Λίγο αργότερα φέρνει να μας δείξει όλες τις μακέτες που αφορούν το μεγάλο πρότζεκτ που ετοιμάζει εδώ και πολύ καιρό στη Μύκονο και εξηγεί τη δυσκολία να παντρέψεις τη διεθνή πολυτέλεια με την τοπική ταυτότητα. Πρόκειται για το νέο Four Seasons, ένα έργο μεγάλης κλίμακας, το οποίο όμως δεν αντιμετωπίζει ως ένα τυπικό ξενοδοχείο, αλλά ως ένα παραδοσιακό χωριό. «Πρέπει να έχεις όλες τις προδιαγραφές του Hilton, αλλά χωρίς να είναι Hilton», λέει και μου εξηγεί ότι ο προβληματισμός του ήταν ο εξής: «Πώς θα το κάνω μυκονιάτικο και να δουλεύει για Αμερικάνους;». Κάπως έτσι εξιστορεί τη φιλοσοφία που ακολούθησε για να δημιουργήσει ένα «χωριό» σε ένα νησί που υπεραγαπά. Και αναφέρει: «Το Four Seasons στη Μύκονο σχεδιάστηκε με τη λογική της διάσπασης του όγκου σε μικρά “σπιτάκια”, ακολουθώντας την κλίμακα του νησιού. Ουσιαστικά, ήθελα να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις ενός πολυτελούς θέρετρου χωρίς να χαθεί η αίσθηση του οικισμού. Το σχεδίασα στην αρχή πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, κάποια στιγμή που ήμουν στο καφενείο», θυμάται. Και προσθέτει: «Στο κέντρο του οικισμού τοποθέτησα την “πλατεία”, το δημαρχείο (ρεσεψιόν), το καφενείο και την εκκλησία. Αυτή η ιεραρχική διάταξη, ο Θεός, η εξουσία και ο λαός, είναι μια παγκόσμια συνταγή για κάθε πετυχημένη κοινωνική δομή, από την Ιταλία μέχρι την Ύδρα». Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη θέα, με μια έξυπνη τομή στο έδαφος ώστε όλα τα δωμάτια, ακόμα και τα ισόγεια, να έχουν οπτική επαφή με τη θάλασσα.
«Ακόμη και αυτά τα δύο εκκλησάκια στο σχέδιο που βλέπεις», μου λέει, «ήταν έμπνευση από το βιβλίο του Ρόμπερτ Μακέιμπ. Όπως και οι δύο φίλοι που κάθονται στην πεζούλα, προέρχονται από φωτογραφία του». Για τον Βαλσαμάκη, η αρχιτεκτονική δεν γεννιέται ποτέ σε ένα κενό αέρος. Ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο, μια λεπτομέρεια τοπίου, μια ανθρώπινη στάση μπορούν να μετατραπούν σε αρχιτεκτονική μορφή. Έπειτα, με ένα μειδίαμα που προαναγγέλλει ότι ακολουθεί αφήγηση, περνά στη Μύκονο. «Έχει ιδιαίτερη σημασία η ιδιαιτερότητά της μέσα στην ιστορία», αναφέρει αστειευόμενος. «Σε αντίθεση με άλλα νησιά, όπου οι οικισμοί χτίζονταν ψηλά από φόβο για τους πειρατές, στη Μύκονο οι ίδιοι οι κάτοικοι ήταν πειρατές». Σταματά για μια στιγμή, απολαμβάνοντας την αντίδραση, και συνεχίζει: «Έχτιζαν πάνω στο κύμα, όπως στη Μικρή Βενετία, για να ξεφορτώνουν κατευθείαν τα λάφυρα στα σπίτια τους». Εκεί αντιλαμβάνεσαι τη γοητεία που του ασκεί ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία, ο μύθος και η ανάγκη εγγράφονται στον συλλογικό χώρο. Για εκείνον, κάθε τόπος κουβαλά μια λογική που ξεπερνά την αισθητική του εικόνα, έναν χαρακτήρα που πρέπει πρώτα να αφουγκραστείς, προτού επιχειρήσεις να τον σχεδιάσεις.
Η ζωή του δεν υπήρξε πάντοτε ανέφελη. Θυμάται τη θητεία του στον στρατό, το 1948, και τις σκληρές ημέρες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Καθώς μιλά, σηκώνεται και μου δείχνει ένα σημείο της βιβλιοθήκης του: εκεί φυλάσσει όλα τα τεύχη ενός αρχιτεκτονικού περιοδικού της ίδιας εποχής. Του τα έστελναν φίλοι του στο βουνό, στο μέτωπο. Τα έχει διατηρήσει με ευλάβεια, σαν τεκμήρια μιας περιόδου σε αναταραχή. Η σκηνή αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για τον ίδιο: ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, η αρχιτεκτονική δεν ήταν επάγγελμα που θα ερχόταν αργότερα. Αποτελούσε ήδη μια σταθερή πυξίδα.
Ανατρέχει επίσης στα χρόνια προτού βρει οριστικά τον δρόμο του, όταν αισθανόταν, όπως λέει με αυτοσαρκασμό, «αποτυχημένος ζωγράφος». «Ζωγράφιζα από μικρός, περίπου από τα δεκαπέντε μου», θυμάται, «αλλά δεν πίστευα ότι θα γίνω σπουδαίος εικαστικός. Κάπως έτσι στράφηκα στην αρχιτεκτονική». Οι αναφορές του παραμένουν σταθερές και αδιαπραγμάτευτες: ο Λε Κορμπιζιέ και ο Μις φαν ντερ Ρόε. Τα βιβλία τους βρίσκονται σε περίοπτες θέσεις στο γραφείο του. «Αγαπώ πολύ και τα έπιπλά τους», συμπληρώνει.
