“NAZA”: Εκθέτοντας τη φονική μηχανή του Ισραήλ στη Γάζα
Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο 83ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας
*
“Η νέα μας ταινία δείχνει πώς η σφαγή των Παλαιστινίων αμάχων από το Ισραήλ ήταν μια υπολογισμένη και σκόπιμη πράξη, μέσα από τις μαρτυρίες των ίδιων των υπευθύνων”.
Yuval Abraham – Rachel Szor
Yuval Abraham – Rachel Szor
+972 Magazine – 10 Σεπτεμβρίου 2026
Ο Γιουβάλ Αμπραχάμ είναι δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής με έδρα την Ιερουσαλήμ.
Η Ρέιτσελ Σορ είναι κινηματογραφίστρια και διευθύντρια φωτογραφίας.
Τα τελευταία τρία χρόνια, πραγματοποιήσαμε νυχτερινές συνεντεύξεις σε ταράτσες του Τελ Αβίβ με 24 Ισραηλινούς στρατιώτες που έπαιξαν ενεργό ρόλο στην επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αξιωματικοί των πληροφοριών, οι οποίοι εργάζονταν πίσω από οθόνες και συμμετείχαν εξ αποστάσεως στη μαζική δολοφονία Παλαιστινίων.
Οι μαρτυρίες τους αποτελούν τη βάση του NAZA, ενός νέου ντοκιμαντέρ που σκηνοθετήσαμε -σε παραγωγή του The Guardian και του James Wilson και με εκτελεστικό παραγωγό τον Jonathan Glazer – το οποίο κάνει πρεμιέρα απόψε [11 Σεπτεμβρίου -σ.σ.] στο 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Δεν πήραμε συνεντεύξεις από αυτούς τους στρατιώτες επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να μάθουμε τι έχει κάνει το Ισραήλ στη Γάζα. Οποιοσδήποτε έχει δει την καταστροφή στη Λωρίδα, έχει ακούσει τους κατοίκους της Γάζας ή απλώς πίστεψε τα λόγια των Ισραηλινών ηγετών, θα έπρεπε να είχε αναγνωρίσει αυτή την αλήθεια εδώ και χρόνια.
Κάναμε αυτή την ταινία για έναν απλό λόγο: καταλάβαμε ότι οι μαρτυρίες από αξιωματικούς και στρατιώτες του στρατού που ισοπέδωσε τη Γάζα -εκείνους που έκαναν την παρακολούθηση, που υπολόγιζαν πόσοι αθώοι άνθρωποι ήταν πιθανό να σκοτωθούν σε κάθε σπίτι και που επανειλημμένα έδιναν το πράσινο φως για να βομβαρδιστούν ολόκληρες οικογένειες- θα καθιστούσαν ακόμη πιο δύσκολη την άρνηση αυτών των εγκλημάτων. Και αυτή η άρνηση είναι μέρος αυτού που επιτρέπει σε αυτά τα εγκλήματα να συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Είναι μια ταινία για ένα σύστημα. Επικεντρώνεται σε εντολές, πολιτικές και επαναλαμβανόμενες πρακτικές, όχι σε παρεκκλίσεις από αυτά. Το συμπέρασμα που βγάζουμε από τις μαρτυρίες είναι σαφές: η μαζική δολοφονία Παλαιστινίων αμάχων στη Γάζα δεν ήταν ένα “τραγικό υποπροϊόν” ενός πολέμου εναντίον της Χαμάς, όπως παρουσιάζεται συνήθως στο Ισραήλ, αλλά μια προμελετημένη, υπολογισμένη και σκόπιμη πράξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια επιτροπή του ΟΗΕ, οι κορυφαίες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο, καθώς και Παλαιστίνιοι, Ισραηλινοί και διεθνείς μελετητές το έχουν περιγράψει ως γενοκτονία.
Ο τίτλος της ταινίας, ΝΑΖΑ, που είναι το εβραϊκό ακρωνύμιο για τις “παράπλευρες απώλειες”, επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ παρουσιάζει τη δολοφονία αμάχων -συγκαλύπτοντας τόσο την εκ των προτέρων γνώση που έχει για το πόσοι άνθρωποι είναι πιθανό να σκοτωθούν σε κάθε πλήγμα, όσο και την πρόθεση καταστροφής που συνοδεύει τη στρατιωτική εκστρατεία από την αρχή.
