Στα μέσα Φεβρουαρίου, ένας από τους οικονομικούς συμβούλους του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, έφτασε στο Οβάλ Γραφείο κρατώντας γραφήματα που έδειχναν πώς οι πολιτικές της κυβέρνησής του ενδεχομένως έκαναν την Αμερική μεγάλη ξανά.
Το εισόδημα των νοικοκυριών αυξανόταν, οι συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί εκτοξεύονταν και η οικονομική ανάπτυξη της χώρας ήταν καλύτερη από την αναμενόμενη. «Εξαιρετικά», είχε αναφωνήσει ο Τραμπ, όπως υπενθυμίζει στην ανάλυσή της η Wall Street Journal που παρουσιάζει τους λόγους για τους οποίους οι Ρεπουμπλικάνοι έχασαν τις ενδιάμεσες εκλογές.
Είχε ολοκληρώσει έναν χρόνο από την επιστροφή του στην εξουσία και η ισχύς του έμοιαζε απεριόριστη. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε τον απόλυτο έλεγχο του Κογκρέσου, οι μεγάλοι επιχειρηματίες των ΗΠΑ ακολουθούσαν την πορεία του και το Δημοκρατικό Κόμμα βρισκόταν σε αποδιοργάνωση. Μέσα σε λίγες μέρες, ωστόσο, ο Τραμπ πήρε μια απόφαση που θα τα άλλαζε όλα.
Η αρχή του τέλους για τον Τραμπ
Αφού είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία με σύνθημα τον τερματισμό των ξένων πολέμων, ο Τραμπ ρίσκαρε σε έναν δικό του, πυροδοτώντας μια ανοιχτή σύγκρουση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων από 20 Αμερικανών στρατιωτικών, κόστισε στους Αμερικανούς φορολογουμένους πάνω από 47 δισεκατομμύρια δολάρια και εκτόξευσε το κόστος των πάντων, από τις μεταφορές μέχρι τα λιπάσματα.
Την Τρίτη, οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν τεράστιες απώλειες, οι οποίες κατά τη Wall Street Journal, μεταφράζονται ως «μία τεράστια αποδοκιμασία στο πρόσωπο του τωρινού προέδρου». Το αποτέλεσμα αυτό ήταν πιθανότατα το άμεσο επακόλουθο της απόφασης του Τραμπ να οδηγήσει τη χώρα σε πόλεμο με το Ιράν, στέλνοντας τις τιμές της βενζίνης στα ύψη κατά 40%, αφήνοντας απογοητευμένους πολλούς από τους πιο πιστούς υποστηρικτές του και ρίχνοντας ουσιαστικά την αυλαία στην εποχή του.
Χαρακτηριστικά, ο σχολιαστής Ματ Γουόλς χαρακτήρισε τον πόλεμο ως «το μεγαλύτερο πολιτικό σφάλμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες» και προδοσία του κινήματος «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ. «Θα πρέπει να βρούμε έναν νέο ηγέτη επειδή ο Τραμπ το εγκατέλειψε», δήλωσε σε συνέντευξή του.
Οι δολοφονίες της ICE
Ενώ ο πόλεμος στο Ιράν και η εκτόξευση της τιμής της βενζίνης, η οποία αυξήθηκε κατά 16 λεπτά μέσα σε μία μόνο εβδομάδα Σεπτεμβρίου, «γκρέμισαν» τους Ρεπουμπλικανούς, δύο ακόμη κομβικά ζήτηματα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην καταστροφική ήττα στις ενδιάμεσες, σύμφωνα πάντα με τη WSJ.
Οι ρατσιστικές, αντιμεταναστευτικές επιχειρήσεις της ICE και τα πολιτικά ατοπήματα του ίδιου του Τραμπ, με αποκορύφωμα τη διαχείριση της ανόδου της αριστεράς και τη συνάντηση με τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι.
