Το πρώτο αυτοκίνητο μοιάζει σαν να το πέταξε εκεί ένας σεισμός. Έχει μείνει λοξά, με τη μούρη ψηλά, ανάμεσα σε τεράστιες σπείρες από καφέ άμμο. Κομμάτια δρόμου και οικοδομικά μπάζα έχουν συσσωρευτεί γύρω από τις ρόδες του. Πίσω του, η νεοκλασική πρόσοψη του Théâtre Graslin παραμένει ανέγγιχτη, με τις κολόνες της στη θέση τους και τα σκαλιά της καθαρά.
Από το κλειστό αυτοκίνητο δεν ακούγεται συναγερμός. Ακούγεται όπερα.
Το Fossil Opera, η μνημειακή εγκατάσταση που δημιούργησε ο Γάλλος καλλιτέχνης και σκηνοθέτης Τεό Μερσιέ (Théo Mercier) για το φετινό Le Voyage à Nantes, έχει καταλάβει την πλατεία Graslin έως τις 6 Σεπτεμβρίου. Περίπου 600 τόνοι άμμου έχουν μετατραπεί σε γιγάντιους αμμωνίτες και άλλα απολιθωμένα κελύφη, ορισμένα από τα οποία φτάνουν σε ύψος τα 4,4 μέτρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται παλιά αυτοκίνητα και θραύσματα από εργοτάξια της Νάντης, σαν η σύγχρονη πόλη να έχει ήδη καταρρεύσει, θαφτεί και ανασκαφεί από έναν πολιτισμό που ήρθε πολύ αργότερα.
Η πλατεία Graslin ήταν πάντοτε ένα θέατρο, ακόμη και πριν χτιστεί επάνω της το πραγματικό θέατρο. Στα τέλη του 18ου αιώνα σχεδιάστηκε ως ημικυκλική σκηνή αμοιβαίας παρατήρησης: από τα μπαλκόνια των κτιρίων, οι κάτοικοι κοιτούσαν την πόλη· από τα μπαλκόνια της όπερας, το κοινό κοιτούσε το ανθρώπινο θέαμα της πλατείας. Η δημιουργία της υπήρξε μια πράξη αστικής πειθαρχίας: η ακατέργαστη πλαγιά αντικαταστάθηκε από λαξευμένη πέτρα, συμμετρία και νεοκλασική τάξη.
Ο Μερσιέ αντιστρέφει προσωρινά εκείνη τη χειρονομία. Η στρωμένη επιφάνεια μοιάζει να έχει ανοίξει και η ύλη που η πόλη προσπαθεί διαρκώς να ελέγχει επιστρέφει από κάτω: άμμος, πέτρες, συντρίμμια, μέταλλο. Η πλατεία δεν γκρεμίζεται πραγματικά· παίζει τον ρόλο μιας πλατείας που γκρεμίστηκε.
Οι αμμωνίτες είναι το κλειδί αυτής της σκηνοθεσίας. Τα σπειροειδή τους κελύφη παραπέμπουν σε μια γεωλογική διάρκεια ασύλληπτα μεγαλύτερη από τον χρόνο του αυτοκινήτου, του εμπορικού δρόμου ή της ευρωπαϊκής πόλης. Κι όμως, εδώ δεν είναι πραγματικά απολιθώματα.
Είναι γλυπτά από συμπιεσμένη και υγραμένη άμμο, κατασκευασμένα από μια διεθνή ομάδα πέντε ειδικών στη γλυπτική άμμου, με τρισδιάστατη μοντελοποίηση και βαριά τεχνική υποστήριξη. Το αρχαίο τοπίο είναι αποτέλεσμα εξαιρετικά σύγχρονης παραγωγής.
Τα αυτοκίνητα δεν λειτουργούν απλώς σαν θύματα της φανταστικής καταστροφής. Από κάθε καμπίνα εκπέμπεται η δική της επεξεργασμένη μουσική σύνθεση, σε ηχητικό σχεδιασμό του Σάμι Μπισόν (Sammy Bichon). Τα οχήματα γίνονται οι ερμηνευτές μιας υπαίθριας όπερας: μεταλλικά σώματα που έχουν πάψει να μεταφέρουν ανθρώπους, αλλά εξακολουθούν να διαθέτουν φωνή.
