Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Καταδίωξη στο Άργος: Εγκεφαλικά νεκρός 20χρονος από αστυνομικά πυρά – Τα κενά της ΕΛ.ΑΣ.


Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. για την αιματηρή καταδίωξη στο Άργος επιχειρεί να οικοδομήσει ένα αφήγημα εξαιρετικά επικίνδυνης συμπεριφοράς του οδηγού. Περιγράφονται αναλυτικά οι εμβολισμοί, η μη συμμόρφωση σε σήματα ελέγχου, η ανάπτυξη ταχύτητας και ο εγκλωβισμός του οχήματος. Όμως για τη στιγμή των πυροβολισμών και -το βασικότερο- για τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας 20χρονος καταλήγει εγκεφαλικά νεκρός με σφαίρα στο κεφάλι, δεν υπάρχει ενημέρωση.

Σύμφωνα με το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οδηγός δεν σταμάτησε σε σήμα ελέγχου, ανέπτυξε ταχύτητα, επιχείρησε να εμβολίσει αστυνομικούς και οχήματα και κινήθηκε «με ιδιαίτερα επικίνδυνο τρόπο», έως ότου το όχημα εγκλωβίστηκε από περιπολικά. Σε αυτό το σημείο, η ΕΛ.ΑΣ. σημειώνει ότι ο οδηγός εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και προσπάθησε να διαφύγει αναρριχόμενος σε μαντρότοιχο, οπότε «δύο αστυνομικοί έκαναν χρήση του υπηρεσιακού τους οπλισμού, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του άνδρα». Η διατύπωση συμπυκνώνει σε μία φράση το κρισιμότερο στάδιο: τη μετάβαση από την καταδίωξη στην οπλοχρησία εναντίον ενός ήδη πεζού 20χρονου. Δεν αναφέρει την απόσταση από τους αστυνομικούς, τη στάση του σώματος, αν στράφηκε εναντίον τους ή αν απλώς επιχειρούσε να ξεφύγει, ούτε ότι τραυματίστηκε στο κεφάλι από αστυνομικά πυρά οδηγώντας το θύμα σε εγκεφαλικό θάνατο.

Καταδίωξη στο Άργος: Η στιγμή των αστυνομικών πυρών εκτός κάδρου της ΕΛ.ΑΣ.

Ποια ακριβώς ήταν η απειλή που αξιολόγησαν οι αστυνομικοί τη στιγμή που άνοιξαν πυρ σε βάρος ενός πεζού 20χρονου; Σε ποιο ακριβώς χρονικό στάδιο της ακολουθίας ανοίγουν πυρ οι δύο αστυνομικοί; Σε ποια απόσταση βρισκόταν ο 20χρονος από τους αστυνομικούς και ποια ήταν η στάση ή η κίνηση του σώματός του όταν δέχθηκε τη σφαίρα;

Η ανακοίνωση δεν προσφέρει καμία από αυτές τις κρίσιμες διευκρινίσεις, ενώ δεν αναφέρεται ότι ο τραυματισμός είναι στο κεφάλι. Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. παραλείπει να τεκμηριώσει το γιατί οι πυροβολισμοί -εκ των οποίων ένας στο κεφάλι- αποτέλεσαν αναγκαία και ανάλογη χρήση βίας σε συνθήκες προσπάθειας διαφυγής, τη στιγμή που το όχημα είχε ήδη εγκλωβιστεί και ο οδηγός βρισκόταν εκτός αυτού.

Παράλληλα, εισάγει ένα στοιχείο που λειτουργεί υπέρ της εικόνας επικίνδυνου δράστη: ένα «αεροβόλο πιστόλι» που εντοπίστηκε κοντά στο σημείο του αρχικού ελέγχου και κατασχέθηκε για εργαστηριακή εξέταση. Η διατύπωση όμως αφήνει ανοιχτά όλα τα κρίσιμα ερωτήματα: ποιος το είχε, αν τον είδαν να το φέρει, να το χρησιμοποιεί ή να το πετά, και -το βασικότερο- αν οι αστυνομικοί γνώριζαν την ύπαρξή του τη στιγμή που πυροβόλησαν. Το όπλο εμφανίζεται ως εύρημα μετά το γεγονός, χωρίς τεκμηριωμένο δεσμό με τον 20χρονο, και λειτουργεί επικοινωνιακά ως υπαινιγμός επικίνδυνης οπλοφορίας.