Σε ό,τι αφορά τις δολοφονίες της ICE και την κατάρρευση στο μέτωπο της μετανάστευσης, ο Τραμπ είχε επενδύσει πολιτικά στην αυστηρή όπως τη χαρακτηρίζει η WSJ, ρατσιστική με πραγματολογικούς όρους, μεταναστευτική πολιτική ως εντολή από τους ψηφοφόρους. Ωστόσο, οι απόψεις του κοινού άλλαξαν ραγδαία, λόγω των επιθετικών επιχειρήσεων στα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένων επιδρομών σε καταστήματα, εργοστάσια επεξεργασίας κοτόπουλου και εργoτάξια εν γένει, όπου συνελήφθησαν άτομα που δεν είχαν βίαιο παρελθόν.
Οι πρώτες μεγάλες ρωγμές είχαν φανεί σε έναν παγωμένο δρόμο στη Μινεάπολη, πολύ πριν από τον πόλεμο στο Ιράν. Τον Ιανουάριο, αφού ο 37χρονος νοσηλευτής Άλεξ Πρέτι πυροβολήθηκε στην πλάτη από αξιωματικό της Συνοριοφυλακής, σύμβουλοι του Τραμπ όπως ο Στίβεν Μίλερ και η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ υπερασπίστηκαν τους πράκτορες και χαρακτήρισαν τον Πρέτι ως «γηγενή τρομοκράτη».
Ο Τραμπ, ωστόσο, εξέφρασε ιδιωτικά ανησυχία για τα βίντεο που έδειχναν τη δολοφονία και ζήτησε αποστάσεις. Η καταστολή της μετανάστευσης, που τον είχε βοηθήσει να εκλεγεί, είχε πλέον μετατραπεί σε ένα «βαρίδιο», διευκρινίζει επίσης η WSJ. Ενδεικτικό της καταστροφής είναι ότι στις εκλογές της Τρίτης, οι κομητείες με ποσοστό 80% και άνω Ισπανόφωνων, ψήφισαν υπέρ των Δημοκρατικών με διαφορά 40 ποσοστιαίων μονάδων.
Η «δαιμονοποίηση» του Μαμντάνι και τα αυτογκόλ του Τραμπ
Ενώ οι Ρεπουμπλικανοί σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν τον Ζοχράν Μαμντάνι, τον 35χρονο που εξελέγη δήμαρχος της Νέας Υόρκης πέρυσι, ως ένα «σκιάχτρο» για να συσπειρώσουν τη βάση τους ενάντια στην ακροαριστερά, ο ίδιος ο Τραμπ τίναξε τη στρατηγική στον αέρα. Τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Τραμπ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη ενόψει της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Μαμντάνι προχώρησε σε μια αιφνιδιαστική ανακοίνωση: είχε προσκαλέσει τον Αμερικανό πρόεδρο σε συνάντηση.
Οι Ρεπουμπλικανοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων έγιναν έξαλλοι. Ο Πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον προειδοποίησε τους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι μια εικόνα του Τραμπ να φωτογραφίζεται «φιλικά» δίπλα στον Μαμντάνι θα κατέστρεφε τη στρατηγική των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων στη Νέα Υόρκη, η ατζέντα των οποίων βασίστηκε σε πολιτικές αντίθετες με αυτές που προήγαγε ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης.
Οι σύμβουλοι του Τραμπ διαφώνησαν μαζί του, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος αγνόησε τις προειδοποιήσεις τους. Η ιστορία είναι γνωστή, καθώς ο Τραμπ και ο Μαμντάνι συναντήθηκαν τελικά στην κατοικία του δημάρχου, το Gracie Mansion, ακριβώς όπως ήθελε ο πρόεδρος. Αργότερα, ο Μάικ Τζόνσον χαρακτήρισε τη κίνηση αυτή ως «ένα αδικαιολόγητο αυτογκόλ σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη εκλογική χρονιά».
Λίγο αργότερα, ο Τραμπ παρέθεσε επίσης ένα πολυτελές επίσημο δείπνο στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ παρά τις αποτρεπτικές συμβουλές των συμβούλων του, κινήσεις -μεταξύ άλλων- ενδεικτικές για την επικοινωνία εντός του επιτελείου, το οποίο αναπόφευκτα οδήγησε στην ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Με πληροφορίες από Wall Street Journal