Ένας από τους αξιωματικούς, στις συνέντευξη που μας έδωσε, περιγράφει πώς είχε πλήρη επίγνωση σε πραγματικό χρόνο για εκατοντάδες περιπτώσεις στις οποίες οικογένειες συνέχιζαν την κανονική τους ζωή -ένας άνδρας που μιλούσε στη σύζυγό του, ο ήχος μιας τηλεοπτικής εκπομπής, προσευχή, ένα μωρό που έκλαιγε- και στη συνέχεια εκείνος έδινε την έγκριση για να τους βομβαρδίσουν. Όταν ρωτήθηκε το γιατί, εξήγησε: “Καταλαβαίνεις ότι ο στόχος είναι να καταστρέψεις“.
Υπό από αυτό το πρίσμα, η παρουσία ενός ατόμου που το Ισραήλ θεωρεί στόχο δολοφονίας σε ένα συγκεκριμένο σπίτι μετατρέπεται σε “παράπλευρο” ζήτημα· μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποδείχθηκε ότι ο στόχος δεν βρισκόταν καν εκεί. Η ίδια η δολοφονία ήταν το ζητούμενο.
Κοιτώντας μέσα στο σκοτάδι
Οι στρατιώτες που εμφανίζονται στην ταινία συμφώνησαν όλοι να μιλήσουν υπό τον όρο να αποκρυβεί προσεκτικά η ταυτότητά τους, λόγω φόβων ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να προχωρήσει σε αντίποινα εναντίον τους επειδή αποκάλυψαν καταδικαστικές πληροφορίες. Κάποιες από τις μαρτυρίες τους ήταν τόσο επείγουσες και φρικτές που τις δημοσιεύσαμε σχεδόν αμέσως σε μια σειρά ερευνητικών ρεπορτάζ για το +972 Magazine, το Local Call και τον Guardian.
Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες με τους οποίους μιλήσαμε ανήκουν σε αυτό που συνήθως αποκαλείται κοινωνικοοικονομική ελίτ του Ισραήλ και υπηρέτησαν κυρίως σε επίλεκτες μονάδες πληροφοριών. Ορισμένοι είχαν πλήρη επίγνωση ότι είχαν συμμετάσχει σε σοβαρά εγκλήματα και ήλπιζαν ότι το να μιλήσουν ανοιχτά θα βοηθούσε να διαπεραστούν τα τείχη της άρνησης και της δικαιολόγησης, αναγκάζοντας το ισραηλινό κοινό να αναμετρηθεί με αυτό που στάλθηκε να κάνει ο στρατός εξ ονόματός του. Άλλοι συμφώνησαν να μιλήσουν μόνο μετά από μήνες σκέψης – είτε από ενοχή, ντροπή, είτε ακόμη και από υπερηφάνεια για όσα θεωρούσαν ως επαγγελματικά τους επιτεύγματα.
Η ταινία μας δεν επικεντρώνεται στα κίνητρά τους, κάτι που αποτελούσε συνειδητή επιλογή. Ασχολείται κυρίως με την ίδια τη δολοφονία και με το τι καθιστά αυτή τη δολοφονία εφικτή. Το να αφιερώσουμε υπερβολικό χρόνο στα ηθικά και πολιτικά συναισθήματα των πηγών θα ενείχε τον κίνδυνο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους μακριά από τα θύματα, κάτι που δεν θέλαμε να κάνουμε.
Η διασφάλιση της ανωνυμίας σε άτομα που, σύμφωνα με τις δικές τους περιγραφές, έλαβαν μέρος σε φρικτά εγκλήματα, δεν είναι μια απόφαση που πήραμε αβασάνιστα. Αλλά δεδομένης της συνεχιζόμενης διάπραξης αυτών των εγκλημάτων, νιώσαμε την υποχρέωση να δημοσιοποιήσουμε τις μαρτυρίες τους με την ελπίδα ότι αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στις προσπάθειες για τον τερματισμό της επίθεσης. Οι μαρτυρίες των στρατιωτών ενοχοποιούν επίσης ένα πολύ ευρύτερο σύστημα, για το οποίο τα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Ισραήλ φέρουν την τελική ευθύνη. Ελπίζουμε ότι η ταινία μπορεί να συμβάλει στη λογοδοσία για τα σοβαρά εγκλήματα του Ισραήλ και στην απόδοση δικαιοσύνης για τα θύματά τους.
