ΤΡΕΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΓΚΑΖΑΚΙΑ σε σπίτια στελεχών της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη, του προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής ΝΔ Θεσσαλονίκης Ζήση Ιωακείμοβιτς, του πρώην βουλευτή Σάββα Αναστασιάδη και της πολιτεύτριας Αφροδίτης Νέστορα –η τελευταία προκάλεσε τον τραυματισμό της ίδιας της Νέστορα, του πατέρα της, δύο ακόμα άσχετων ενοίκων της πολυκατοικίας και, το πλέον τραγικό, τον θάνατο της 75χρονης μητέρας της Βάγιας– υπενθύμισαν ότι στη χώρα αυτή κάποιες παθογένειες και οι πρακτικές που τις συνοδεύουν επιμένουν να διαιωνίζονται, σε πείσμα των διεθνών εξελίξεων που έχουν αφήσει πολλά χρόνια τώρα το λεγόμενο «αντάρτικο πόλης» στο περιθώριο της ιστορίας. Οι εμπρησμοί και οι βομβιστικές ενέργειες στην Ευρώπη και την Αμερική συνδέονται πια περισσότερο με την εξτρεμιστική ακροδεξιά παρά με την αριστερά και τους συγγενικούς της χώρους.
Για την ακρίβεια, τυφλές επιθέσεις σαν αυτές, οι δράστες των οποίων δεν διαθέτουν τη στοιχειώδη επαναστατική ηθική του παρελθόντος, που ακόμα κι όταν στόχευε ανθρώπους επέβαλε, κατά κανόνα, απόλυτο σεβασμό στις ζωές τρίτων, δεν συνιστούν καν αντάρτικο πόλης αλλά μια μαφιόζικων παραπομπών καρικατούρα του. Πόσο μάλλον που τρεις μέρες μετά δεν έχουν βρει τη στοιχειώδη τσίπα να αναλάβουν την ευθύνη των επιθέσεων αυτών και να απολογηθούν κάπως για την «παράπλευρη απώλεια» που πιθανότατα δεν είχαν προβλέψει ούτε και την επιθυμούσαν εξαρχής, έλα όμως που «έκατσε στη βάρδια τους» και τι να εξηγείς τώρα· ότι ούτε εσύ ούτε οι «καθοδηγητές» σου –αν υπάρχουν– δεν υπολογίσατε πόσο φονικό μπορεί να γίνει στα χέρια ενός άσχετου ακόμα κι ένα «ταπεινό» γκαζάκι; Ότι, ναι, το είχατε υποψιαστεί, αλλά δεν σας πολυέκοφτε κιόλας γιατί ακόμα και μια random ηλικιωμένη μπορεί να θεωρηθεί «ταξικός εχθρός»; Ότι καμία πολιτική διεκδίκηση, ακόμα και το μεγαλύτερο δίκιο του κόσμου, δεν φτάνει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα; Ή μήπως να πιστέψουμε το τραβηγμένο από τα μαλλιά, στην περίπτωση τουλάχιστον αυτή, σενάριο της «προβοκάτσιας» που ήδη περιφέρουν στα σόσιαλ κάποιοι προς άγραν αβασάνιστων likes;
Τυφλές επιθέσεις σαν αυτές, οι δράστες των οποίων δεν διαθέτουν τη στοιχειώδη επαναστατική ηθική του παρελθόντος, που ακόμα κι όταν στόχευε ανθρώπους επέβαλε, κατά κανόνα, απόλυτο σεβασμό στις ζωές τρίτων, δεν συνιστούν καν αντάρτικο πόλης αλλά μια μαφιόζικων παραπομπών καρικατούρα του.
Η επιλογή των στόχων καθαυτή είναι ενδεικτική μιας νοοτροπίας που υπακούει περισσότερο στη λογική τού «ό,τι να ’ναι» ή του «το κάνω επειδή μπορώ» (καθότι και αφύλακτοι) παρά σε κάποιο εξεγερσιακό ζητούμενο: τρία μικρομεσαία στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, γνωστά μεν στη Θεσσαλονίκη αλλά ελάχιστα εκτός αυτής, που δεν φέρονται εμπλεκόμενα σε σκάνδαλα, ούτε έχουν δώσει δείγματα «ακραίων» – εντάξει, ο Αναστασιάδης π.χ. έχει μεν εκφραστεί υπέρ των «κλειστών συνόρων» όπως οι περισσότεροι ομοϊδεάτες του αλλά μέχρι εκεί, τη δε Νέστορα μάλλον φιλελεύθερη τη λες. Και δεν ξέρω πόσο στέκουν οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί ότι επρόκειτο για πράξη «αντεκδίκησης» από εκδιωγμένους καταληψίες του Α/Α χώρου, γεγονός είναι ωστόσο ότι υπάρχουν κάποια άτομα στον «χώρο» που βρέθηκαν ευκαιριακά εκεί, χωρίς καμία επαφή με την πραγματική κοινωνία, τους αγώνες και τις αγωνίες της, τα οποία σκέφτονται και ενεργούν ακριβώς όπως ενεργεί συχνά-πυκνά και η ΕΛ.ΑΣ.
