Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, το Πεντάγωνο ανέβαλλε τον εκσυγχρονισμό των παρωχημένων υπολογιστικών δικτύων του, κατευθύνοντας πόρους κυρίως σε οπλικά συστήματα αιχμής. Ωστόσο, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται ολοένα ισχυρότερη, αποκτά και μεγαλύτερη ικανότητα να εντοπίζει αδυναμίες στα ψηφιακά συστήματα του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας και να τις μετατρέπει σε σοβαρές παραβιάσεις, ικανές να υπονομεύσουν σε μεγάλο βαθμό την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ
Ο ανώτατος αξιωματούχος κυβερνοάμυνας του Πενταγώνου δήλωσε ότι η υπηρεσία έχει καταγράψει «δεκαπλάσια» αύξηση των ευπαθειών κυβερνοασφάλειας εν μέσω της ανόδου της τεχνητής νοημοσύνης. Η εξέλιξη αυτή καθιστά τα πληροφοριακά συστήματα του υπουργείου Άμυνας ευάλωτα σε επιθέσεις μηδενικής ημέρας (zero-day attacks), δηλαδή σε ιδιαίτερα επικίνδυνες επιθέσεις που εκμεταλλεύονται άγνωστα ή μη διορθωμένα κενά ασφαλείας και απαιτούν άμεση παρέμβαση για να αποτραπεί εκτεταμένη ζημιά.
«Έχουμε αναβάλει και μεταθέσει τη διατήρηση και τη συντήρηση των συστημάτων μας, με δυνητικά ολέθριες συνέπειες», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα, σε συνέδριο στην Ουάσινγκτον, ο αντιστράτηγος Πολ Στάντον, επικεφαλής της Διοίκησης Κυβερνοάμυνας του Στρατού Ξηράς. «Όχι πια».
Οι δηλώσεις έγιναν ενώ στην Ουάσινγκτον είχε αναζωπυρωθεί η έντονη συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, μετά την παραίτηση του Τζέικομπ Κόξον, ερευνητή της εταιρείας Anthropic, ο οποίος προειδοποίησε ότι η AI θα μπορούσε «να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της επόμενης δεκαετίας». Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφράσει στελέχη του κλάδου και νομοθέτες, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, ο επικεφαλής της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, και ο Έλον Μασκ στήριξαν κοινή συμφωνία υπέρ της επιβράδυνσης της ανάπτυξης της τεχνολογίας. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αντίθετα, έχει απορρίψει τους φόβους για την AI ως «φάρσα», δηλώνοντας ότι «τα ρομπότ δεν πρόκειται να καταλάβουν τον έλεγχο».
Ωστόσο, ειδικοί στην κυβερνοασφάλεια εκτιμούν ότι η έκθεση του Πενταγώνου σε κυβερνοεπιθέσεις με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί πιο άμεση απειλή για τον αμερικανικό μηχανισμό εθνικής ασφάλειας από την υπαρξιακή συζήτηση που κυριαρχεί στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ.
Τα παρωχημένα συστήματα του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, επιβαρυμένα από χρόνια παραμέλησης και ανεπαρκή χρηματοδότηση της συντήρησής τους, θα χρειαστούν χρόνο και σημαντικούς πόρους για να αναβαθμιστούν. Με τον ταχύ ρυθμό εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης, η καθυστέρηση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων κατά των αμερικανικών αμυντικών υποδομών, τονίζουν οι ειδικοί.
«Αυτό έχει καταστεί ιδιαίτερα επείγουσα προτεραιότητα», δήλωσε ο Μάικλ Σ. Χόροβιτς, διευθυντής του προγράμματος Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας στο Council on Foreign Relations. «Ο κίνδυνος είναι οι αντίπαλοι να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να διαταράσσουν τα αμερικανικά δίκτυα πληροφοριών, να αποκτούν πρόσβαση σε στρατιωτικά δεδομένα των ΗΠΑ και, ως εκ τούτου, να υπονομεύουν την εθνική ασφάλεια» σημείωσε.
Το Πεντάγωνο δεν απάντησε σε αίτημα της Washington Post για σχόλιο.
Ο εκσυγχρονισμός που αναβλήθηκε
Πέρα από τους φόβους ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη κοινωνική βλάβη, εντείνονται και οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια. Η άνοδος των πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης (AI agents) -συστημάτων που μπορούν να ενεργούν αυτόνομα για την εκτέλεση εργασιών- έχει δυσκολέψει τις εταιρείες να ελέγχουν και να παρακολουθούν τον τρόπο χρήσης της τεχνολογίας τους.
Τις τελευταίες εβδομάδες, σειρά αποκαλύψεων έφερε στο φως περιστατικά κατά τα οποία πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης λειτούργησαν με ανησυχητικούς τρόπους, χωρίς ανθρώπινη καθοδήγηση. Τον Ιούλιο, αυτόνομοι πράκτορες της OpenAI φέρεται να διέφυγαν από ασφαλές περιβάλλον δοκιμών και να διείσδυσαν στους διακομιστές του Hugging Face, οργανισμού που φιλοξενεί αποθετήριο μοντέλων AI ανοικτού κώδικα. Την περασμένη εβδομάδα, η Anthropic δημοσίευσε έκθεση για πολλαπλές απόπειρες κακόβουλων δρώντων και αντιπάλων των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν την τεχνολογία για στρατιωτικές επιχειρήσεις, επιτήρηση και ανάπτυξη όπλων.