Όμως η ταινία δεν είναι μόνο μια συλλογή μαρτυριών από στρατιώτες. Στρέψαμε επίσης τον φακό της κάμερας στο Τελ Αβίβ και στους κατοίκους του κατά τη διάρκεια της νύχτας, εξετάζοντας την πόλη ως μια φούσκα στην οποία η καθημερινή ζωή συνεχίζεται κανονικά, την ίδια στιγμή που Παλαιστίνιοι σφαγιάζονται μόλις 60 χιλιόμετρα μακριά. Μέσα από το βλέμμα μας στην πόλη από την οποία διοικείται ο πόλεμος στη Γάζα, προσπαθήσαμε να παρατηρήσουμε τους μηχανισμούς συμμόρφωσης που καθιστούν εφικτή μια τόσο εκτεταμένη αδιαφορία.
Κάνοντας αυτό, βρεθήκαμε να θέτουμε ερωτήματα που είχε θέσει η γενιά των παππούδων μας -ερωτήματα που άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν θέσει αφού έμαθαν για θηριωδίες και γενοκτονίες σε άλλα μέρη: Πώς μπορεί μια ομάδα ανθρώπων να συναινέσει στην πλήρη απανθρωποποίηση μιας άλλης; Και πώς μοιάζει ένα γενοκτονικό σύστημα εκ των έσω;
Στα επόμενα χρόνια -ίσως σε μια εποχή μετά τον Νετανιάχου, αν έρθει ποτέ μια τέτοια εποχή- τμήματα του φιλελεύθερου στρατοπέδου του Ισραήλ ενδέχεται να επιδιώξουν να αποστασιοποιηθούν από τα εγκλήματα στη Γάζα και να τα αποδώσουν στην ακροδεξιά κυβέρνηση. Ασφαλώς, αυτή η κυβέρνηση φέρει την πρωταρχική ευθύνη για τη δολοφονία περισσότερων από 73.000 ανθρώπων, κυρίως αμάχων, στον απόηχο των εγκληματικών μαζικών σφαγών της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτών των δολοφονιών διαπράχθηκε από στρατιώτες που προέρχονταν από την καρδιά του φιλελεύθερου στρατοπέδου του Ισραήλ: από αξιωματικούς των πληροφοριών και της Πολεμικής Αεροπορίας που υπηρετούν στις πιο επίλεκτες μονάδες του στρατού.
Οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας ενδέχεται να ισχυριστούν ότι απλώς εκτελούσαν εντολές -ότι έλαβαν ένα σύνολο συντεταγμένων, έριξαν τη βόμβα και επέστρεψαν στο σπίτι τους χωρίς να γνωρίζουν τι έπληξαν. Οι στρατιώτες του πεζικού θα υπερασπιστούν τους εαυτούς τους λέγοντας ότι δεν γνώριζαν πάντα ποιον χτυπούσαν, εν μέρει λόγω της ομίχλης του πολέμου. Ανεξάρτητα από το πόσο έωλες είναι αυτές οι δικαιολογίες, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφισβήτηση για το τι γνώριζε το προσωπικό των υπηρεσιών πληροφοριών.
Είδαν και άκουσαν με τα ίδια τους τα μάτια και αυτιά ότι τα σπίτια που “στοχοποιούσαν” ήταν γεμάτα με οικογένειες. Γνώριζαν ότι οι μαζικές “εγκρίσεις παράπλευρων απωλειών” δεν είχαν καμία σχέση με στόχους κάποιας σημαντικής στρατιωτικής αξίας. Κι όμως, έπαιξαν τον ρόλο τους στον μηχανισμό του θανάτου, χωρίς ουσιαστικά καμία πράξη άρνησης ή αντίστασης.
Η ταινία δείχνει πώς μοιάζει ένα φονικό σύστημα όταν βασίζεται στην αντίληψη ότι “δεν υπάρχουν αθώοι στη Γάζα” -ή, όπως θα μπορούσε να διατυπωθεί στην ορολογία των υπηρεσιών πληροφοριών, “δεν υπάρχει NAZA στη Γάζα”. Κατά συνέπεια, η ταινία μάλλον θα ξεβολέψει τους αρνητές, όσους σπέρνουν αμφιβολίες και όσους νιώθουν ακόμα την άνεση να εθελοτυφλούν και να αισθάνονται άνετα να ζουν σε μία ζώνη του λυκόφωτος, μεταξύ γνώσης και άγνοιας για το τι συμβαίνει 60 χιλιόμετρα νότια του Τελ Αβίβ.