Τη λογική της «βεντέτας» υιοθέτησε άλλωστε εξαρχής και η ίδια η κυβέρνηση με τις εμπρηστικές δηλώσεις κορυφαίων εκπροσώπων της για «θερμοκήπια τρομοκρατών», «ανοχή και ομπρέλα προστασίας σε φαινόμενα ακραίας βίας (από την αριστερά φυσικά)» κ.λπ., σε μια προσπάθεια φτηνής πολιτικής εκμετάλλευσης της τραγωδίας, ανάλογη εκείνης της ανεξιχνίαστης, ακόμα, υπόθεσης της Marfin το 2010. Αλλά η δεξιά παράταξη δεν είναι ακριβώς το διαχρονικό «θύμα» της τρομοκρατίας, όπως αρέσκεται να παρουσιάζεται· έχει κι αυτή ουκ ολίγους «σκελετούς» στην ντουλάπα της όπως η δολοφονία Τεμπονέρα, η «ασυλία» που απολάμβαναν για χρόνια τα δολοφονικά τάγματα εφόδου της ΧΑ, το άτυπα θεσπισμένο αστυνομικό «ακαταλόγιστο» που έχει στοιχίσει ζωές ή η τρομοκρατία των pushbacks. Η ίδια η θεωρία των «δύο άκρων» που είχε αναπτύξει τη «χρυσή» εποχή της ΧΑ και που προσπαθεί τώρα να επαναφέρει στον δημόσιο λόγο αποδείχθηκε ότι εξυπηρετούσε ουσιαστικά το εξής ένα, αυτό που κρατούσε τη λαβή των μαχαιριών (στο άλλο «άκρο» δεν ήταν παρά οι λεπίδες τους) που σκότωσαν τον Σαχζάτ Λουκμάν και τον Παύλο Φύσσα. Και θα υπάρξει, άραγε, κάποια σοβαρή έρευνα για τους δράστες ή θα αρκεστούν στη γνωστή «δεξαμενή υπόπτων» που συχνότατα καταλήγει σε «τραβήγματα» αθώων που «ενοχλούν», εξυπηρετώντας άλλες πολιτικές σκοπιμότητες;
Το αντάρτικο πόλης στην Ελλάδα, που ξανάρθε στην επικαιρότητα με το ντοκιμαντέρ «Φάκελος 17 Νοέμβρη» και την παραλίγο αποφυλάκιση Γιωτόπουλου –ένα «αντάρτικο» που είχε πράγματι συγκινήσει πολλούς από μας στη νεότητά μας αλλά σε μια τελείως διαφορετική ιστορική πραγματικότητα–, άρχισε να χάνει την ευρύτερη λαϊκή υποστήριξη ή ανοχή που απολάμβανε από την «παράπλευρη απώλεια», όπως την είχε αποκαλέσει (έτσι χαρακτήριζαν, για τον Θεό, και οι Αμερικανοί στρατιωτικοί τις ζωές αμάχων που χάνονταν στις πολεμικές τους επιχειρήσεις στο Βιετνάμ και αργότερα στο Ιράκ), του Θάνου Αξαρλιάν το 1992. Ήδη εξάλλου διαφαινόταν ότι η 17Ν είχε απολέσει τους όποιους ηθικούς της φραγμούς και ακολουθούσε μια δική της ατζέντα που ελάχιστη σχέση είχε πια με την ευρύτερη κινηματική. Περίπου συνέβη με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία μετά τη δολοφονία του Άλντο Μόρο που τουλάχιστον ήταν πολιτικό πρόσωπο και όχι τυχαίος περαστικός.
Η εκ των υστέρων «απολογία» των δραστών της δολοφονίας Αξαρλιάν ήταν για τα πανηγύρια, παρότι δε η 17Ν είχε εκφραστεί απαξιωτικά για τον ίδιο τον ευρύτερο κινηματικό χώρο, εκείνος της στάθηκε πρόθυμα αλληλέγγυος μετά τις συλλήψεις και μέχρι και πρόσφατα, οπότε ένα υπολογίσιμο κομμάτι του «ηρωοποίησε» τον Δημήτρη Κουφοντίνα, σε μικρότερο βαθμό και τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο. Αλλά και ο άτυχος 36χρονος αναρχικός Κυριάκος Ξυμητήρης, στα χέρια του οποίου έσκασε πέρσι βόμβα μεγάλης ισχύος με άγνωστο προορισμό διαμελίζοντάς τον, θεωρήθηκε επίσης από αρκετούς «μάρτυρας». Πολλά είναι τα αίτια αυτής της στάσης, από τα εμφυλιοπολεμικά απωθημένα μέχρι το σίγουρα δικαιολογημένο ευρύτερο λαϊκό αίσθημα απαξίωσης ενός διαπλεκόμενου, αυταρχικού, ολιγαρχικού και βαθιά διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που λειτουργεί με όρους καρτέλ και νόμιμης ιδιοκτησίας του κράτους και που δεν είναι ποτέ υπόλογο για τίποτα, άντε καμιά φορά να θυσιαστεί για το ξεκάρφωμα κανένας αποδιοπομπαίος τράγος τύπου Τσοχατζόπουλου – ένα κράτος μπροστά στο οποίο ο απλός πολίτης νιώθει εντελώς ανυπεράσπιστος, γι’ αυτό και οι «λαϊκοί εκδικητές», όπως παλιότερα το αντάρτικο πόλης και στις μέρες μας οργανώσεις όπως ο Ρουβίκωνας (που βέβαια δεν κάνει ένοπλο αγώνα), γνωρίζουν τόση απήχηση.
Όμως όλο αυτό κάπου δεν λειτουργεί· αντίθετα δολοφονίες αθώων όπως αυτή της Βάγιας Νέστορα αφενός συσπειρώνουν περισσότερο την εξουσία και τις κοινωνικές ομάδες που τη στηρίζουν, αφετέρου δίνουν αφορμή για ακόμα μεγαλύτερη καταστολή, εξανεμίζοντας το όποιο ηθικό πλεονέκτημα επικαλείται το ανταγωνιστικό κίνημα, κομμάτι του οποίου θέλουν να θεωρούνται –ή και όχι, με δεδομένη την ανάδειξη τα τελευταία χρόνια ενός ιδιότυπου αναρχομηδενισμού– και τα «παιδιά με τα γκαζάκια».















