Κορυφαία στελέχη της Silicon Valley ζητούν κοινούς κανόνες και δικλίδες ασφαλείας για την τεχνητή νοημοσύνη, όμως η γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας και η επιδίωξη τεχνολογικής υπεροχής περιορίζουν τις πιθανότητες ουσιαστικής συνεννόησης.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, πρότεινε έναν νέο τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα μπορούσε να κερδίσει το Νόμπελ Ειρήνης που επιδιώκει εδώ και χρόνια: να πετύχει συμφωνία με την Κίνα για εγγυήσεις ασφαλείας στην τεχνητή νοημοσύνη.
«Αν έστω οι ΗΠΑ και η Κίνα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε ορισμένα κοινά πρότυπα και δοκιμές για την ανάπτυξη αυτής της τεχνολογίας, πιστεύω ότι θα ήταν ένα εξαιρετικό επίτευγμα που θα μπορούσαν να παραδώσουν οι δύο χώρες», δήλωσε ο Άλτμαν στο περιοδικό Fortune.
Ωστόσο, παρότι ο Άλτμαν και άλλα κορυφαία στελέχη του αμερικανικού τεχνολογικού κλάδου αναμένεται να βρεθούν αύριο, Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, σε δείπνο με τον Τραμπ και τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, με αφορμή τη συνάντηση των δύο ηγετών στην Ουάσινγκτον, ο Λευκός Οίκος δεν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι επιδιώκει μια συνολική συμφωνία.
Η συμμετοχή των κορυφαίων στελεχών στο δείπνο αντανακλά τη θέση που έχει καταλάβει η ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική ατζέντα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον ανησυχεί έντονα για τον κίνδυνο που θα μπορούσε να προκαλέσει στην ανθρωπότητα μια τεχνητή νοημοσύνη εκτός ελέγχου.
Καθώς τα πιο προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης γίνονται ολοένα ισχυρότερα, ορισμένες από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες του κλάδου εκφράζουν αυξανόμενη ανησυχία ότι η τεχνολογία τους θα μπορούσε να προκαλέσει καταστροφική βλάβη. Θεωρούν αναγκαίο τον συντονισμό ΗΠΑ και Κίνας -των δύο χωρών στις οποίες εδρεύουν οι εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη της τεχνολογίας- ακόμη και μέσω μιας ενδεχόμενης συμφωνίας για επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξής της.
Δύο ασύμβατες προσεγγίσεις για την τεχνητή νοημοσύνη
Ουάσινγκτον και Πεκίνο, όμως, έχουν εκ διαμέτρου διαφορετικές εκτιμήσεις για τους σοβαρότερους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ παραμένει διχασμένη ως προς το πώς πρέπει να εποπτεύεται η τεχνολογία: ο πρόεδρος τάσσεται υπέρ της περιορισμένης νέας ρύθμισης, την ώρα που ορισμένοι συνεργάτες του ζητούν αυστηρότερα μέτρα.
Γι’ αυτό και πολλοί ειδικοί βλέπουν ελάχιστες πιθανότητες για ουσιαστική πρόοδο ανάμεσα στις δύο χώρες.
«Η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη», δήλωσε ο Ράιαν Φεντασιούκ, ερευνητής στο American Enterprise Institute. «Δεν υπάρχει περιθώριο για μια μεγάλη συμφωνία. Ούτε για συμφωνίες που θα περιόριζαν την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της μίας ή της άλλης πλευράς» σημείωσε. Παρά τη μεγάλη προσοχή που έχουν συγκεντρώσει τις τελευταίες εβδομάδες οι κίνδυνοι της τεχνητής νοημοσύνης, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι θέσεις των δύο χωρών έχουν μετατοπιστεί ουσιαστικά, σύμφωνα με τον Φεντασιούκ.
Χθες, Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προηγούνται στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης -την οποία, όπως είπε, μετονομάζει σε «υπερνοημοσύνη»- και ότι δεν προτίθεται να αξιοποιήσει την κυβερνητική εξουσία για να επιβραδύνει την εξέλιξή της.
