Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε επείγουσες πωλήσεις όπλων άνω των 8,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς συμμάχους της στη Μέση Ανατολή, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου ΗΠΑ, Ισραήλ με το Ιράν παραμένουν σε αδιέξοδο.
Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι οι συμφωνίες περιλαμβάνουν την αποστολή πυραύλων σε Ισραήλ, Κατάρ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας σε Κατάρ και Κουβέιτ. Υπενθυμίζεται ότι οι χώρες του Περσικού Κόλπου είχαν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις με ιρανικά drones και βαλλιστικούς πυραύλους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας με το Κατάρ, οι ΗΠΑ θα καταβάλουν περισσότερα από 4 δισ. δολάρια για πυραύλους αναχαίτισης Patriot, των οποίων τα παγκόσμια αποθέματα έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω του πολέμου. Παράλληλα, Ισραήλ, Εμιράτα και Κατάρ θα προμηθευτούν σύστημα κατευθυνόμενων πυραύλων ακριβείας, ενώ το Κουβέιτ προχώρησε σε αγορά προηγμένου συστήματος αεράμυνας αξίας περίπου 2,5 δισ. δολαρίων.
ΗΠΑ: Η ειδική πρόβλεψη Ρούμπιο για την πώληση των όπλων
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενεργοποίησε ειδική πρόβλεψη περί «έκτακτης ανάγκης», που επιτρέπει την άμεση έγκριση των πωλήσεων χωρίς την τυπική διαδικασία ελέγχου από το Κογκρέσο.
Πρόκειται για την τρίτη φορά που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη διαδικασία κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν, προκαλώντας αντιδράσεις από Δημοκρατικούς βουλευτές.
Οι συμφωνίες έρχονται μετά από μια περίοδο έντονης στρατιωτικής δραστηριότητας, κατά την οποία ΗΠΑ, Ισραήλ και αραβικές χώρες του Κόλπου κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, στην προσπάθειά τους να αμυνθούν των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων.
Παρότι έχει τεθεί σε ισχύ εκεχειρία από τον περασμένο μήνα, οι συνομιλίες για μια μόνιμη συμφωνία παραμένουν στάσιμες, με ΗΠΑ και Ιράν να διατηρούν αντικρουόμενες θέσεις, κυρίως γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ντόναλντ Τραμπ: Επιμένει στις απειλές σε βάρος του Ιράν
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με επιθέσεις σε ιρανικές πολιτικές υποδομές, όπως εργοστάσια ενέργειας, εάν δεν γίνουν δεκτοί οι όροι της Ουάσιγκτον, μια προοπτική που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έγκλημα πολέμου. Την Παρασκευή, δε, δήλωσε ότι δεν είναι «ικανοποιημένος» από την τελευταία πρόταση της Τεχεράνης.
Την ίδια στιγμή, οι δύο πλευρές βρίσκονται σε επικίνδυνη αντιπαράθεση σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, έναν κρίσιμο δίαυλο για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το Ιράν έχει περιορίσει τη διέλευση δυτικών πλοίων, ενώ οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια, γεγονός που έχει προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Υπενθυμίζεται πως η σύγκρουση ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν, το οποίο απάντησε με πυραυλικά πλήγματα και επιθέσεις με drones σε χώρες της περιοχής που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις. Σύμφωνα με τοπικές αρχές, τουλάχιστον 20 άμαχοι και αρκετοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε χώρες του Κόλπου.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δέχθηκαν τον μεγαλύτερο όγκο επιθέσεων, αναφέροντας περισσότερους από 500 βαλλιστικούς πυραύλους και 2.500 drones. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το Ισραήλ φέρεται να παρείχε σιωπηρά το σύστημα αεράμυνας του, Iron Dome, στα Εμιράτα για την ενίσχυση της άμυνάς τους.
Ωστόσο, όπως αναφέρουν οι New York Times στο αποκλειστικό τους δημοσίευμα, η αυξημένη ζήτηση για αμυντικά συστήματα έχει εντείνει τις ανησυχίες στην Ουάσιγκτον για τη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων, καθώς η παραγωγή τέτοιων όπλων απαιτεί χρόνια.
Παράλληλα, Δημοκρατικοί βουλευτές κατηγορούν την κυβέρνηση ότι παρακάμπτει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, επιχειρώντας να αποφύγει την πολιτική πίεση για έναν πόλεμο που δεν χαίρει ευρείας αποδοχής στην αμερικανική κοινή γνώμη. «Η μεταφορά αυτών των όπλων αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο μοτίβο: παραβίαση των διαδικασιών, παράκαμψη του Κογκρέσου και λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την εθνική ασφάλεια χωρίς διαφάνεια», δήλωσε ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς.
Από την πλευρά του, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι οι πωλήσεις εξυπηρετούν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, ενώ σημειώνεται ότι παρόμοια διαδικασία είχε χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν, τόσο από την κυβέρνηση Τραμπ όσο και από την προηγούμενη κυβέρνηση, σε άλλες περιπτώσεις συγκρούσεων στην περιοχή.
Με πληροφορίες από New York Times















