Ο Ζόχραν Μαμντάνι εξελέγη στη Νέα Υόρκη με μια υπόσχεση που οι πλούσιοι της πόλης κατάλαβαν πολύ καλά: θα πληρώσουν περισσότερα. Τώρα, ο νέος φόρος στις πολυτελείς δεύτερες κατοικίες δεν φέρνει μόνο μια πολιτική σύγκρουση για τη φορολόγηση του πλούτου. Φέρνει και μια σπάνια ματιά στα σπίτια της τέχνης, της μόδας και της αμερικανικής διασημότητας.
Η υπηρεσία Οικονομικών του Δήμου της Νέας Υόρκης έδωσε στη δημοσιότητα καταλόγους ακινήτων στο πλαίσιο του νέου φόρου για κατοικίες μεγάλης αξίας που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία. Η δημοσιοποίηση προκάλεσε αμέσως αντιδράσεις. Οι επικριτές του Μαμντάνι μίλησαν για «hit list», δηλαδή για «λίστα στόχων», κατηγορώντας τον ότι φέρνει στο φως ονόματα και διευθύνσεις πλούσιων ιδιοκτητών και θέτει θέμα ασφάλειας. Οι υποστηρικτές του απαντούν ότι τα στοιχεία ιδιοκτησίας ήταν ήδη δημόσια και ότι η ενόχληση αφορά κάτι πιο απλό: ένας δήμαρχος εξελέγη λέγοντας πως οι πλούσιοι πρέπει να πληρώσουν περισσότερα και τώρα επιχειρεί να το εφαρμόσει.
Η λίστα προκάλεσε θόρυβο και για τα ονόματα που περιλαμβάνει. Ανάμεσα στους ιδιοκτήτες που αναφέρονται στους καταλόγους βρίσκονται η Άννα Γουίντουρ, η Τέιλορ Σουίφτ και η Σίνθια Νίξον. Αναφέρεται επίσης κατοικία στην Upper East Side που φέρεται να συνδέεται με τον Γούντι Άλεν. Ο δισεκατομμυριούχος Κεν Γκρίφιν είχε ήδη βρεθεί στο κέντρο της συζήτησης για τον φόρο, όταν η ομάδα του Μαμντάνι γύρισε προωθητικό βίντεο έξω από το ρετιρέ του στο Μανχάταν. Ο ίδιος χαρακτήρισε την κίνηση ανατριχιαστική και παράξενη, λέγοντας ότι τον έθετε σε κίνδυνο.
Εδώ το φορολογικό θέμα αποκτά και πολιτιστικό βάθος. Πέρα από τα διάσημα ονόματα, η βάση δεδομένων δείχνει πού κατοικεί ένα κομμάτι της αριστοκρατίας της τέχνης στη Νέα Υόρκη: γκαλερίστες, συλλέκτες, σύμβουλοι τέχνης, καλλιτέχνες, άνθρωποι που αγοράζουν, πουλούν, χρηματοδοτούν, εκθέτουν και καθορίζουν μεγάλο μέρος της αξίας στη σύγχρονη τέχνη.
Ο Ντέιβιντ Ζβίρνερ, ένας από τους μεγαλύτερους γκαλερίστες του κόσμου, οι Άρνε και Μαρκ Γκλίμτσερ της Pace Gallery, ο καλλιτέχνης Τζούλιαν Σνάμπελ, ο σύμβουλος τέχνης Άλαν Σουόρτσμαν και ο συλλέκτης Μίτσελ Ρέιλς εμφανίζονται ονομαστικά στους καταλόγους. Άλλα ακίνητα συνδέονται μέσω εταιρειών με δισεκατομμυριούχους συλλέκτες, όπως ο Στιβ Κόεν, ο Λίον Μπλακ και ο Λεν Μπλαβάτνικ.
Η πιο θεαματική περίπτωση είναι ίσως εκείνη του Λάρι Γκαγκόζιαν. Η έπαυλή του στην Upper East Side ανήκει, σύμφωνα με τα στοιχεία, στην εταιρεία Sugar Shack LLC και αποτιμάται από την πόλη στα 63,3 εκατ. δολάρια. Δεν είναι απλώς ένα σπίτι. Είναι μια διεύθυνση που μοιάζει να συμπυκνώνει ολόκληρο το οικοσύστημα της τέχνης στη Νέα Υόρκη: γκαλερί, συλλέκτες, ιδιωτικές αίθουσες, χρήμα, κύρος και απόσταση από τον δημόσιο χώρο.