«Προηγούμαστε πλέον της Κίνας με μεγάλη διαφορά, όπως και όλων των άλλων, και θα το διατηρήσουμε έτσι», είπε. «Θα τη διατηρήσουμε απολύτως ευθεία και πολύ ισχυρή. Δεν πρόκειται να καταπνίξω την ανάπτυξη κάτι που θα αποδειχθεί μεγαλύτερο από τη Βιομηχανική Επανάσταση» υποστήριξε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Ο Λευκός Οίκος αναμένει ότι ο Τραμπ θα συζητήσει με τον Σι την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και τη συμφωνία της Κίνας, το 2025, να αναστείλει τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, πρώτων υλών κρίσιμων για την κατασκευή μικροτσίπ. Αυτό ανέφερε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, ο οποίος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας προκειμένου να περιγράψει ιδιωτικές προετοιμασίες. Ο ίδιος απέφυγε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις θέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης πριν από τη συνομιλία των δύο ηγετών.
Δείπνο με τη Silicon Valley
Στο δείπνο της Πέμπτης, που έχει προγραμματιστεί να γίνει στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, θα συμμετάσχει και ο ιδρυτής της SpaceX, Έλον Μασκ. Όπως και ο Άλτμαν, ο Μασκ έχει ταχθεί υπέρ της επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο.
Στη λίστα των προσκεκλημένων βρίσκεται επίσης ο Τζένσεν Χουάνγκ, διευθύνων σύμβουλος της Nvidia. Ο Χουάνγκ δεν έχει υιοθετήσει τις εκκλήσεις για επιβράδυνση, υποστηρίζοντας ότι οι προειδοποιήσεις για ακραίους κινδύνους από την τεχνητή νοημοσύνη είναι υπερβολικές. Το ζήτημα είχε συζητήσει και με τον Τραμπ, ο οποίος τον κάλεσε τηλεφωνικά την περασμένη εβδομάδα, ενώ ο ίδιος συμμετείχε σε τεχνολογικό συνέδριο.
Στο δείπνο αναμένεται ακόμη να βρεθούν ο ιδρυτής της Amazon, Τζεφ Μπέζος, ο διευθύνων σύμβουλος της Google, Σουντάρ Πιτσάι, ο επικεφαλής της Dell Technologies, Μάικλ Ντελ, και ο πρόεδρος της Apple, Τιμ Κουκ. Παρόντες αναμένεται να είναι επίσης ο διευθύνων σύμβουλος της Meta, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο πρόεδρος της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, και ο διευθύνων σύμβουλος της Microsoft, Σάτια Ναντέλα, σύμφωνα με τον αξιωματούχο και με πρόσωπα που γνωρίζουν τον σχεδιασμό τους.
Η κούρσα για τα μικροτσίπ
Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ επιμένουν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε κούρσα για την κυριαρχία στην τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, κατηγορούν κινεζικές εταιρείες ότι ουσιαστικά αντιγράφουν αμερικανικές τεχνολογίες, χρησιμοποιώντας μια τεχνική που αποκαλείται distillation.
Η μέθοδος αυτή, γνωστή ως «απόσταξη μοντέλων», επιτρέπει σε ένα μικρότερο μοντέλο να μιμείται ή να αναπαράγει επιδόσεις ενός ισχυρότερου μοντέλου, εκτελώντας σύνθετες εργασίες με αισθητά λιγότερους υπολογιστικούς πόρους.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση παραμένει επιφυλακτική απέναντι στην επιβολή περιορισμών στα ανοικτά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία αναπτύσσονται σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα. Αυτά τα μοντέλα είναι δημοφιλή στις επιχειρήσεις επειδή συχνά κοστίζουν λιγότερο και μπορούν να τροποποιηθούν από εξωτερικούς προγραμματιστές.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επίσης εγκρίνει την εξαγωγή προηγμένων μικροτσίπ, τα οποία, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, ενισχύουν την ικανότητα της Κίνας να παραμένει ανταγωνιστική στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι αυτές οι κινήσεις υπονομεύουν την προειδοποίηση του Τραμπ πως οι ΗΠΑ πρέπει να διατηρήσουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα έναντι της Κίνας, ακολουθώντας ένα μοντέλο ρύθμισης με περιορισμένες κρατικές παρεμβάσεις.
Σε δημόσια επιστολή της προς τον Τραμπ, η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν, Δημοκρατική από τη Μασαχουσέτη, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα εταιρειών τεχνολογίας, όπως η Nvidia, εις βάρος του αμερικανικού κοινού.
