Για λίγα λεπτά στο Coachella, η ποπ κουλτούρα δεν έμοιασε απλώς να αποκτά ξανά κάτι από τον παλίο της πυρήνα, έμοιασε σαν να θυμάται το σώμα της. Η Sabrina Carpenter, παιδί της αλγοριθμικής εποχής, έφερε στη σκηνή τη Madonna, ίσως την τελευταία μεγάλη βασίλισσα αυτού που ορίζαμε παλιότερα ως monoculture, και οι δυο τους τραγούδησαν το “Vogue” και το “Like a Prayer” μπροστά σε ένα κοινό που καταλάβαινε πως εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε μόνο ένα set, αλλά κάτι φτιαγμένο για να μείνει ως εικόνα.
Η αιφνιδιαστική εμφάνιση στο δεύτερο Σαββατοκύριακο του φεστιβάλ πήρε αμέσως και μια σχεδόν τελετουργική διάσταση, όταν η Madonna θύμισε ότι από την πρώτη δική της παρουσία στο Coachella, το 2006, είχαν περάσει είκοσι χρόνια.
Αν το δεις επιφανειακά, είναι ακόμη ένα μεγάλο pop moment. Αν το δεις όμως λίγο πιο προσεκτικά, είναι κάτι πιο ενδιαφέρον μέσα στην πολυδιασπασμένη ψηφιακή συνθήκη που ορίζει πια κάθε πεδίο της ζωής μας. Γιατί αυτό που κυκλοφόρησε αμέσως μετά δεν ήταν μόνο τα βίντεο της σκηνής ή οι επαγγελματικές φωτογραφίες των δύο σταρ. Ηταν και τα ατελείωτα reels ανθρώπων που κατέγραφαν τον εαυτό τους την ώρα που συνέβαινε το γεγονός, με φόντο τη Madonna και τη Sabrina. Δεν βλέπαμε μόνο τη στιγμή. Βλέπαμε τη στιγμή αφού είχε ήδη περάσει μέσα από το πρόσωπο, το σώμα, την κραυγή, τη συγκίνηση και την αυτοσκηνοθεσία του θεατή.
Εκεί ακριβώς έχω την αίσθηση πως αρχίζει η διαφορά από την εποχή των κοινών αναφορών. Σε ένα πρόσφατο κείμενό του, το Hollywood Reporter έλεγε ότι η selfie της Ellen DeGeneres στα Οσκαρ του 2014 ίσως ήταν η τελευταία μεγάλη εικόνα μιας κοινής ποπ γλώσσας που πια δεν υπάρχει. Η τελετή εκείνης της χρονιάς έφτασε τους 43,74 εκατομμύρια θεατές στις ΗΠΑ, η φωτογραφία έγινε το πιο πολυδιαμοιρασμένο tweet της εποχής της και, για λίγο, έμοιαζε σαν ο κόσμος να κοιτάζει το ίδιο κάδρο. Σήμερα τα Οσκαρ παραμένουν το μεγαλύτερο μη αθλητικό live event της αμερικανικής τηλεόρασης, αλλά η τηλεθέασή τους έχει πέσει πολύ χαμηλότερα, στα 17,9 εκατομμύρια φέτος, δείχνοντας πόσο έχει μικρύνει το πεδίο της κοινής θέασης.
Εκείνη η selfie ήταν η τελευταία μεγάλη εικόνα μιας κάθετης σχέσης ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη. Οι σταρ δημιουργούσαν ή για να είμαστε πιο ακριβείς σκηνοθετούσαν και ενορχήστρωναν το στιγμιότυπο, το κοινό το αναγνώριζε, το αναπαρήγαγε, το σχολίαζε. Η εικόνα ερχόταν από πάνω προς τα κάτω. Σήμερα, σε στιγμές σαν αυτή του Coachella, η ιεραρχία δεν εξαφανίζεται, αλλά αλλάζει μορφή. Η διασημότητα εξακολουθεί να μαγνητίζει το βλέμμα, μόνο που το γεγονός δεν ολοκληρώνεται πια στη σκηνή.
Ολοκληρώνεται όταν ο θεατής το καθρεφτίζει,το μεταβολίζει
και το ξανανεβάζει μέσα από τη δική του εικόνα.
Ισως γι’ αυτό η ένωση της Madonna με τη Sabrina Carpenter είχε τόσο ισχυρό συμβολικό φορτίο και λέει περισσότερα για την εποχή μας από ποτέ. Δεν ήταν απλώς μια πετυχημένη pop συνάντηση ανάμεσα σε δύο γενιές. Ηταν μια απόδειξη του τρόπου με τον οποίο έχει αλλάξει η ίδια η ποπ δημοσιότητα. Από τη μία, η Μαντόνα που ανήκει στην εποχή όπου η μαζική κουλτούρα είχε ακόμη ξεκάθαρους θεούς και ξεκαθαρά κανάλια διάχυσης της φήμης . Από την άλλη, μια σταρ που ξέρει να λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η φήμη δεν ζει μόνο στη σκηνή ή στην κάμερα, αλλά και στα χιλιάδες μικρά replay της στιγμής στα feeds των άλλων.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η εποχή των κοινών αναφορών επέστρεψε. Σημαίνει όμως κάτι ίσως πιο παράξενο: ότι η πολυδιασπασμένη εποχή μας μπορεί ακόμη να παράγει, έστω για λίγο, κάτι σαν κοινό παλμό. Οχι επειδή όλοι βλέπουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα, αλλά επειδή χιλιάδες άνθρωποι περνούν το ίδιο πράγμα μέσα από τον εαυτό τους σχεδόν ταυτόχρονα. Το κοινό δεν βρίσκεται πια μόνο μπροστά στο γεγονός. Βρίσκεται και μέσα στην κυκλοφορία του.
Και ίσως εκεί να κρύβεται η νέα μορφή του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε πια. Οχι στην παλιά ενότητα μιας αίθουσας ή μιας τηλεοπτικής βραδιάς, αλλά σε ένα πιο γουορχολικό, πιο ναρκισσιστικό, πιο διασπασμένο αλλά και παράξενα συγχρονισμένο σύστημα αναμετάδοσης.
Αν η selfie της Ellen ήταν η τελευταία μεγάλη εικόνα μιας εποχής όπου όλοι κοιτούσαμε προς την ίδια κατεύθυνση, τα reels από το Coachella δείχνουν τι απομένει από τη κοινή εμπειρία όταν περάσει μέσα από το σώμα και το feed: όχι το παλιό πια βίωμα της κοινής εμπειρίας, αλλά μια καινούργια, σχεδόν εύθραυστη μέσα στον ναρκισσισμό της, μεταγουορχολική ψηφιακή παλλίροια.
Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Μέσα -εμείς- πια στη σκηνή.
.















