Ένα δέντρο, ένα λιοντάρι, μια ανθρώπινη μορφή. Εικόνες που δημιουργήθηκαν πριν από δεκαπέντε αιώνες, στο δάπεδο μιας βυζαντινής εκκλησίας στη βόρεια Γάζα, εμφανίζονται ξανά σε μικρά ψηφιδωτά από χρωματιστό γυαλί. Ο καλλιτέχνης που τα κατασκευάζει δεν εργάζεται πάνω στο αρχαίο μνημείο. Βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Νέα Υόρκη, και αναζητά τις λεπτομέρειές τους σε παλιές φωτογραφίες, αρχαιολογικές καταγραφές και στιγμιότυπα από τηλεοπτικά ρεπορτάζ. Κάθε μικρή γυάλινη ψηφίδα προστίθεται δίπλα στην προηγούμενη. Εκεί όπου η εικόνα του πρωτοτύπου δεν είναι αρκετά καθαρή, χρειάζεται να πάρει μια απόφαση. Να συμπληρώσει το κενό, προσπαθώντας να σεβαστεί ένα έργο που μπορεί να μην καταφέρει ποτέ να δει από κοντά.
Ο Τζόρνταν Νάσαρ (Jordan Nassar), Παλαιστινοαμερικανός καλλιτέχνης με έδρα τη Νέα Υόρκη, παρουσιάζει πέντε τέτοια ψηφιδωτά στην έκθεση No History of Shapes, που φιλοξενείται από τις 9 έως τις 24 Οκτωβρίου στον εκθεσιακό χώρο Frieze No. 9 Cork Street, στο Μέιφερ του Λονδίνου. Η έκθεση διοργανώνεται από την γκαλερί The Third Line στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Frieze Week, και περιλαμβάνει επίσης μια νέα σειρά από παλαιστινιακά κεντήματα. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να προσεγγίσει κανείς έναν τόπο: ο ένας βασίζεται σε όσα έχουν απομείνει από το παρελθόν του, ο άλλος σε όσα διατηρούν ζωντανά γι’ αυτόν οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά του.
Η αρχαιολογική αφετηρία των ψηφιδωτών είναι η βυζαντινή εκκλησία της Τζαμπάλια, στη βόρεια Λωρίδα της Γάζας. Το μνημείο χρονολογείται στον 5ο αιώνα μ.Χ. και ανακαλύφθηκε το 1996, κατά τη διάρκεια οδικών έργων. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν τα ερείπια μιας μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, με μαρμάρινους κίονες, ταφές και περίπου 400 τετραγωνικά μέτρα ψηφιδωτών δαπέδων. Ανάμεσα στα γεωμετρικά σχέδια εμφανίζονται πουλιά, φυτά, αμπέλια και χριστιανικά σύμβολα. Βρέθηκαν επίσης δεκαέξι επιγραφές στα ελληνικά και στα συριακά, με ονόματα κληρικών και δωρητών, καθώς και αναφορές που βοηθούν τους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν τη ζωή της χριστιανικής κοινότητας της περιοχής.
Τον Ιανουάριο του 2026, η Παλαιστίνη συμπεριέλαβε την εκκλησία στον προκαταρκτικό κατάλογο των μνημείων που προτίθεται να προτείνει για ένταξη στην Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO. Το μνημείο είχε συντηρηθεί και ανοίξει ξανά για το κοινό το 2022, όμως στη διάρκεια του πολέμου που ακολούθησε το 2023 υπέστη σοβαρές ζημιές. Σύμφωνα με τον φάκελο που υποβλήθηκε στην UNESCO, το προστατευτικό στέγαστρο και ορισμένα από τα ψηφιδωτά επλήγησαν από τις εχθροπραξίες. Η ακριβής σημερινή κατάσταση του συνόλου τους παραμένει αβέβαιη.
Αυτή η αβεβαιότητα βρίσκεται πίσω από τη νέα δουλειά του Νάσαρ. Αντί να δημιουργήσει μια ελεύθερη σύνθεση εμπνευσμένη από τη βυζαντινή τέχνη, αποφάσισε να αναζητήσει συγκεκριμένες μορφές που υπήρχαν στο αρχαίο δάπεδο. Μελέτησε τις διαθέσιμες φωτογραφίες και προσπάθησε να αναπαραγάγει τα σχέδια με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πιστότητα. Τα νέα έργα κατασκευάζονται από μικρές, χειροποίητα κομμένες γυάλινες ψηφίδες, στερεωμένες σε αλουμίνιο. Δεν είναι αρχαιολογικές αποκαταστάσεις ούτε ακριβή αντίγραφα. Ο ίδιος παραδέχεται ότι σε ορισμένα σημεία χρειάστηκε να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει τις μορφές, αναζητώντας αντίστοιχα μοτίβα σε άλλα ιστορικά ψηφιδωτά.
Ο καλλιτέχνης περιγράφει τη διαδικασία ως μια «πράξη τρυφερότητας». Όσο εργάζεται πάνω σε μια εικόνα, αρχίζει να τη γνωρίζει σχεδόν απέξω. Στην αρχή χρειάζεται να κοιτάζει συνεχώς το φωτογραφικό υλικό. Σταδιακά θυμάται κάθε λεπτομέρεια, κάθε μικρή αλλαγή στο χρώμα, κάθε γραμμή. Η πολύωρη, επαναλαμβανόμενη εργασία τού επιτρέπει να αποκτήσει μια οικειότητα με το πρωτότυπο που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει απλώς κοιτάζοντάς το. Η φροντίδα, γι’ αυτόν, δεν εξαντλείται στην πρόθεση να διασώσει μια εικόνα. Υπάρχει μέσα στον χρόνο που αφιερώνει για να την ξαναφτιάξει.
Το ενδιαφέρον του για τα βυζαντινά ψηφιδωτά είχε ξεκινήσει από μια διαφορετική εμπειρία. Στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν του Ισραήλ είχε δει αρχαία χριστιανικά ψηφιδωτά από εκκλησίες της περιοχής να εκτίθενται κοντά στον έλεγχο διαβατηρίων. Αναρωτήθηκε γιατί είχαν επιλεγεί αυτά τα συγκεκριμένα έργα για έναν χώρο από τον οποίο περνούν εκατομμύρια άνθρωποι. Η σκέψη αυτή τον οδήγησε να εξετάσει πώς η αρχαιολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα κράτη για τη διαμόρφωση ιστορικών αφηγήσεων και την προβολή διεκδικήσεων πάνω σε έναν τόπο. Άρχισε να ερευνά παλαιστινιακούς αρχαιολογικούς χώρους και να αναζητά μνημεία που απειλούνται με καταστροφή. Ανάμεσά τους βρήκε και την εκκλησία της Τζαμπάλια.
Ο ίδιος θέλει, ωστόσο, τα νέα ψηφιδωτά να μπορούν να υπάρξουν και πέρα από τις πολιτικές διεκδικήσεις γύρω από τα πρωτότυπα. Να μην αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως αποδεικτικά στοιχεία μιας εθνικής ιστορίας, αλλά ως έργα που εξακολουθούν να έχουν αισθητική αξία. Το δέντρο, το λιοντάρι και η ανθρώπινη μορφή δεν χρειάζεται να αποκτήσουν μια καινούργια συμβολική σημασία για να αξίζουν την προσοχή μας. Υπήρξαν κάποτε μέρος της καθημερινής οπτικής εμπειρίας μιας κοινότητας, πολύ πριν από τα σημερινά εθνικά σύνορα.
Στην άλλη πλευρά της έκθεσης βρίσκονται τα κεντήματα του Νάσαρ. Εδώ δεν υπάρχουν αρχαία πρωτότυπα προς ανασύνθεση. Υπάρχουν φανταστικά τοπία, βουνά σε παράξενα χρώματα, ορίζοντες και φωτεινοί ουρανοί, πλαισιωμένα από τα γεωμετρικά μοτίβα του tatreez, της παραδοσιακής παλαιστινιακής σταυροβελονιάς. Τα σχέδια αυτά συνδέονται ιστορικά με διαφορετικές περιοχές της Παλαιστίνης και μεταφέρουν μέσα από την επανάληψη των σχημάτων τους μια ολόκληρη πολιτιστική γνώση. Ο Νάσαρ τα χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει τοπία που δεν διεκδικούν γεωγραφική ακρίβεια. Είναι η Παλαιστίνη όπως επιβιώνει στις αφηγήσεις, στις οικογενειακές αναμνήσεις και στη φαντασία ανθρώπων που μεγάλωσαν αλλού.
Αυτή είναι και η δική του ιστορία. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1985, από Παλαιστίνιο πατέρα και μητέρα πολωνικής καταγωγής. Ο παππούς του είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα και συνέβαλε στη δημιουργία μιας αραβοαμερικανικής κοινότητας στο Γιόνκερς. Όπως συνέβη με πολλές οικογένειες μεταναστών της εποχής, η προσπάθεια ενσωμάτωσης στην αμερικανική κοινωνία συνοδεύτηκε από μια σταδιακή απομάκρυνση από τη μητρική γλώσσα. Τα παιδιά της οικογένειας δεν έμαθαν αραβικά. Ο Νάσαρ μεγάλωσε γνωρίζοντας την πατρίδα του πατέρα του κυρίως από τις ιστορίες και τις συνήθειες που είχαν διατηρηθεί στο σπίτι.
Η πρώτη του επίσκεψη στην Παλαιστίνη έγινε όταν ήταν έφηβος, λίγο πριν από τη δεύτερη Ιντιφάντα. Ο πατέρας του ήθελε να γνωρίσουν τα παιδιά του τον τόπο από τον οποίο καταγόταν η οικογένειά τους, καθώς το μέλλον του γινόταν όλο και πιο αβέβαιο. Ο Νάσαρ θυμάται σήμερα πόσο διαφορετική ήταν εκείνη η Παλαιστίνη από αυτήν που γνωρίζει τώρα. Οι δρόμοι, οι μετακινήσεις, οι νόμοι της καθημερινής ζωής, ακόμη και τα σημεία ελέγχου αλλάζουν. Στα κεντήματά του, αντιθέτως, το τοπίο μπορεί να μείνει για λίγο ακίνητο, σαν μια εικόνα που κάποιος προσπαθεί να κρατήσει πριν αλλάξει πάλι.
Η δημιουργία αυτών των έργων συνδέεται και με τους ανθρώπους που εξακολουθούν να ζουν στην Παλαιστίνη. Ο Νάσαρ συνεργάζεται με κεντήστρες στη Δυτική Όχθη, στις οποίες αναθέτει μέρος της χειροποίητης εργασίας. Τα υφάσματα ταξιδεύουν μέχρι τη Ραμάλα, όπου ολοκληρώνεται το κέντημα, και στη συνέχεια επιστρέφουν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα από μια σύνθετη διαδρομή, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Γιάφα και άλλες πόλεις. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και οι καθυστερήσεις στις αποστολές επηρεάζουν ακόμη και τον χρόνο δημιουργίας ενός έργου. Η απόσταση ανάμεσα στη διασπορά και στην πατρίδα υπάρχει, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, μέσα στη διαδικασία κατασκευής του.
Στη νέα σειρά, τα κεντημένα τοπία δεν έχουν μία σταθερή θέση. Ο καλλιτέχνης εμπνεύστηκε από τα αρθρωτά έργα της Ιρανής Monir Shahroudy Farmanfarmaian, που μπορούσαν να αναδιατάσσονται και να σχηματίζουν διαφορετικές συνθέσεις. Έτσι, κάθε κεντημένο τμήμα διατηρεί την αυτονομία του, αλλά μπορεί να μετακινηθεί στο κέντρο ή στην άκρη ενός μεγαλύτερου έργου. Το τοπίο παραμένει ίδιο, ενώ αλλάζει η θέση του μέσα στο σύνολο. Είναι μια ακριβής εικόνα της εμπειρίας της διασποράς: η πατρίδα μπορεί να παραμένει διαρκώς παρούσα στη μνήμη, χωρίς να καταλαμβάνει πάντα την ίδια θέση στη ζωή ενός ανθρώπου.
Ο τίτλος της έκθεσης προέρχεται από το ποίημα Describing Clouds του Μαχμούντ Νταρουίς. Ο Παλαιστίνιος ποιητής γράφει για τα σύννεφα, που αλλάζουν σχήμα πριν ακόμη προλάβουμε να τα περιγράψουμε. Η μορφή που νομίζουμε πως αναγνωρίσαμε έχει ήδη γίνει κάτι άλλο. Για τον Νάσαρ, αυτή η εικόνα συνδέεται με τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις της Παλαιστίνης, αλλά και με τον τρόπο που η μνήμη ανασυνθέτει όσα δεν μπορεί πλέον να συναντήσει στην πραγματικότητα.
Στην έκθεση, το παλαιστινιακό κέντημα, η βυζαντινή τέχνη, ο ιρανικός μοντερνισμός και η ποίηση δεν παρουσιάζονται ως ξεχωριστές παραδόσεις που ένας σύγχρονος καλλιτέχνης αποφάσισε να συνδυάσει. Ο Νάσαρ ενδιαφέρεται για τις ιστορικές ανταλλαγές που τις συνδέουν, για τις μετακινήσεις των ανθρώπων και για τον τρόπο που ένα καλλιτεχνικό μοτίβο μπορεί να ταξιδεύει από εποχή σε εποχή, αλλάζοντας μορφή και χρήση. Είναι μια αντίληψη της πολιτιστικής κληρονομιάς που δεν την περιορίζει στην καταγωγή και στην ιδιοκτησία.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη που ο ίδιος θεωρεί ουσιαστικό: η ομορφιά. Σε μια εποχή που οι εικόνες από τη Γάζα συνδέονται σχεδόν αποκλειστικά με την καταστροφή και την ανθρώπινη απώλεια, ο Νάσαρ επιμένει ότι η δημιουργία όμορφων έργων δεν σημαίνει απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Είναι ένας τρόπος να υπενθυμίσει ότι η Παλαιστίνη διαθέτει τοπία, τέχνες και πολιτιστικές παραδόσεις που αξίζουν να αγαπηθούν και να προστατευτούν. Δεν θέλει κάθε έργο του να γίνεται ένα ακόμη μέσο ενημέρωσης για τον πόλεμο. Θέλει να μπορεί κάποιος να σταθεί μπροστά του και να αναγνωρίσει κάτι ανθρώπινο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τίποτα για την ιστορία που το συνοδεύει.
Τα πέντε ψηφιδωτά της Τζαμπάλια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα αυθεντικά έργα της βυζαντινής εκκλησίας. Ούτε μπορούν να μας πουν με βεβαιότητα ποια είναι σήμερα η κατάστασή τους. Μπορούν όμως να κρατήσουν ορατές ορισμένες από τις μορφές τους, όσο η τύχη των πρωτοτύπων παραμένει αβέβαιη.
Κάπου στη βόρεια Γάζα, κάτω από ένα κατεστραμμένο στέγαστρο, βρίσκονται τα κατάλοιπα ενός τόπου όπου άνθρωποι προσεύχονταν πριν από δεκαπέντε αιώνες.
Στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης παρουσιάζει ένα μικρό δέντρο φτιαγμένο από γυάλινες ψηφίδες, προσπαθώντας να διασώσει όχι μόνο το σχέδιό του, αλλά και τη δυνατότητα να συνεχίσει κάποιος να το κοιτάζει.
Με στοιχεία από Architectural Digest Middle East















