Ο Πέδρο Πασκάλ έχει περάσει τα τελευταία χρόνια από μερικά από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σύμπαντα της ποπ κουλτούρας.
Στο Behemoth!, όμως, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν ήταν να παλέψει σε αρένα, να χειριστεί όπλα ή να κρεμαστεί για μια σκηνή δράσης. Ήταν να κρατήσει ένα τσέλο και να μοιάζει σαν να παίζει όλη του τη ζωή.
Στη νέα ταινία του Τόνι Γκιλρόι για τη Searchlight Pictures, ο Πασκάλ υποδύεται τον Άλεξ, έναν χαρισματικό τσελίστα που επιστρέφει στο Λος Άντζελες και στον κόσμο της κινηματογραφικής μουσικής, έπειτα από δεκαετίες δουλειάς σε ορχήστρες. Είναι ο πρώτος μεγάλος κινηματογραφικός πρωταγωνιστικός ρόλος του ηθοποιού, σε μια στιγμή που το κοινό τον γνωρίζει ήδη από το The Last of Us, το The Mandalorian, το Gladiator II και άλλες μεγάλες παραγωγές.
Ο ρόλος είχε αρχικά δοθεί στον Όσκαρ Άιζακ, ο οποίος αποχώρησε από την παραγωγή τον περασμένο Αύγουστο. Ο Γκιλρόι βρέθηκε τότε μπροστά στο ενδεχόμενο είτε να εγκαταλείψει την ταινία είτε να βρει νέο πρωταγωνιστή. Ο Πασκάλ διάβασε το σενάριο και κατάλαβε αμέσως ότι ήθελε να το κάνει, ενώ μια τρίωρη συνάντηση με τον σκηνοθέτη έπεισε και τον Γκιλρόι ότι μπορούσε να σηκώσει το βάρος του ρόλου.
Το Behemoth! δεν είναι ακόμη μία είσοδος του Πασκάλ σε ένα μεγάλο κινηματογραφικό σύμπαν. Εδώ δεν μοιράζεται το βάρος με μια μυθολογία, ένα πολυπρόσωπο καστ ή έναν χαρακτήρα που το κοινό γνωρίζει ήδη. Η ταινία τον βάζει μόνο του στο κέντρο, σε έναν ρόλο που απαιτεί λιγότερο θέαμα και περισσότερη έκθεση.
Και αυτή η έκθεση περνά από τη μουσική. Ο Πασκάλ έκανε καθημερινή προετοιμασία μετά τα γυρίσματα, μαθαίνοντας όχι μόνο πώς κρατιέται το δοξάρι, αλλά και πώς στέκεται το σώμα ενός ανθρώπου που παίζει τσέλο από παιδί. Ο ίδιος έχει πει ότι οι αρένες, οι σκηνές με σπαθιά και οι απαιτήσεις των ταινιών δράσης ωχριούν μπροστά στην προσπάθεια να δείχνει πειστικός παίζοντας Τσαϊκόφσκι.
Για τον Γκιλρόι, γνωστό από τα Michael Clayton, The Bourne Legacy και Andor, το Behemoth! είναι η πρώτη ταινία που σκηνοθετεί μετά το 2012. Η ιδέα γεννήθηκε από την επαφή του με τον κόσμο της κινηματογραφικής μουσικής, μέσα από δουλειές όπως το Rogue One και το Andor, και από την εικόνα δεκάδων μουσικών που μπαίνουν σε ένα στούντιο ως ξεχωριστοί άνθρωποι και, όταν αρχίζουν να παίζουν, γίνονται μία κοινή φωνή.
Αυτός είναι και ο κόσμος της ταινίας. Ο Άλεξ επιστρέφει στο Λος Άντζελες και, μέσα από ηχογραφήσεις για φανταστικές ταινίες, ανοίγουν κομμάτια από το παρελθόν του: γιατί έφυγε, τι άφησε πίσω του και τι τον αναγκάζει να επιστρέψει. Για να αποδώσει αυτή τη διαδρομή, ο Γκιλρόι δεν ανέθεσε τη μουσική σε έναν μόνο συνθέτη, αλλά σε εννέα διαφορετικούς δημιουργούς, ανάμεσά τους οι Μάικλ Τζιακίνο (Michael Giacchino), Τζέιμς Νιούτον Χάουαρντ (James Newton Howard), Άλαν Σιλβέστρι (Alan Silvestri) και Μάικλ Άμπελς (Michael Abels).
Η επιλογή αυτή κάνει την ταινία ασυνήθιστη και ως παραγωγή. Το γεγονός ότι η μουσική υπογράφεται από εννέα συνθέτες μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα ακόμη και για την οσκαρική της πορεία, καθώς οι κανόνες της Ακαδημίας περιορίζουν τον αριθμό των συνθετών που μπορούν να πιστωθούν για ένα βραβείο.
Στο καστ συμμετέχουν επίσης ο Χανκ Αζάρια (Hank Azaria), ο Γουίλ Άρνετ (Will Arnett), η Εύα Βίκτορ (Eva Victor) και η Ολίβια Γουάιλντ (Olivia Wilde).
Όμως το Behemoth! είναι, πάνω απ’ όλα, η ταινία που δοκιμάζει τον Πέδρο Πασκάλ χωρίς την προστασία ενός έτοιμου σύμπαντος γύρω του: όχι ως ακόμη ένα αγαπημένο πρόσωπο της τηλεόρασης ή των franchise, αλλά ως ηθοποιό που καλείται να κρατήσει μόνος του μια ιστορία για τη μουσική, την επιστροφή και όσα αφήνει κανείς πίσω του.
με στοιχεία από Vanity Fair















