε εκείνη την παλιά καταγραφή, αλλά το σώμα που την ξαναγράφει έχει πια γεράσει. Η μνήμη μένει ίδια· η σάρκα όχι.
Από αυτό το έργο παίρνει τον τίτλο της η έκθεση «Louise Bourgeois. Extrême tension. Dessins et gravures», που ανοίγει στις 20 Οκτωβρίου στο Ρισελιέ, την ιστορική έδρα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας στο Παρίσι, και διαρκεί έως τις 21 Φεβρουαρίου 2027. Είναι η πρώτη έκθεση αφιερωμένη στην Μπουρζουά σε δημόσιο παρισινό θεσμό από το 2008 και η πρώτη φορά που συναντιούνται οι δύο συμπληρωματικές γαλλικές συλλογές του γραφικού έργου της. Η BnF διατηρεί περισσότερα από εκατό χαρακτικά και οκτώ βιβλία καλλιτέχνη, ενώ το Κέντρο Πομπιντού 91 έργα —σχέδια, χαρακτικά, γλυπτά και εγκαταστάσεις.
Δεν είναι μικρή λεπτομέρεια. Η Μπουρζουά έγινε παγκόσμιο εικαστικό σύμβολο μέσα από τα μνημειακά γλυπτά της, τα «Cells» και, βέβαια, τη «Maman», την αράχνη που σήμερα αναγνωρίζεται ακόμη κι από ανθρώπους που δεν ξέρουν ποια την έφτιαξε. Εδώ, όμως, η κλίμακα ξαναμικραίνει. Το έργο επιστρέφει στο χαρτί, εκεί όπου μια γραμμή μπορεί να είναι ταυτόχρονα νεύρο, τρίχα, πληγή, αρχιτεκτονική, μήτρα.
Το σχέδιο για την Μπουρζουά δεν ήταν προσχέδιο για κάτι σπουδαιότερο. Δεν ήταν η πρώτη, πρόχειρη μορφή ενός γλυπτού που αργότερα θα αποκτούσε όγκο. Από τότε που εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, το 1938, και άρχισε να δουλεύει τη χαρακτική στην Art Students League και, από το 1946, στο Atelier 17 του Στάνλεϊ-Γουίλιαμ Χέιτερ— το σχέδιο, η χαρακτική και η γλυπτική έτρεφαν το ένα το άλλο. Οι λέξεις έμπαιναν μέσα στις εικόνες, οι ίδιες χειρονομίες επαναλαμβάνονταν σχεδόν τελετουργικά και η γραμμή γινόταν τρόπος να συγκρατήσει κάτι πριν χαθεί.
Η έκθεση ανοίγει με ένα αυτοπορτρέτο του 1942 και περνά στις πρώτες χαρακτικές της δεκαετίας του ’40. Ανάμεσά τους βρίσκεται το «He Disappeared into Complete Silence» του 1947, ένα από τα θεμελιώδη έργα της: εννέα χαρακτικά μαζί με εννέα σύντομα κείμενα, κάτι ανάμεσα σε παράλογα παραμύθια, αρχιτεκτονικές παγίδες και ψυχικούς θαλάμους. Από πολύ νωρίς, η Μπουρζουά δεν σχεδιάζει απλώς πράγματα. Κατασκευάζει χώρους για καταστάσεις που δεν χωρούν εύκολα σε λέξεις.
Έπειτα η γραμμή πυκνώνει. Μαύρες γραμμές μπλέκονται πάνω στο χαρτί και αρχίζουν να θυμίζουν μυϊκές ίνες ή νευρικό σύστημα. Στα έργα της σειράς «Femme Maison» η γυναίκα και το σπίτι γίνονται ένα πλάσμα: το κεφάλι χάνεται μέσα στην αρχιτεκτονική, ενώ το σώμα παραμένει εκτεθειμένο. Αργότερα, φυτά, όργανα και ανθρώπινα μέλη παύουν επίσης να έχουν σταθερά σύνορα. Στον κόσμο της Μπουρζουά, τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που ονομάζεται.
Αυτό ισχύει και για το φύλο. Οι μορφές της μπορούν να είναι φαλλικές και μητρικές μαζί, αρσενικές και θηλυκές χωρίς να χρειάζεται να διαλέξουν ανάμεσα στα δύο. Το «Janus» του 1968, που μπαίνει στην έκθεση δίπλα στα έργα σε χαρτί, συμπυκνώνει ήδη αυτή την ανατομική αμφισημία.
Το «Pregnant Woman» του 2003 επιστρέφει δεκαετίες αργότερα στην εγκυμοσύνη, ενώ στα τελευταία κόκκινα έργα της έκθεσης εμφανίζονται έγκυες φιγούρες, ανδρικές και γυναικείες. Η εγκυμοσύνη δεν παρουσιάζεται εδώ ως «γυναικείο θέμα», αλλά ως κατάσταση του σώματος: διόγκωση, βάρος, δημιουργία, φόβος, εξάρτηση.Και έπειτα υπάρχει η μητέρα.