Υπάρχει, όμως, μια απαραίτητη διευκρίνιση. Η λίστα δεν αποδεικνύει ότι όλοι αυτοί θα φορολογηθούν. Η παρουσία ενός ακινήτου στους καταλόγους δεν σημαίνει από μόνη της ότι πρόκειται για δεύτερη κατοικία ούτε ότι ο ιδιοκτήτης θα πληρώσει τον νέο φόρο. Σημαίνει ότι το ακίνητο μπήκε στο αρχικό πεδίο ελέγχου της πόλης. Οι ιδιοκτήτες έχουν περιθώριο να αποδείξουν ότι το ακίνητο είναι η κύρια κατοικία τους ή ότι δικαιούνται εξαίρεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που η δημοσιοποίηση προκάλεσε σύγχυση και οργή. Κάποιοι από όσους είδαν το όνομά τους στους καταλόγους αντέδρασαν λέγοντας ότι ζουν κανονικά στη Νέα Υόρκη και πληρώνουν φόρους στην πόλη. Εκπρόσωπος του Ντέιβιντ Ζβίρνερ ανέφερε ότι ο ίδιος είναι κάτοικος Νέας Υόρκης και ότι το ακίνητο που εμφανίζεται στη λίστα είναι η κύρια κατοικία του.
Ο νέος φόρος, γνωστός ως pied-à-terre tax, αφορά ακριβές κατοικίες που δεν αποτελούν κύρια κατοικία. Στην πρώτη φάση, καλύπτει μονοκατοικίες ή κατοικίες έως τριών οικογενειών με αξία 5 εκατ. δολαρίων και πάνω, καθώς και διαμερίσματα σε πολυκατοικίες ή συνεταιριστικά κτίρια με αξία από 1 εκατ. δολάρια και πάνω. Οι συντελεστές κυμαίνονται ανάλογα με τον τύπο και την αξία του ακινήτου.
Ο φόρος συμπυκνώνει την πολιτική υπόσχεση με την οποία εξελέγη ο Μαμντάνι: να πληρώσουν περισσότερα όσοι κρατούν πολυτελή ακίνητα στη Νέα Υόρκη χωρίς να ζουν μόνιμα εκεί. Η πόλη θέλει να κλείσει δημοσιονομικά κενά και να φορολογήσει κατοικίες που λειτουργούν σαν περιστασιακά καταφύγια πολυτελείας. Οι αντίπαλοί του μιλούν για στοχοποίηση και παραβίαση της ιδιωτικότητας. Οι υποστηρικτές του βλέπουν μια σπάνια στιγμή όπου ο πλούτος, που συνήθως κρύβεται πίσω από εταιρείες και νομικά σχήματα, γίνεται ορατός.
Για τον κόσμο της τέχνης, αυτή η ορατότητα είναι σχεδόν άβολη. Η αγορά της σύγχρονης τέχνης αγαπά τη διακριτικότητα: λευκοί τοίχοι, ιδιωτικές συμφωνίες, συλλογές που εμφανίζονται σπάνια, αγορές μέσω συμβούλων, ακίνητα μέσω εταιρειών. Ένας φορολογικός κατάλογος, φτιαγμένος για άλλον λόγο, έρχεται τώρα να ενώσει τις κουκκίδες.
Ο Στιβ Κόεν, ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, συνδέεται μέσω εταιρείας με ακίνητο στο West Village που η πόλη αποτιμά στα 69,8 εκατ. δολάρια. Αν δεν εξαιρεθεί, ο φόρος θα μπορούσε να φτάσει σε πολύ υψηλό ετήσιο ποσό. Ο Μίτσελ Ρέιλς, ιδρυτής του ιδιωτικού μουσείου Glenstone στο Μέριλαντ, εμφανίζεται με διαμέρισμα στο Central Park South, αξίας 2,67 εκατ. δολαρίων σύμφωνα με την πόλη.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί, αλλά η ουσία βρίσκεται αλλού. Η βάση δεδομένων δείχνει ότι ο κόσμος της τέχνης δεν είναι μόνο έργα, ιδέες και εκθέσεις. Είναι και ακίνητα, εταιρείες, φορολογικές επιλογές και διευθύνσεις σε μερικά από τα ακριβότερα τετράγωνα του πλανήτη. Το χρήμα που αγοράζει έναν πίνακα πολλών εκατομμυρίων συχνά κατοικεί λίγα τετράγωνα μακριά από τις γκαλερί που τον πουλούν.
Η Νέα Υόρκη δεν αποκάλυψε απλώς μερικές ακριβές διευθύνσεις. Με τον φόρο του Μαμντάνι, έδειξε έναν χάρτη της ισχύος πίσω από την τέχνη: ποιοι αγοράζουν, ποιοι πουλούν, ποιοι ιδρύουν ιδιωτικά μουσεία, ποιοι ζουν ανάμεσα σε γκαλερί, ουρανοξύστες και κατοικίες-τρόπαια.
Γι’ αυτό η υπόθεση ξεπερνά το φορολογικό της πλαίσιο. Δεν αφορά μόνο έναν νέο φόρο στις πολυτελείς δεύτερες κατοικίες. Αφορά τη στιγμή που το «φορολογήστε τους πλούσιους» έγινε δημόσιο αρχείο και έδειξε, έστω για λίγο, πού κρύβεται το, αφορολόγητο και αγνώστου προέλευσης χρήμα της Νεάς Υόρκης.
με στοιχεία από The Times, Artnet News















