Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η νέα ταινία του Λανς Χάμερ δεν μιλά γενικά για την άνοια, τη φροντίδα ή τα γηρατειά. Μιλά για το σεξ όταν ένας από τους δύο δεν μπορεί πια να εξηγήσει καθαρά τι θέλει. Μιλά για έναν ηλικιωμένο άνδρα που συνεχίζει να κάνει έρωτα με τη σύζυγό του, ενώ εκείνη έχει προχωρημένη άνοια. Και μιλά για την κόρη της, που μπαίνει σε αυτό το δωμάτιο και βλέπει όχι μια τρυφερή σκηνή γάμου, αλλά κάτι που μπορεί να είναι κακοποίηση.
Αυτό είναι το σκληρό, σχεδόν ανυπόφορο κέντρο της «Βασίλισσας στη Θάλασσα», της ταινίας που έρχεται στην Ελλάδα μέσα από τις Νύχτες Πρεμιέρας και αργότερα στη διανομή της Cinobo. Δεν είναι μια ακόμη συγκινητική ιστορία για έναν άνθρωπο που χάνει τη μνήμη του. Είναι μια ταινία για το τι συμβαίνει όταν η αγάπη, το σώμα, ο νόμος και η οικογένεια δεν συμφωνούν πια για το ίδιο πράγμα.
Η Λέσλι, την οποία υποδύεται η Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ, έχει προχωρημένη άνοια. Ο Μάρτιν, ο σύζυγός της, τον οποίο υποδύεται ο Τομ Κόρτνεϊ, πιστεύει ότι η σωματική τους επαφή εξακολουθεί να της κάνει καλό, ότι δεν είναι βία αλλά συνέχεια ενός γάμου, ενός δεσμού, μιας ζωής που δεν έχει τελειώσει επειδή η ασθένεια μπήκε μέσα της. Η Αμάντα, η κόρη της Λέσλι, με τη Ζιλιέτ Μπινός στον ρόλο, βλέπει κάτι άλλο: μια γυναίκα που δεν μπορεί πια να συναινέσει με τον τρόπο που απαιτεί η πραγματικότητα. Καλεί την αστυνομία. Ο Μάρτιν συλλαμβάνεται. Η Λέσλι υποβάλλεται σε μια διαδικασία που δεν μπορεί να καταλάβει. Και από εκεί και πέρα η ταινία αρνείται να μας αφήσει ήσυχους.
Το ερώτημα είναι απλό μόνο στην επιφάνεια: μπορεί ένας άνθρωπος με άνοια να πει «ναι» στο σεξ; Κάτω από αυτή τη φράση ανοίγει ένα ολόκληρο υπόγειο από φόβους, ευθύνες και ενοχές. Ποιος αποφασίζει ότι κάποιος δεν μπορεί πια να αποφασίσει; Ο σύντροφος που τον ξέρει μια ζωή; Το παιδί που τον βλέπει να χάνεται; Ο γιατρός; Η αστυνομία; Ένα ίδρυμα; Και πότε η προστασία γίνεται αφαίρεση ζωής;
Η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» είναι τόσο δυνατή επειδή δεν διαλέγει την εύκολη πλευρά. Δεν κάνει τον Μάρτιν τέρας. Δεν κάνει την Αμάντα ψυχρή ή υστερική. Δεν παρουσιάζει τη Λέσλι σαν άδειο σώμα χωρίς επιθυμία, αλλά ούτε και προσποιείται ότι η επιθυμία λύνει το πρόβλημα της συναίνεσης. Εκεί βρίσκεται και η ωμότητα της ταινίας: όλοι μπορεί να έχουν δίκιο για διαφορετικούς λόγους και όλοι μπορεί, την ίδια στιγμή, να κάνουν κακό.
Ο Χάμερ δεν χτίζει ένα δικαστικό δράμα. Δεν ενδιαφέρεται για ένα καθαρό «ένοχος» ή «αθώος». Τον ενδιαφέρει το βάρος της απόφασης πριν ακόμη γίνει απόφαση. Η Αμάντα δεν θέλει να γίνει αστυνομία μέσα στο σπίτι της μητέρας της. Δεν θέλει να καταγγείλει έναν άνθρωπο που υπήρξε σύντροφος, φροντιστής, μέρος της οικογένειας.
Αλλά ούτε μπορεί να προσποιηθεί ότι δεν είδε αυτό που είδε. Αν σιωπήσει, ίσως εγκαταλείψει τη μητέρα της. Αν μιλήσει, ίσως της αφαιρέσει το τελευταίο κομμάτι μιας σχέσης που ακόμη, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, της ανήκει.
Το πιο άβολο στοιχείο της ταινίας είναι ότι δεν μας αφήνει να κρυφτούμε πίσω από την αξιοπρέπεια ως ωραία λέξη. Η αξιοπρέπεια εδώ δεν είναι αφηρημένη. Είναι το σώμα στο κρεβάτι. Είναι το σώμα που γερνάει. Είναι το σώμα που θυμάται μια αφή ακόμη κι όταν η γλώσσα δεν μπορεί να βάλει τη σκέψη σε σειρά.