Στον κόσμο της Μπουρζουά, η αράχνη συνδέθηκε βαθιά με τη μητέρα: υπομονετική, προστατευτική, επιδιορθώτρια. Η οικογενειακή επιχείρηση αποκαθιστούσε παλιές ταπισερί και η μικρή Λουίζ βοηθούσε σχεδιάζοντας τα κομμάτια που έλειπαν. Στο βιβλίο καλλιτέχνη «Ode à ma mère», που περιλαμβάνεται στην έκθεση, η σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα, στην ύφανση, στην επισκευή και στην αράχνη γίνεται άμεση. Η «Maman» δεν εμφανίζεται λοιπόν ξαφνικά, ως ένα μεταγενέστερο εμβληματικό γλυπτό. Υπάρχει ήδη μέσα στη γραμμή.
Η BnF, όμως, δεν χτίζει την έκθεση γύρω από αυτή την εύκολα αναγνωρίσιμη μυθολογία. Στο κέντρο της βρίσκεται το γηρασμένο σώμα.
Στο «Extreme Tension» η Μπουρζουά δεν ωραιοποιεί τίποτα. Δεν σχεδιάζει το σώμα όπως θα ήθελε να είναι, αλλά όπως το αισθάνεται από μέσα. Οι λέξεις κατεβαίνουν από το κρανίο προς τα δάχτυλα των ποδιών, περνούν από όργανα και αρθρώσεις και καταλήγουν στις σωματικές εκδηλώσεις της έντασης: την αναπνοή, την ταχυπαλμία, τον ιδρώτα, τις εξάψεις, τις κράμπες. Η χειρόγραφη καταγραφή και τα σχέδια των οργάνων κάνουν το χαρτί να μοιάζει λιγότερο με επιφάνεια και περισσότερο με τόπο όπου το σώμα αφήνει το ίχνος του. Το ίδιο το Κέντρο Πομπιντού περιγράφει το σχέδιο ως άμεσο, καθαρτικό χώρο έκφρασης των πιο μύχιων φόβων της και το «Extreme Tension» ως το τελευταίο μνημειακό γραφικό έργο της.
Αυτό κάνει το έργο τρομακτικό χωρίς να χρειάζεται καν να δείξει θάνατο. Το σώμα γνωρίζει ότι βρίσκεται υπό καταδίωξη. Η καλλιτέχνιδα δεν προσπαθεί να το κάνει νεότερο ούτε να το εξιδανικεύσει. Το μετράει. Το ονομάζει. Το αφήνει να ιδρώσει πάνω στο χαρτί.
Δίπλα στο «Extreme Tension», τα μνημειακά φύλλα του «Turning Inwards» παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο γαλλικό κοινό. Ο τίτλος θα μπορούσε να περιγράψει ολόκληρη την ύστερη Μπουρζουά: η στροφή προς τα μέσα δεν σημαίνει αποχώρηση από τον κόσμο αλλά βαθύτερη είσοδο στο σώμα. Οικογένεια, εγκατάλειψη, αγωνία, σεξουαλικότητα, μητρότητα, επιθυμία και μνήμη επιστρέφουν ξανά και ξανά, όχι σαν θέματα που «λύθηκαν», αλλά σαν υλικό που πρέπει κάθε φορά να ξαναδουλευτεί.
Η έκθεση τελειώνει στο κόκκινο. Κόκκινο μελάνι, γκουάς, βαφή πάνω σε ύφασμα, σώματα που αγκαλιάζονται, γεννούν, γίνονται ζευγάρια, αποκτούν πολλαπλούς μαστούς ή φέρουν μέσα τους άλλα σώματα. Το κόκκινο εδώ δεν είναι απλώς αίμα. Είναι σάρκα, σεξ, μήτρα, πληγή, ζεστασιά. Είναι το χρώμα του σώματος όταν παύει να προσποιείται ότι είναι καθαρό περίγραμμα.
Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη έκθεση ταιριάζει τόσο πολύ σε μια βιβλιοθήκη. Στην BnF η Μπουρζουά επιστρέφει ανάμεσα σε χαρτιά, βιβλία, χαρακτικά και γραφές. Η μνημειακή πλευρά της δουλειάς της υποχωρεί αρκετά ώστε να ξαναφανεί το χέρι που την έφτιαξε. Και το χέρι αυτό δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Είναι το παιδικό χέρι που έμαθε να σχεδιάζει τα κομμάτια που έλειπαν από τις παλιές ταπισερί, το χέρι της κόρης που επέστρεφε ξανά και ξανά στη μητέρα και στον πατέρα της, το χέρι της γυναίκας που σχεδίαζε σεξουαλικά σώματα χωρίς να τα χωρίζει καθαρά σε αρσενικά και θηλυκά και, στο τέλος, το χέρι μιας 95χρονης που εξακολουθεί να γράφει.
Δεν χρειάζεται εδώ η γιγαντιαία αράχνη για να καταλάβεις τη Λουίζ Μπουρζουά. Αρκεί ένα φύλλο χαρτί, ένα κόκκινο αποτύπωμα και μια λίστα με όλα όσα πονάνε. Στο τέλος του «Extreme Tension» μένει η «μυρωδιά του κυνηγημένου ζώου». Μέχρι τότε, όμως, το χέρι εξακολουθεί να αφήνει ίχνη.
Με στοιχεία από BnF, Centre Pompidou, MoMA















