Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μάργκαρετ Άτγουντ: «Μια κοινωνία που δεν μπορεί πια να σκέφτεται καθαρά οδεύει προς τον γκρεμό»


Η Μάργκαρετ Άτγουντ αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας και χρησιμοποίησε την ομιλία της για να μιλήσει για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ακαδημαϊκή τιμή.

Η Καναδή συγγραφέας, δημιουργός της Ιστορίας της Θεραπαινίδας και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λογοτεχνικές φωνές των τελευταίων δεκαετιών, μίλησε για την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών, την τεχνητή νοημοσύνη, τη λογοκρισία, την ελευθερία της έκφρασης και την ανάγκη να διασωθεί η ικανότητα της κοινωνίας να σκέφτεται καθαρά.

«Μια κοινωνία που δεν μπορεί πια να σκέφτεται καθαρά και δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις ίδιες της τις παραδοχές οδεύει προς τον γκρεμό», είπε η Άτγουντ, υπερασπιζόμενη τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις γλώσσες, τη φιλοσοφία και τη θεωρία της τέχνης ως πεδία που δεν ανήκουν στο παρελθόν, αλλά στον πυρήνα κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Μάργκαρετ Άτγουντ: «Μια κοινωνία που δεν μπορεί πια να σκέφτεται καθαρά οδεύει προς τον γκρεμό» Facebook Twitter
Η Μάργκαρετ Άτγουντ στην τελετή αναγόρευσής της σε επίτιμη διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας

Η Άτγουντ στάθηκε ιδιαίτερα στην υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών στα πανεπιστήμια. Σε μια εποχή ραγδαίας τεχνολογικής αλλαγής, είπε, η λογοτεχνία, η ιστορία, οι γλώσσες και η φιλοσοφία συχνά παρουσιάζονται ως μη απαραίτητες σπουδές, σαν να μη συνδέονται με την εργασία, την καινοτομία ή το μέλλον.

Η ίδια υποστήριξε το αντίθετο: ότι ακριβώς αυτά τα πεδία μαθαίνουν στους ανθρώπους να σκέφτονται, να δημιουργούν και να κατανοούν όσους είναι διαφορετικοί από τους ίδιους. Για την Άτγουντ, η υπεράσπιση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι νοσταλγία για έναν παλιό ακαδημαϊκό κόσμο. Είναι ζήτημα δημοκρατικής επιβίωσης.

Μια κοινωνία, είπε, δεν μπορεί να καταλάβει πού πηγαίνει αν δεν έχει ιδέα από πού έρχεται. Χωρίς ιστορία, χωρίς γλώσσα, χωρίς λογοτεχνία και χωρίς κριτική σκέψη, το παρόν γίνεται πιο εύκολο να χειραγωγηθεί.

Η συγγραφέας αναφέρθηκε και στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από φοιτητές, ειδικά όταν χρησιμοποιείται για να γράφει εργασίες στη θέση τους. Η συγγραφή μιας εργασίας, είπε, δεν είναι απλώς παραγωγή κειμένου. Είναι ένας τρόπος να μάθει κάτι ο ίδιος ο άνθρωπος που γράφει.

Αν κάποιος δεν γράψει την εργασία του, δεν έχει μάθει τίποτα, πέρα από το πώς να κλέβει, σημείωσε η Άτγουντ. Και έθεσε το επόμενο, πιο δύσκολο ερώτημα: αν όλοι οι άλλοι κλέβουν και ωφελούνται από αυτό, γιατί να μη το κάνει και ο ίδιος;

Η ανησυχία της δεν περιορίστηκε στην εκπαίδευση. Η Άτγουντ συνέδεσε την τεχνητή νοημοσύνη με την ελευθερία της σκέψης και της γλώσσας. Θύμισε τον κόσμο του 1984 του Τζορτζ Όργουελ, όπου η εξουσία προσπαθεί να εδραιωθεί αφαιρώντας από τη γλώσσα τις λέξεις που επιτρέπουν στους ανθρώπους να σκέφτονται.

Το ερώτημα που άφησε ανοιχτό ήταν αν η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε, με άλλους τρόπους, να πετύχει κάτι ανάλογο.

Η Άτγουντ μίλησε επίσης για τη λογοκρισία, την πίεση στα μέσα ενημέρωσης, τις απολύσεις, τις αγωγές και το κλίμα που διαμορφώνεται στις ΗΠΑ μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία. Δεν παρουσίασε τη χώρα ως ήδη ολοκληρωμένο αυταρχικό μοντέλο, αλλά προειδοποίησε ότι η επιθυμία περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης είναι πλέον ορατή.

Στην ομιλία της αναφέρθηκε ακόμη στους πολέμους στην Ουκρανία, στη Γάζα και στο Ιράν, καθώς και στη μετατόπιση της διεθνούς ισχύος, με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και το Ισραήλ να χάνουν κύρος και την Κίνα να αποκτά μεγαλύτερη επιρροή. Στο ίδιο πλαίσιο μίλησε για περιβαλλοντικές και οικονομικές κρίσεις που κάνουν τον κόσμο πιο ασταθή.

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, η Άτγουντ στράφηκε προς την Ισπανία με μια απρόσμενα αισιόδοξη σκέψη. Αναρωτήθηκε αν, σε πιο σκοτεινούς καιρούς, η χώρα θα μπορούσε να γίνει καταφύγιο για τη διατήρηση της γνώσης, της ανάγνωσης και της παιδείας. Και απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου απίθανο.

Η ομιλία της ολοκληρώθηκε με μια φράση που ένωσε χιούμορ, ακρίβεια και προειδοποίηση. Η Άτγουντ διαβεβαίωσε το κοινό ότι η ομιλία της δεν γράφτηκε από τεχνητή νοημοσύνη, αλλά από την ίδια.Και ευχήθηκε, για το καλό όλων, να επιβιώσουν οι ανθρωπιστικές σπουδές.

με στοιχεία από El Pais



Πηγή: www.lifo.gr