Η National Gallery του Λονδίνου βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες για τη μεταχείριση του προσωπικού ασφαλείας της, σε μια υπόθεση που ακουμπά την εργολαβική εργασία, την τάξη, τη φυλετική διάσταση και την αθέατη καθημερινότητα ενός μεγάλου μουσείου.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, οι φύλακες της πινακοθήκης, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων προέρχεται από εθνοτικές μειονότητες, δεν έχουν πρόσβαση στους βασικούς χώρους ανάπαυσης που χρησιμοποιούν οι υπόλοιποι εργαζόμενοι του μουσείου. Αντί γι’ αυτό, φέρονται να χρησιμοποιούν έναν υπόγειο χώρο, χωρίς φυσικό φως, με κακό αερισμό, παλιά έπιπλα και προβλήματα με τρωκτικά.
Το θέμα δεν αφορά μόνο τις συνθήκες ενός διαλείμματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα μουσείο οργανώνει εσωτερικά την ορατότητα και την αορατότητα των ανθρώπων του. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι φωτεινοί χώροι για το μόνιμο προσωπικό, τους επιμελητές και τα διοικητικά στελέχη. Από την άλλη, οι άνθρωποι που προστατεύουν καθημερινά την τέχνη φέρονται να περνούν τα διαλείμματά τους σε χώρο που περιγράφεται ως ακατάλληλος για εργαζομένους.
Ανώτερος επιμελητής της National Gallery, ο οποίος μίλησε ανώνυμα, χαρακτήρισε την κατάσταση σχεδόν εσωτερικό «αστείο» μέσα στο μουσείο, λέγοντας ότι το προσωπικό ασφαλείας αντιμετωπίζεται σαν προσωπικό δεύτερης κατηγορίας. Η σύγκριση που γίνεται εσωτερικά είναι χαρακτηριστική: Upstairs, Downstairs, η παλιά βρετανική σειρά για τις ταξικές σχέσεις ανάμεσα στους ενοίκους και τους υπηρέτες ενός μεγάλου σπιτιού.
Η εικόνα είναι ισχυρή γιατί ταιριάζει οδυνηρά σε ένα μουσείο. Στους επάνω, φωτεινούς χώρους βρίσκεται ο επίσημος κόσμος της τέχνης: αίθουσες, εκθέσεις, επιμέλεια, κύρος, επισκέπτες, δωρητές, θεσμική γλώσσα. Στους κάτω χώρους, όσοι φυλάνε αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι που βρίσκονται κάθε μέρα ανάμεσα στο κοινό και τα έργα, αλλά συχνά μένουν έξω από την επίσημη αφήγηση του μουσείου.
Το συνδικάτο PCS, που εκπροσωπεί το προσωπικό ασφαλείας, υποστηρίζει ότι η μεταχείριση των εργαζομένων δείχνει «απόλυτη περιφρόνηση». Σε επιστολή προς τη διεύθυνση της National Gallery, το συνδικάτο φέρεται να προειδοποίησε ότι η πρακτική ενδέχεται να συνιστά διάκριση, καθώς μια κυρίως μαύρη και ασιατική ομάδα εργαζομένων περιορίζεται σε υπόγειους χώρους, ενώ το κυρίως λευκό προσωπικό του μουσείου χρησιμοποιεί φωτεινότερες και καλύτερες εγκαταστάσεις.
Η ένταση μεγαλώνει και από το γεγονός ότι οι φύλακες δεν είναι απλώς βοηθητικό προσωπικό. Είναι εκείνοι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προστασίας της συλλογής. Τα τελευταία χρόνια, η ασφάλεια των μουσείων έχει βρεθεί στο επίκεντρο μετά τις επιθέσεις ακτιβιστών σε διάσημα έργα, όπως τα «Ηλιοτρόπια» του Βαν Γκογκ και η «Αφροδίτη του Ρόκμπι» του Βελάσκεθ. Όταν ένας φύλακας καλείται να επιβλέπει πολλές αίθουσες ταυτόχρονα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις εργασιακές συνθήκες, αλλά και την ίδια την προστασία των έργων.
Από την πλευρά της, η National Gallery υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός από τους συγκεκριμένους χώρους συνδέεται με “περιορισμούς χωρητικότητας”. Σύμφωνα με τη θέση του μουσείου, για το προσωπικό ασφαλείας και τους εξωτερικούς συνεργάτες υπάρχουν ειδικά διαμορφωμένες εγκαταστάσεις αλλού μέσα στο κτίριο. Το μουσείο αναφέρει επίσης ότι ρώτησε τους εργαζομένους για τις ανάγκες τους στην εστίαση και ότι εγκαταστάθηκε αυτόματος πωλητής με επιδοτούμενες τιμές.
Το κρίσιμο σημείο, πάντως, παραμένει θεσμικό. Οι μεγάλες πινακοθήκες χτίζουν την εικόνα τους πάνω στη δημόσια πρόσβαση, στην εκπαίδευση και στην ιδέα ότι η τέχνη ανήκει σε όλους. Όμως η καθημερινή λειτουργία τους συχνά στηρίζεται σε ανθρώπους που δεν ανήκουν στον λαμπερό πυρήνα του θεσμού: καθαριστές, φύλακες, τεχνικοί, εργαζόμενοι με εργολαβικές συμβάσεις, άνθρωποι που κρατούν όρθια την εμπειρία του επισκέπτη χωρίς να γίνονται μέρος της επίσημης αφήγησης.
Γι’ αυτό η υπόθεση της National Gallery ξεπερνά τα στενά όρια ενός εργασιακού παραπόνου. Θέτει ένα απλό ερώτημα: ποιος έχει δικαίωμα στους αξιοπρεπείς χώρους ενός μουσείου; Μόνο όσοι παράγουν το κύρος του ή και όσοι το προστατεύουν κάθε μέρα;
Η τέχνη, σε ένα μουσείο σαν τη National Gallery, εκτίθεται στο φως. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που τη φυλάνε όταν σβήνει αυτό το φως.
Με στοιχεία από Guardian