Άργος: Από την καταδίωξη στην οπλοχρησία – Τα ερωτήματα προς την ΕΛ.ΑΣ.

Στο επίπεδο νομιμοποίησης της βίας, η ανακοίνωση παραλείπει να εξηγήσει ποια ακριβώς απειλή για ζωή ή βαριά σωματική βλάβη επικαλούνται οι αστυνομικοί τη στιγμή που ο οδηγός βρίσκεται εκτός οχήματος και επιχειρεί να σκαρφαλώσει σε μάντρα. Δεν γίνεται λόγος για προειδοποίηση πριν από τη χρήση όπλου, ούτε για προειδοποιητικά πυρά. Δεν υπάρχει καν αναφορά στο γιατί δεν επαρκούσαν ηπιότερα μέσα ακινητοποίησης.

Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο για χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, η οπλοχρησία προβλέπεται μόνο σε συνθήκες άμεσης απειλής ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης και με σεβασμό στην αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 3 του Ν. 3169/2003, που αποτελεί τον κανονιστικό πυρήνα της οπλοχρησίας- παραμένει αμετάβλητο από την ψήφισή του, παρότι ο νόμος έχει τροποποιηθεί συνολικά αρκετές φορές. Η ΕΛ.ΑΣ., στην ανακοίνωσή της για την καταδίωξη στο Άργος, δεν εξηγεί πώς οι συγκεκριμένες συνθήκες πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις.

Γιατί δεν κρίθηκε επαρκής η χρήση ηπιότερων μέσων (περαιτέρω αποκλεισμός, ενισχύσεις, φυσική ακινητοποίηση) και επιλέχθηκε η χρήση πυροβόλου όπλου εναντίον ενός πεζού που αναρριχάται σε μάντρα;

Η τακτική και η αλυσίδα εντολών επίσης μένουν θολές. Αναφέρεται γενικά ότι «δύο αστυνομικοί έκαναν χρήση του υπηρεσιακού τους οπλισμού», χωρίς να διευκρινίζεται αν υπήρξε προσταγή επικεφαλής ομάδας ή αν πρόκειται για ατομική πρωτοβουλία. Δεν δίνονται στοιχεία για τον αριθμό των βολών, την κατεύθυνση τους, τα βαλλιστικά ευρήματα. Στο νομικό πλαίσιο για οπλοχρησία από ομάδα αστυνομικών, η ύπαρξη ή όχι προσταγής παίζει καθοριστικό ρόλο, ωστόσο η ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας επιλέγει τη σιωπή.

Υπήρξε ρητή προσταγή από τον επικεφαλής της ΟΠΚΕ για χρήση όπλου ή οι πυροβολισμοί ήταν αποκλειστικά πρωτοβουλία των δύο αστυνομικών; Πόσες βολές έπεσαν, από ποιον και προς ποια κατεύθυνση;

Τέλος, στην ποινική και πειθαρχική διάσταση, η ΕΛ.ΑΣ. ενημερώνει ότι οι δύο αστυνομικοί συνελήφθησαν στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας και ότι σχηματίζεται δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων και βαριά σωματική βλάβη, ενώ έχει ξεκινήσει πειθαρχική διερεύνηση. Η διατύπωση είναι τυπική, αλλά έρχεται σε ένταση με τη βαρύτητα της πραγματικής κατάστασης του θύματος: ο 20χρονος έχει κριθεί εγκεφαλικά νεκρός, κάτι που καθιστά σχεδόν βέβαιη τη μεταβολή της κατηγορίας σε ανθρωποκτονία.

Συνολικά, η ανακοίνωση διαμορφώνει έναν δραματικό καμβά επικίνδυνης καταδίωξης, αλλά αφήνει εκτός κάδρου την πιο κρίσιμη στιγμή: πώς και γιατί δύο αστυνομικοί πυροβολούν έναν πεζό, οδηγώντας έναν 20χρονο σε εγκεφαλικό θάνατο. Τα κενά γύρω από τη βολή, τη φύση της απειλής τη συγκεκριμένη στιγμή και τη σχέση του ευρήματος «αεροβόλου» με τον ίδιο, αποτελούν ερωτήματα στα οποία η ΕΛ.ΑΣ. καλείται να τοποθετηθεί με σαφήνεια και πλήρη στοιχειοθέτηση.

 



Πηγή: www.lifo.gr