Σύμφωνα με έκθεση της Anthropic που δημοσιοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, αντάρτες στην Υεμένη χρησιμοποίησαν το εργαλείο προγραμματισμού Claude της εταιρείας, επιχειρώντας να αναπτύξουν λογισμικό καθοδήγησης για βαλλιστικούς πυραύλους. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι σύμβουλος που θεωρείται «πιθανό» να συνδέεται με την κρατική υπηρεσία πληροφοριών του Μάλι επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το Claude για τη δημιουργία εγχώριου προγράμματος επιτήρησης. Ιρανοί δρώντες, κατά την Anthropic, αξιοποίησαν το εργαλείο για να δημιουργήσουν πακέτα στοχοποίησης για επιθέσεις κατά αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων.
Τις τελευταίες ημέρες, οι επικεφαλής τριών μεγάλων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης ζήτησαν να επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της τεχνολογίας. «Έχω πεισθεί ότι η πλήρης αντιμετώπιση των κινδύνων απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη σύνεση, όχι μόνο επενδύσεις στην πρόληψη των κινδύνων, αλλά και ρύθμιση του ρυθμού με τον οποίο αναπτύσσονται οι δυνατότητες, ώστε η πρόληψη να έχει χρόνο να συμβαδίσει», έγραψε αυτή την εβδομάδα σε δημόσια επιστολή ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι.
Ο Στάντον, μιλώντας την περασμένη εβδομάδα στο Billington CyberSecurity Summit, δήλωσε ότι οι πολλοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης από αντιπάλους των ΗΠΑ είναι «ιλιγγιώδεις ως προς την πολυπλοκότητά τους». Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές αμυντικές αρχές έχουν κακό ιστορικό ως προς την ενίσχυση των τεχνολογικών δικλίδων προστασίας.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως πολλαπλασιαστής της απειλής
«Η επιχειρησιακή ετοιμότητα είναι κάτι που κατανοούμε στον στρατό: η ετοιμότητα ενός άρματος, ενός αεροσκάφους, ενός πλοίου — όλοι το κατανοούμε», είπε. «Για κάποιον λόγο, όμως, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες δεν αντιμετωπίσαμε το δίκτυο και τα δεδομένα μας ως οπλικό σύστημα».
Ο Νίκολας Λάιζερσον, πρόεδρος του Center for Advancing Cybersecurity στο Institute for Security and Technology, εκτίμησε ότι το Πεντάγωνο βρίσκεται σε αγώνα δρόμου με την εξέλιξη της AI, προκειμένου να εκσυγχρονίσει τα συστήματά του και να μη βρεθούν οι κρίσιμες υποδομές εθνικής ασφάλειας σε τεχνολογικό μειονέκτημα.
Οι πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης είναι αποτελεσματικότεροι στον εντοπισμό ευπαθειών σε υπολογιστικά συστήματα και μπορούν να συνδυάζουν γρήγορα δεκάδες επιμέρους αδυναμίες λογισμικού, μετατρέποντάς τες σε πολύ ισχυρότερες επιθέσεις. Αυτό εντείνει την ανησυχία ότι μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να θέσει εκτός λειτουργίας αμερικανικά αμυντικά συστήματα, είπε.
Μέχρι πρόσφατα, πρόσθεσε, μόνο «οι απολύτως καλύτεροι και ικανότεροι» προγραμματιστές μπορούσαν να συνδυάσουν αδυναμίες χαμηλού επιπέδου ώστε να διαμορφώσουν μια κρίσιμη επίθεση. «Τώρα αυτό έχει εκδημοκρατιστεί. Δεν χρειάζεται να είσαι μαθηματική ιδιοφυΐα για να μπορείς να το κάνεις» συμπλήρωσε ο Λάιζερσον.
Αξιωματούχοι κυβερνοασφάλειας του Πενταγώνου παρακολουθούν με ανησυχία τα πρόσφατα περιστατικά ψηφιακής παραβίασης που συνδέονται με την AI, σύμφωνα με το DefenseScoop. Παράλληλα, το υπουργείο Άμυνας αναζητεί προτάσεις για ένα πιλοτικό πρόγραμμα, το Project Griffin, με σκοπό να αναπτύξει δικό του οικοσύστημα πρακτόρων AI για την αντιμετώπιση απόπειρων παραβίασης.
Το Πεντάγωνο, πάντως, έχει διαχρονικά δυσκολευτεί να συμβαδίσει με τις εξελίξεις στην κυβερνοασφάλεια. Έκθεση του αμερικανικού Ελεγκτικού Συνεδρίου (GAO) το 2025 διαπίστωσε ότι, από τα 24 προγράμματα πληροφορικής του υπουργείου Άμυνας που εξέτασε, δύο δεν διέθεταν καμία στρατηγική για τον περιορισμό των κυβερνοαπειλών και τέσσερα δεν είχαν σχέδιο για μια «πιο αυστηρή προσέγγιση στην κυβερνοασφάλεια».
Ο Χόροβιτς εκτιμά ότι το Πεντάγωνο φέρει μέρος της ευθύνης. Το υπουργείο Άμυνας αντιμετώπισε τον εκσυγχρονισμό της κυβερνοασφάλειας ως χαμηλή προτεραιότητα, με κονδύλια που προορίζονταν για την ανάπτυξη υποδομών πληροφορικής να διοχετεύονται συχνά σε άλλα προγράμματα υψηλότερου προφίλ.
Κατά τον ίδιο, η υπαρξιακή συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποσπά την προσοχή από το πολύ πιο άμεσο ζήτημα του «χρέους εκσυγχρονισμού της κυβερνοασφάλειας, το οποίο το Πεντάγωνο δεν έχει εξοφλήσει ποτέ πλήρως».
«Οι προσπάθειες εξοικονόμησης πόρων για τη χρηματοδότηση προτεραιοτήτων που φαίνονται πιο επείγουσες οδηγούν τελικά στην προτεραιοποίηση του επείγοντος εις βάρος του σημαντικού», ανέφερε.
Με πληροφορίες από Washington Post