«Η απόφασή σας να επιτρέψετε την εξαγωγή μικροτσίπ στην Κίνα θέτει την εθνική μας ασφάλεια σε σοβαρό κίνδυνο. Η Κίνα εργάζεται πυρετωδώς για να αναπτύξει προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένων οπλικών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να στραφούν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών», έγραψε η Γουόρεν. «Ο αμερικανικός λαός αναμένει να θέσετε στον πρόεδρο Σι το ζήτημα των κινδύνων της τεχνητής νοημοσύνης και να συνεργαστείτε με την Κίνα και άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο για να θεσπιστούν κανόνες και ρυθμίσεις για αυτή την τεχνολογία» τόνισε.
Περισσότερος διάλογος, όχι συμφωνία
Προς το παρόν, οι δύο χώρες φαίνεται να έχουν συμφωνήσει μόνο στη συνέχιση των συνομιλιών.
Την περασμένη Κυριακή, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ -ένα από τα πρόσωπα με κεντρικό ρόλο στην πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για την τεχνητή νοημοσύνη- συναντήθηκε με τον Κινέζο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Χε Λιφένγκ, στα κεντρικά γραφεία της JPMorgan στη Νέα Υόρκη. Στην ατζέντα βρέθηκαν το εμπόριο και η τεχνητή νοημοσύνη.
Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι πρότεινε έναν «μηχανισμό κοινοποίησης», μέσω του οποίου οι δύο χώρες θα ενημερώνουν η μία την άλλη για περιστατικά τεχνητής νοημοσύνης με συνέπειες για την εθνική ασφάλεια. Η Κίνα δεν έχει συμφωνήσει δημοσίως να συμμετάσχει.
«Θέλουν ένα κοινό όραμα για κοινούς στόχους και κοινές απειλές. Πιστεύουμε ότι, όπως σε κάθε δραστηριότητα που εκτείνεται πέρα από τα σύνορα, η μετάβαση από την αδιαφάνεια σε μεγαλύτερη διαφάνεια μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης δύναμης παγκοσμίως στην τεχνητή νοημοσύνη είναι πολύ σημαντική», δήλωσε ο Μπέσεντ στους δημοσιογράφους μετά τη συνάντηση.
Αμερικανοί και Κινέζοι αξιωματούχοι σχεδιάζουν να συνεχίσουν τις επίσημες συνομιλίες τους τον Νοέμβριο, στο Σενζέν της Κίνας, όπως δήλωσε ο Μπέσεντ στο CNBC.
Η κινεζική διάσταση
Για τους ηγέτες του κλάδου που ανησυχούν για τους κινδύνους των ισχυρότερων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η διαχείριση της κινεζικής διάστασης θεωρείται καθοριστική.
Οι κινεζικές εταιρείες διαθέτουν συχνά τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης τους ανοιχτά, επιτρέποντας σε τρίτους να τα χρησιμοποιούν και να τα τροποποιούν ελεύθερα. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν οι αμερικανικές εταιρείες περιόριζαν αυστηρά την πρόσβαση στα δικά τους συστήματα, οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να παραμείνουν σημαντικοί, εφόσον κινεζικά μοντέλα ήταν εύκολα διαθέσιμα για κυβερνοεπιθέσεις ή για την υποστήριξη της ανάπτυξης βιολογικών όπλων.
Σε δοκίμιό του με σημαντική επιρροή, ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, έχει καλέσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και έχει περιγράψει μια στρατηγική δύο αξόνων απέναντι στην Κίνα.
Αφενός, εισηγείται να διακοπεί η πρόσβαση της Κίνας σε αμερικανικά μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης αιχμής και να αποτραπεί η υποκλοπή αμερικανικών καινοτομιών από κινεζικές εταιρείες. Αφετέρου, εκτιμά ότι, αφού διασφαλιστεί η αμερικανική τεχνολογική πρωτοκαθεδρία, θα μπορούσε να καταστεί δυνατή η συνεργασία με το Πεκίνο.
«Δεν πρέπει να είμαστε αφελείς: τα γεωπολιτικά διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά, ώστε πιθανότατα θα υπάρχουν αυστηρά όρια σε όσα μπορούν να επιτευχθούν, ιδίως στην αρχή», έγραψε.
Με πληροφορίες από Washington Post















