Ο ισχυρός καύσωνας που βίωσε η Βρετανία είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν 24 εκατομμύρια εργατοώρες, που αντιστοιχούν σε απώλεια 1,35 δισεκατομμύρια ευρώ για την οικονομία της χώρας, σύμφωνα με εκτίμηση του London School of Economics (LSE).
«Οι άνθρωποι σε θέσεις εργασίας με υψηλότερη έκθεση στις υψηλές θερμοκρασίες και μεγαλύτερες σωματικές απαιτήσεις, σε τομείς όπως οι κατασκευές και η γεωργία, μείωσαν τις ώρες εργασίας τους περισσότερο από εκείνους σε θέσεις εργασίας με μικρότερη έκθεση και λιγότερες σωματικές απαιτήσεις, όπως ο ακαδημαϊκός χώρος», σύμφωνα με το LSE.
Κατά μέσο όρο, η αναφερόμενη μείωση των ωρών εργασίας ήταν 0,47 ώρες, σύμφωνα με αυτή τη μελέτη που καλύπτει την εβδομάδα 22-28 Ιουνίου, η οποία διεξήχθη από το Ινστιτούτο Grantham του LSE και το Ευρωμεσογειακό Κέντρο για την Κλιματική Αλλαγή (CMCC), που πραγματοποίησε έρευνα σε 1.950 ενήλικες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Επιπλέον, 3,6% των ερωτηθέντων, που αντιστοιχεί σε περίπου 1,25 εκατομμύρια εργαζόμενους στον πληθυσμό, δεν εργάστηκαν καθόλου εκείνη την εβδομάδα λόγω της ζέστης.
Οι επιπτώσεις του καύσωνα στη ζωή των εργαζομένων
Οι ερευνητές εξέτασαν πώς οι Βρετανοί αντιλαμβάνονταν τις επιπτώσεις του καύσωνα στις ώρες εργασίας τους, στη δυνατότητά τους να κοιμηθούν και σε τυχόν αλλαγές στις μετακινήσεις τους ή στο εργασιακό τους περιβάλλον.
Η μεγάλη πλειονότητα (87%) των εργαζομένων ανέφερε τουλάχιστον μία επίπτωση στην υγεία τους: διαταραχές ύπνου, αυξημένη κόπωση στην εργασία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ζάλη, λιποθυμία ή ταχυπαλμία.
Η Ελίζαμπεθ Ρόμπινσον, διευθύντρια του Ινστιτούτου Έρευνας Grantham, δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι «μια χώρα που παραμένει απροετοίμαστη απέναντι στην κλιματική αλλαγή». Η ίδια κάλεσε την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να «καταστήσει τους χώρους εργασίας ασφαλέστερους».
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ















