Το καλοκαίρι του 1849, όσοι κατέβαιναν στην παραλία του Μπόντσερτς, στη νήσο Γουάιτ, αναζητώντας έναν γραφικό καταρράκτη, έβρισκαν μπροστά τους μια τεράστια ξύλινη κατασκευή. Ο Κάρολος Ντίκενς είχε κλείσει μέσα της το νερό, που έπεφτε από ύψος περίπου 150 μέτρων, για να δημιουργήσει μια ιδιωτική υπαίθρια ντουζιέρα κοντά στο εξοχικό του.
Έκανε μπάνιο εκεί κάθε πρωί και έγραφε με εμφανή ευχαρίστηση ότι είχε εξοργίσει τους περιηγητές που ήθελαν να απολαύσουν ανέπαφο το τοπίο, αφήνοντας παράλληλα άφωνους τους κατοίκους της περιοχής.
Η επιστολή με την οποία περιέγραψε το κατόρθωμά του βρίσκεται ανάμεσα στα καλοκαιρινά γράμματα που παρουσιάζονται στην έκθεση Summer in the City with Charles Dickens, η οποία άνοιξε στις 26 Αυγούστου στο παλιό του σπίτι στην Doughty Street του Λονδίνου. Η συγκυρία μοιάζει σχεδόν προσχεδιασμένη: ύστερα από πέντε σημαντικά κύματα καύσωνα μέσα στο 2026, ένα γράμμα της 12ης Αυγούστου 1840 ακούγεται παράξενα σύγχρονο. Ο Ντίκενς ενημέρωνε τότε τον αδελφό του, Άλφρεντ, ότι η πρωτεύουσα είχε αδειάσει, τα δύο μεγάλα θέατρα είχαν κλείσει και όλα τα παραθαλάσσια θέρετρα ήταν γεμάτα «ανθρώπους που έβραζαν από τη ζέστη». Το συγκεκριμένο γράμμα εκτίθεται τώρα για πρώτη φορά.
Ο Ντίκενς αγαπούσε το Λονδίνο, αλλά δεν χρειαζόταν μεγάλη αφορμή για να φύγει προς την ακτή του Κεντ, τη νήσο Γουάιτ ή τη δυτική Αγγλία με την οικογένειά του. Η ξεκούρασή του, ωστόσο, δεν είχε τίποτε το ακίνητο. Εργαζόταν και στις διακοπές και, όταν το έκρινε απαραίτητο, έπαιρνε μαζί του την καρέκλα και το γραφείο που τον βόλευαν στο γράψιμο. Στο Broadstairs, όπου είχε ταξιδέψει πρώτη φορά το 1837 και επέστρεφε τακτικά επί σχεδόν δύο δεκαετίες, η θάλασσα δεν αντικαθιστούσε τη δουλειά απλώς της έδινε διαφορετικό φόντο.
Το 1851 σχεδίαζε μια εκδρομή στον Τάμεση με τον γιο του, Τσάρλι, και τρεις μαθητές του Ίτον. Το πρόγραμμα περιλάμβανε πικνίκ στην όχθη, καλάθι με προμήθειες από το Fortnum & Mason και, μετά το φαγητό, λίγο καπνό και σαμπάνια για τους μεγαλύτερους. Σε άλλη επιστολή φανταζόταν τον εαυτό του στην Ιταλία με ριγέ πουκάμισο, μουστάκι, κόκκινο ζωνάρι, ψάθινο καπέλο και λευκό παντελόνι, καβάλα σ’ ένα μουλάρι, χωρίς να ενδιαφέρεται για την ώρα, την ημερομηνία ή την ημέρα της εβδομάδας.
Η ενέργεια δεν κρατούσε πάντοτε μέχρι το τέλος. Έπειτα από μια πολύμηνη περιοδεία, ο Ντίκενς περιέγραφε τα αλλόκοτα κρεβάτια στα οποία είχε κοιμηθεί και τους ψύλλους, τα κουνούπια, τους κοριούς και τα υπόλοιπα έντομα που είχαν τραφεί εις βάρος του. Τις τελευταίες εβδομάδες των διακοπών του τις πέρασε κυρίως ξαπλωμένος σε καναπέδες ή γερμένος έξω από παράθυρα και μπαλκόνια, σε μια κατάσταση που ο ίδιος αποκαλούσε «ήπια μέθη».
Τα γράμματα εκτίθενται στο γραφείο του σπιτιού όπου ο Ντίκενς έγραψε τον Όλιβερ Τουίστ και τον Νίκολας Νίκλεμπι και ολοκλήρωσε Τα χαρτιά του Πίκγουικ. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 27 Σεπτεμβρίου.
Ύστερα, η επιστολή για το καυτό καλοκαίρι του 1840 θα επιστρέψει στο αρχείο πιθανότατα ενώ τα παραθαλάσσια θέρετρα θα έχουν επιτέλους αρχίσει να αδειάζουν.
Με στοιχεία από The Guardian