«Ταξίδευα πολύ. Εξερευνούσα τα πάντα. Έπαιρνα ιδέες για το τι θα φτιάχναμε»
Η ματιά του στρέφεται στο Φάληρο της νιότης του. Θυμάται μια Αθήνα που σταματούσε στο παλιό αεροδρόμιο, με τη «βρόμα» και την εγκατάλειψη της εποχής. Αναπολεί το ταξίδι-σταθμό στην Ισπανία, σε μια εποχή που οι Έλληνες, όπως λέει με χιούμορ, ήταν ακόμα «βλάχοι», χωρίς γνώση τού τι συνέβαινε έξω. Εκεί, οδηγώντας στις μαγικές ακτές, είδε για πρώτη φορά οργανωμένα τουριστικά λιμάνια με παροχές ηλεκτρικού και νερού για τα σκάφη, πράγματα αδιανόητα για την τότε Ελλάδα. Αυτές οι εικόνες ήταν το δικό του πραγματικό «πανεπιστήμιο». «Όλη αυτή τη διαδρομή την έκανα με το αυτοκίνητο. Ιταλία, Γαλλία, Μασσαλία, Ισπανία μέχρι το Γιβραλτάρ. Και μετά ξανά πίσω. Μαγική εμπειρία. Πήγαινα σε όλα τα λιμάνια και εξερευνούσα. Έπαιρνα ιδέες για το τι θα φτιάχναμε», αφηγείται. Για τον Νίκο Βαλσαμάκη, τα ταξίδια και οι διαδρομές ήταν σαν ανοιχτό εργαστήριο: κάθε στάση, κάθε παραλιακή πόλη, κάθε λιμάνι γινόταν μάθημα. Δεν ταξίδευε ως τουρίστας, αλλά ως άνθρωπος που αναζητούσε μορφές και σταθμούς έμπνευσης που θα μπορούσαν κάποτε να μεταφερθούν στο ελληνικό τοπίο.
Επιστροφή στο γραφείο του, σ’ έναν χώρο στον οποίο βρίσκεται από τη δεκαετία του ’60. Η κουβέντα για τις πρώτες του πολυκατοικίες φέρνει στην επιφάνεια μια τρυφερή, αλλά και σκληρή ανάμνηση από την Κατοχή. «Μεγάλωσα σε ένα μικρό μπαλκονάκι. Εκεί έβγαλε η μητέρα μου (η Ντουντού, όπως την έλεγα) τον πόλεμο, σε μια καρέκλα, τέσσερα χρόνια ολόκληρα, ανάμεσα σε Ιταλούς και Γερμανούς. Το μπαλκόνι ήταν το σαλόνι μας, το παράθυρο ήταν όλος μας ο κόσμος», θυμάται με ένα μελαγχολικό ύφος. Πράγματι, πριν από τον Βαλσαμάκη, τα μπαλκόνια στις προπολεμικές πολυκατοικίες ήταν στενά, σχεδόν διακοσμητικά. «Ο κόσμος το καλοκαίρι κατέβαζε τα κρεβάτια στο πεζοδρόμιο για να κοιμηθεί», λέει. Ο ίδιος ήταν από τους πρώτους που «μεγάλωσαν» τα μπαλκόνια, μετατρέποντάς τα σε ζωτικό χώρο της ελληνικής οικογένειας. Παρά την αρχική δυσπιστία των «παλαιών» αρχιτεκτόνων, που επέμεναν στα κλασικά πρότυπα, ο κόσμος αγκάλιασε αυτό το νέο, μοντέρνο στυλ που επέτρεπε στο σπίτι να αναπνέει.
Μια από τις πιο απολαυστικές στιγμές της αφήγησης είναι η ανάλυση της «μαγείας» του σοβατίσματος. Ο Νίκος Βαλσαμάκης περιγράφει την αρχιτεκτονική μακριά από θεωρίες. Πρόκειται για μια χειρωνακτική τέχνη. «Η μαγκιά του αρχιτέκτονα βρίσκεται στην υφή που θα δώσεις στον σοβά», επισημαίνει. Κι έτσι εξηγεί τις διαφορές ανάμεσα σε εκείνο με τη λάμα, το «πεταχτό» ή τη φραπίνα (χτύπημα με το σφυρί). Θυμάται έναν τεχνίτη στη Μύκονο που, θέλοντας να πετύχει το τέλειο «πεταχτό», μάζεψε θυμάρια, τα έδεσε σε ξύλο και χτυπούσε με αυτά τον σοβά για να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στην επιφάνεια. «Αυτή ήταν η διαφορά των αρχιτεκτόνων τότε. Η μαγεία κρινόταν στο πώς θα διαμορφωθεί ο σοβάς. Ενώ οι κοινές πολυκατοικίες ήταν γκρίζες, στο χρώμα του τσιμέντου, επέλεγα τα λευκά τσιμέντα, δίνοντας μια άλλη φωτεινότητα στα έργα μου», αναφέρει.















