Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Κόμμα Καρυστιανού: «Απολιτίκ, αντισυστημικοί και πολύ θυμωμένοι»


Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ από μια παράξενη κοινωνική συνήθεια: κάθε λίγα χρόνια αγκαλιάζει πολιτικά την αγανάκτησή της. Της δίνει όνομα, πρόσωπο, ένα ηθικό πλεονέκτημα και τελικά μια κομματική υπόσταση. Μέχρι να ανακαλύψει, συνήθως αργά, ότι η οργή είναι μεν εξαιρετική καύσιμη ύλη για πλατείες αλλά μάλλον ακατάλληλο υλικό για διακυβέρνηση. Κάπως έτσι συμβαίνει και σήμερα. Το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού μοιάζει να γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτήν τη γνώριμη εγχώρια παράδοση: λίγο αντισυστημισμός, λίγο ηθική ανωτερότητα, αρκετή κοινωνική απελπισία και η βαθιά βεβαιότητα ότι «όλοι οι προηγούμενοι μάς πρόδωσαν». Ήδη ακούμε συχνά ότι η Καρυστιανού «πουλάει», «πολεμάει το σύστημα», «είναι μία από μας». Ωστόσο, το έχουμε ξαναδεί το έργο. Και πάντα ξεκινά με τις καλύτερες προθέσεις.

Η ιδρυτική διακήρυξη του νέου σχηματισμού είναι σχεδόν μια ανθολογία της μεταμνημονιακής πολιτικής ψυχολογίας. «Κίνημα πολιτών», «από τη βάση», «κοινό αύριο», «αξίζουμε μια καλύτερη χώρα», «είμαστε γυναίκες και άνδρες, χωρίς διαχωρισμούς και διακρίσεις», «δεν μας χωράει μια ταμπέλα». Είναι η πολιτική φρασεολογία μιας γενικευμένης δυσπιστίας. Μια γλώσσα που, ό,τι και να πιστεύει ο καθένας, δεν προσπαθεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Να εξηγήσει ή να δώσει λύσεις στα προβλήματα. Επιδιώκει να χαϊδέψει το συλλογικό αίσθημα αδικίας. Και, αδιαμφισβήτητα, στην Ελλάδα του 2026 αυτό ακούγεται τόσο εθιστικά οικείο.

Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ότι δεν εμπιστεύεται το πολιτικό σύστημα αλλά ότι έχει αρχίσει να εμπιστεύεται υπερβολικά όποιον δηλώνει αντισυστημικός. Σαν να μην έφτασαν δέκα χρόνια πολιτικής ενηλικίωσης για να μάθουμε ότι η αγανάκτηση δεν είναι πρόγραμμα διακυβέρνησης. Η αγανάκτηση είναι ένα συναίσθημα. Και τα συναισθήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν κυβερνούν χώρες.

Είναι γεγονός ότι έχουν παρέλθει οι εποχές που η «ελπίδα» πουλούσε. Ακόμη κι εκείνοι που τη σέρβιραν σαν θεατρικό μονόπρακτο κάνουν πλέον rebranding και εύχονται μέσα τους το κοινό να έχει ξεχάσει ότι όλα θα λύνονταν με ένα νόμο κι ένα άρθρο. Ως εκ τούτου, σήμερα πουλάει η καταγγελία.

Η κ. Καρυστιανού εμφανίζεται ως η αυθεντική φωνή μιας κοινωνίας που αισθάνεται προδομένη από το κράτος, τη Δικαιοσύνη, τα κόμματα, τα media, σχεδόν από τα πάντα. Και αυτό της δίνει ένα τεράστιο πολιτικό πλεονέκτημα: όποιος τολμήσει να της ασκήσει κριτική κινδυνεύει αυτομάτως να εμφανιστεί περίπου ως απολογητής του «συστήματος». Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Γιατί οι δημοκρατίες αρχίζουν να εξασθενούν όταν η ηθική οδύνη μετατρέπεται σε πολιτικό αλάθητο.

Ποιος διαφωνεί ότι η τραγωδία των Τεμπών τραυμάτισε βαθιά τη χώρα. Δεν ξεχάστηκε και δεν θα ξεχαστεί. Δικαίως εξελίχθηκε σε κομβικό σταθμό κοινωνικής έκρηξης. Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τη συλλογική απαίτηση για δικαιοσύνη και την πολιτική κεφαλαιοποίηση του πένθους. Και η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα καλή στο να ξεχωρίζει αυτές τις δύο περιοχές. Οι «Αγανακτισμένοι» των μνημονίων πίστεψαν ότι η αυθεντικότητα αρκεί για να κυβερνήσεις. Ότι αν φωνάζεις πιο δυνατά από το πολιτικό σύστημα, έχεις αυτομάτως και σχέδιο να το αντικαταστήσεις. Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε. Και το πληρώσαμε βαριά. Ένα μείγμα εύκολου λαϊκισμού, θεωριών συνωμοσίας, πολιτικής ανωριμότητας και τελικά πλήρους ενσωμάτωσης σε αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι πολεμούσαν.