Είναι επίσης το σώμα που μπορεί να παραβιάζεται επειδή δεν μπορεί πια να αντιδράσει με τρόπο αναγνωρίσιμο. Αυτό είναι το αληθινό σοκ της «Βασίλισσας στη Θάλασσα»: ότι δεν μας επιτρέπει να αποφασίσουμε γρήγορα ποια από αυτές τις δύο αλήθειες ακυρώνει την άλλη.
Σημαντικό ρόλο παίζει και το σπίτι. Ο Χάμερ έχει σπουδάσει αρχιτέκτονας και αυτό φαίνεται σε κάθε σκηνή. Οι χώροι δεν υπάρχουν απλώς για να φιλοξενούν τους χαρακτήρες. Τους πιέζουν, τους εκθέτουν, τους δυσκολεύουν. Οι σκάλες του σπιτιού, τα δωμάτια, οι πόρτες, οι διάδρομοι, όλα όσα κάποτε ήταν η υλική μορφή μιας κοινής ζωής γίνονται τώρα εμπόδια. Το σπίτι είναι καταφύγιο, αλλά και παγίδα. Είναι μνήμη, αλλά και κίνδυνος. Είναι το μέρος όπου η Λέσλι και ο Μάρτιν έζησαν, αλλά και το μέρος που μπορεί πια να τους σκοτώσει.
Γι’ αυτό η ταινία συνδέεται οργανικά με ένα ολόκληρο κύμα σινεμά για το γήρας, την άνοια και τη φροντίδα: το «Amour» του Μίκαελ Χάνεκε, το «Vortex» του Γκασπάρ Νοέ, το «The Father» με τον Άντονι Χόπκινς. Μόνο που εδώ το θέμα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο, γιατί μπαίνει μέσα στο υπνοδωμάτιο. Εκεί όπου το σινεμά συνήθως δείχνει την άνοια ως απώλεια μνήμης, απώλεια ονόματος, απώλεια προσανατολισμού, η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» τη συναντά ως πρόβλημα συναίνεσης. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό πρόγραμμα της 76ης Μπερλινάλε, όπου κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής. Ο Τομ Κόρτνεϊ και η Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ τιμήθηκαν επίσης για τις ερμηνείες τους, σε δύο ρόλους που δεν ζητούν συγκίνηση με τον εύκολο τρόπο. Για τον Λανς Χάμερ, η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» είναι μόλις η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, δεκαοκτώ χρόνια μετά το «Ballast», το βραβευμένο ντεμπούτο του που είχε ξεχωρίσει στο Sundance.
Η παρουσία της Ζιλιέτ Μπινός δίνει στην ταινία ένα ακόμη επίπεδο. Η Αμάντα δεν είναι ο εξωτερικός κακός που εισβάλλει σε έναν γάμο. Είναι η κόρη που κουβαλά την ευθύνη χωρίς να την έχει ζητήσει. Η φροντίδα, όπως τη δείχνει η ταινία, δεν είναι καθαρή πράξη αγάπης. Είναι και εξουσία. Είναι και φόβος. Είναι και θυμός. Είναι η στιγμή που πρέπει να μιλήσεις εκ μέρους κάποιου άλλου, γνωρίζοντας ότι ίσως δεν έχεις κανένα δικαίωμα να το κάνεις — και όμως, αν δεν το κάνεις, μπορεί να είσαι συνένοχος.
Εκεί βρίσκεται και η σημερινή δύναμη της ταινίας. Σε μια εποχή όπου μιλάμε όλο και περισσότερο για συναίνεση, αυτοδιάθεση και όρια, η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» μεταφέρει τη συζήτηση σε μια περιοχή όπου τα συνθήματα δεν αρκούν. Η συναίνεση δεν είναι πάντα μια καθαρή φράση. Μερικές φορές δεν μπορεί να ειπωθεί. Μερικές φορές μπορεί να μοιάζει με χειρονομία, με συνήθεια, με παλιά οικειότητα. Και μερικές φορές ακριβώς αυτή η ασάφεια είναι ο κίνδυνος.
Στην Ελλάδα, η ταινία θα προβληθει στις Νύχτες Πρεμιέρας στις 6 Οκτωβρίου, στον Δαναό 1, και αναμένεται στη συνέχεια από την Cinobo. Το πιο δυνατό της σημείο είναι ότι δεν προσφέρει ανακούφιση. Δεν βγαίνεις από αυτήν έχοντας αποφασίσει εύκολα ποιος είχε δίκιο. Βγαίνεις με κάτι χειρότερο και πιο χρήσιμο: με την αίσθηση ότι η φροντίδα, όταν φτάνει στο τέλος της ζωής, δεν είναι ποτέ αθώα. Και ότι το να προστατεύεις έναν άνθρωπο χωρίς να τον εξαφανίζεις μπορεί να είναι μια από τις πιο δύσκολες πράξεις αγάπης.
Με στοιχεία από ArtReview, Νύχτες Πρεμιέρας, Cinobo,