Αυτή είναι η πιο παράξενη λεπτομέρεια του έργου. Η σύγχρονη μηχανή δεν εμφανίζεται απλώς σαν απομεινάρι. Τραγουδά μέσα από τα ερείπιά της. Η καμπίνα γίνεται λαρύγγι, τα ηχεία αντικαθιστούν τον κινητήρα και το αυτοκίνητο αποκτά έναν τελευταίο ρόλο ακριβώς μπροστά από την είσοδο της όπερας.
Το αποτέλεσμα θυμίζει μετα-αποκαλυπτική εικόνα, αλλά δεν είναι κατασκευασμένο από φανταστικά υλικά. Η άμμος προέρχεται από λατομεία της περιοχής, τα μπάζα από έργα της Νάντης και τα αυτοκίνητα από τοπικό επαγγελματία. Όταν η διοργάνωση τελειώσει, όλα θα επιστρέψουν στα κυκλώματα από τα οποία δανείστηκαν: η άμμος, τα οικοδομικά υπολείμματα και τα οχήματα δεν θα μετατραπούν σε μόνιμο έργο ούτε σε συλλεκτικά γλυπτά.
Ακόμη και η καταστροφή έχει προβλέψει πώς θα επιστρέψει τα υλικά της.
Αυτή η κυκλικότητα δεν γλίτωσε το έργο από μια πολύ πραγματική διαμάχη. Κατά την κατασκευή του, μέσα σε περίοδο υψηλών θερμοκρασιών και περιορισμών στη χρήση νερού, εικόνες της υγραμένης άμμου προκάλεσαν κατηγορίες για σπατάλη. Το Le Voyage à Nantes απάντησε ότι το νερό είχε χρησιμοποιηθεί για να δεθούν οι κόκκοι και να διατηρηθούν οι περίπλοκες μορφές, ότι η χρήση του διακόπηκε μόλις έγιναν γνωστοί οι περιορισμοί και ότι η ολοκληρωμένη εγκατάσταση δεν χρειάζεται πλέον πότισμα. Στην επιφάνεια εφαρμόστηκε επίσης ένα μη τοξικό προστατευτικό υλικό για να επιβραδύνει τη φθορά.
Η διαμάχη δεν είναι άσχετη με το έργο. Αντίθετα, εκθέτει την πιο δύσκολη πλευρά κάθε οικολογικού θεάματος: ακόμη και μια εικόνα που μιλά για εξόρυξη, απόβλητα και εξάντληση πόρων πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί, να μεταφερθεί, να υγρανθεί, να σταθεροποιηθεί και να συντηρηθεί.
Το Fossil Opera ζητά από την πόλη να αντικρίσει τα υλικά της σαν αυριανά ερείπια, ενώ συγχρόνως αναγκάζεται να λογοδοτήσει για τη σημερινή τους χρήση.
Ο Μερσιέ δεν παρουσιάζει, πάντως, μια απλή ηθικολογική εικόνα της φύσης που εκδικείται την τεχνολογία. Οι αμμωνίτες του δεν είναι περισσότερο «φυσικοί» από τα αυτοκίνητα. Είναι κι αυτοί κατασκευασμένα αντικείμενα, προσεκτικά μοντελοποιημένα και σμιλεμένα. Το υποτιθέμενο γεωλογικό τοπίο είναι τόσο τεχνητό όσο και η νεοκλασική τάξη της πλατείας που μοιάζει να ανατρέπει.
Αυτό που συγκρούεται στην εικόνα δεν είναι η φύση με τον πολιτισμό, αλλά διαφορετικές ταχύτητες του χρόνου: η αργή σπείρα ενός εξαφανισμένου πλάσματος, η σύντομη ζωή ενός αυτοκινήτου, η καθημερινή κατεδάφιση και ανακατασκευή της πόλης, η θερινή διάρκεια μιας δημόσιας εγκατάστασης.
Στις 6 Σεπτεμβρίου, η άμμος θα απομακρυνθεί, τα μπάζα θα επιστρέψουν στο κύκλωμα των έργων και τα αυτοκίνητα θα γυρίσουν εκεί απ’ όπου ήρθαν. Η πλατεία Graslin θα ξαναγίνει λεία, καθαρή και συμμετρική. Οι αμμωνίτες θα εξαφανιστούν χωρίς να αφήσουν γεωλογικό στρώμα, και τα οχήματα θα σταματήσουν να τραγουδούν.
Το Fossil Opera δεν προβλέπει το τέλος της πόλης.
Της επιτρέπει να κάνει μια πρόβα.
με στοιχεία από Le Monde