Αναντίρρητα, κάθε εποχή φτιάχνει τους δικούς της αντισυστημικούς ήρωες. Μέχρι να αποκτήσουν γραφεία τύπου, κομματικό μηχανισμό και επαγγελματικά στελέχη. Το ενδιαφέρον με το νέο κόμμα δεν είναι ότι υπόσχεται αλλαγή. Όλοι αυτό δεν υπόσχονται; Το ενδιαφέρον είναι ότι επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στην ιδέα της ηθικής ανωτερότητας. Στο «εμείς είμαστε καθαροί απέναντι σε όλους τους άλλους». Μόνο που η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ηθικής ευαισθησίας. Εμπεριέχει συγκρούσεις συμφερόντων, δύσκολες αποφάσεις, αντιφάσεις, συμβιβασμούς και, κυρίως, ευθύνη. Και εκεί συνήθως τελειώνει η γοητεία των κινημάτων οργής. Διότι είναι εύκολο να λες ότι «το σύστημα σαπίζει». Δύσκολο είναι να εξηγήσεις πώς ακριβώς θα λειτουργήσει η χώρα την επόμενη μέρα χωρίς να παραγάγεις απλώς μια νέα εκδοχή του ίδιου χάους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ελάχιστες πολιτικές συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει η Μαρία Καρυστιανού το πολιτικό αποτύπωμα παρέμεινε θολό έως αμήχανο. Από τις τοποθετήσεις της για τις αμβλώσεις και τους «παράνομους εισβολείς μετανάστες» μέχρι την αδυναμία της να περιγράψει στοιχειωδώς το ιδεολογικό της στίγμα, απαντώντας περίπου με το απολίτικο «να είμαστε όλοι καλά», η εικόνα που εκπέμπεται μοιάζει περισσότερο με ηθικό αφήγημα παρά με συγκροτημένη πολιτική πρόταση. Και ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο. «Η Μαρία είναι αυτό που βλέπετε», επαναλαμβάνει συχνά η ίδια. Μόνο που η πολιτική δεν είναι performance αυθεντικότητας.

Το μείγμα θυμίζει ολοένα περισσότερο ένα ανομοιογενές αντισυστημικό αφήγημα: λίγο παραθρησκευτικός μυστικισμός, λίγο εισαγγελικός στόμφος, έντονη καταγγελτική αισθητική, αντισυμβατική ρητορική χωρίς σαφές ιδεολογικό βάθος και διαρκής παραγωγή συναισθηματικής έντασης μέσα από ομιλίες, συναυλίες, τηλεοπτικές εμφανίσεις και αναρτήσεις. Μοιάζει σαν ένα θυμωμένο μανιφέστο που απέκτησε πολιτική μορφή χωρίς όμως να έχει αποφασίσει ακόμη αν θέλει να παραμείνει κόμμα ή αν θα συνεχίσει ως κίνημα διαμαρτυρίας, ευρισκόμενο σε μια μόνιμη κατάσταση συλλογικής αγανάκτησης. Σήμερα, στις 18:30 στο «Ολύμπιον» στην πλατεία Αριστοτέλους, θα μάθουμε περισσότερα με την ανακοίνωση του κόμματος. Ή και όχι. 

Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε στον δημόσιο χώρο ως φορέας συλλογικού πένθους. Έγινε πρόεδρος του συλλόγου των συγγενών θυμάτων Τεμπών. Αυτό της προσέδωσε ένα ισχυρό ηθικό κεφάλαιο, που κανένας αντίλογος δεν μπορούσε να αγγίξει. Όμως το ηθικό κεφάλαιο δεν είναι λευκή επιταγή.

Διαβάζοντας την ιδρυτική διακήρυξη του νέου κινήματος με το σύνθημα «Ξεκινάμε για την ελπίδα», αντιλαμβάνεται κανείς από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά ποτισμένο από το κλίμα κοινωνικής απογοήτευσης. Περισσότερο θυμίζει συλλογικό ξέσπασμα μιας κουρασμένης κοινωνίας παρά συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο διακυβέρνησης. «Γεννηθήκαμε από τη Λαϊκή Υπόδειξη», αναφέρουν χαρακτηριστικά, για να συμπληρώσουν λίγο μετά ότι «δεν υπάρχουν αφεντικά, ιδιοκτήτες ή προύχοντες».  Στον πυρήνα του εγχειρήματος εμφανίζονται πρόσωπα, κυρίως από τη Θεσσαλονίκη, που εκφράζουν απόψεις από τον σκληρό συντηρητισμό μέχρι έναν γνώριμο εθνικοπατριωτικό λόγο. Παράλληλα, εκκλησιαστικά δίκτυα κινούνται προς την κατεύθυνση συγκρότησης ενός ευρύτερου «ορθόδοξου αντισυστημικού» μετώπου. Επίσης, την είδαμε σε ένα βίντεο AI να αφήνει ένα περιστέρι στον ουρανό θυμίζοντας την Κάτια Δανδουλάκη στους εναρκτήριους τίτλους της «Λάμψης» του Νίκου Φώσκολου.

Πάντως, το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ότι δεν εμπιστεύεται το πολιτικό σύστημα αλλά ότι έχει αρχίσει να εμπιστεύεται υπερβολικά όποιον δηλώνει αντισυστημικός. Σαν να μην έφτασαν δέκα χρόνια πολιτικής ενηλικίωσης για να μάθουμε ότι η αγανάκτηση δεν είναι πρόγραμμα διακυβέρνησης. Η αγανάκτηση είναι ένα συναίσθημα. Και τα συναισθήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν κυβερνούν χώρες.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι σε μια ανοιχτή κοινωνία, κανένα πρόσωπο, όσο φορτισμένο κι αν είναι το παρελθόν του, δεν είναι υπεράνω της πολιτικής κριτικής. Και όσο πιο γρήγορα το αποδεχθούμε αυτό, τόσο πιο καθαρά θα μπορέσουμε να συζητήσουμε όχι για σύμβολα αλλά για θέσεις. Γιατί εκεί, τελικά, κρίνεται ο καθένας.





Πηγή: www.lifo.gr