Η ταινία κάνει πρεμιέρα στη Βενετία απόψε [11 Σεπτεμβρίου -σ.σ.] και σύντομα θα προβληθεί στη Νέα Υόρκη, πριν διανεμηθεί σε όλο τον κόσμο. Όμως, είναι επίσης στραμμένη προς τα μέσα, προς την ίδια την ισραηλινή κοινωνία. Κινηματογραφήθηκε εξ ολοκλήρου νύχτα, αντανακλώντας το βαθύ σκοτάδι μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε και μέσα στο οποίο ζούμε. Αλλά χωρίς έναν ειλικρινή απολογισμό για όσα συνέβησαν στο σκοτάδι, κανείς μας δεν θα μπορέσει να δει το φως.
Μία μαρτυρία στρατιώτη από τις δεκάδες (εκατοντάδες;) που συγκεντρώνει και κοινοποεί η οργάνωση βετεράνων του ισραηλινού στρατού Breaking the Silence:
Catalog number: 629747
Rank: Sergeant First Class
Unit: Nahal Brigade
Area: Northern Gaza strip
Σε μία από τις τελευταίες μου αποστολές [στη Γάζα], ξεκίνησε μια συζήτηση μετά από ένα περιστατικό που αναφερόταν ως το “πρωτόκολλο των κουνουπιών”. Ήμασταν στον παραλιακό δρόμο και πολύς κόσμος περπατούσε προς τη Ράφα, και τότε, άρπαξαν αυτούς τους δύο τύπους και τους χρησιμοποίησαν για να ανοίγουν κτίρια (εγκαταστάσεις που ο στρατός είχε προεπιλέξει).
Παλαιστίνιους;
Ναι, Παλαιστίνιους, ο ένας ήταν 16 ετών. Ο ανακριτής μας μάς είπε ότι είχαν διασυνδέσεις [με τη Χαμάς]. Σε εκείνο το σημείο, έχεις ήδη αρχίσει να αμφισβητείς όσα σου λένε, επειδή, προφανώς, θα μπορούσες να πεις για τον οποιονδήποτε στη Γάζα ότι συνδέεται με κάποιο τρόπο με τη Χαμάς.
Είχαμε στον λόχο έναν τύπο που μιλούσε αραβικά και, προτού κάποιο στρατιωτικό τμήμα εισέλθει στον χώρο, τους έστελνε να ανοίξουν τα σπίτια, ώστε αν υπάρχει κάποιος αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, να ανατιναχτούν εκείνοι.
Ήταν μαζί μας για 48 ώρες. Πέρασαν και τη νύχτα μαζί μας. Και μετά, οι στρατιώτες απλώς έχασαν την υπομονή τους, ζήτησαν από τον διοικητή του τάγματος να μιλήσουν και τον ρώτησαν για διάφορα τέτοια πράγματα. Στο κάτω-κάτω, υπάρχει και όλο αυτό το ζήτημα της αισθητικής. Όταν πιάνεις ένα αγόρι που έχει δεμένα τα μάτια και τα χέρια του, και το βοηθάς να πάει στην τουαλέτα τη νύχτα και του κατεβάζεις το φερμουάρ, η αισθητική του πράγματος είναι αποκρουσική. Δεν είναι σαν να ανατινάζεις απλά ένα κτίριο.
Ναι. [Έτσι, ένας από τους στρατιώτες] πήγε και είπε στον διοικητή του τάγματος: πιστεύω ότι το τάγμα διαπράττει στην πραγματικότητα εγκλήματα πολέμου. Ο διοικητής του τάγματος είπε κάτι που κατά κάποιο τρόπο μου αποτυπώθηκε στο μυαλό: Ένας μαχητής δεν θα πρέπει να ενδιαφέρεται για τους νόμους του πολέμου, θα πρέπει να σκέφτεται τις αξίες του IDF (Ισραηλινού Στρατού) και να ενεργεί σύμφωνα με τις αξίες του IDF, όχι με τους νόμους του πολέμου. Αυτή ήταν η κουβέντα που του είπε ως απάντηση στον ισχυρισμό του ότι διαπράττονταν εγκλήματα.















