Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ποντάρει τώρα σε νέες κυρώσεις, ναυτικό αποκλεισμό και κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης στους εμπορικούς εταίρους του Ιράν.
Στόχος του είναι να πετύχει αυτό που δεν κατάφεραν χιλιάδες βόμβες και πύραυλοι. Nα αναγκάσει την Τεχεράνη να συνθηκολογήσει και να δεχθεί μια συμφωνία με τους όρους των ΗΠΑ.
Ωστόσο, όπως συνέβη και σε προηγούμενες προσπάθειες των ΗΠΑ να κάμψουν την Τεχεράνη, υπάρχει ένα βασικό εμπόδιο. Οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC), που έχουν καταλάβει το στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ και εξαπολύουν επιθέσεις με drones στον Περσικό Κόλπο, φαίνεται πως αντέχουν σε τέτοιες πιέσεις και έχουν πολλούς τρόπους να ανταποδώσουν.
Την ερχόμενη Δευτέρα ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ αναμένεται να παρουσιάσει τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου που αποσκοπεί στη μετατόπιση της σύγκρουσης από τις εκατέρωθεν επιθέσεις στον απόλυτο οικονομικό αποκλεισμό. Πρόκειται για μια εκστρατεία που μπορεί να επηρεάσει χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Πώς θα απαντήσει το Ιράν
Παρ’ όλα αυτά, η άσκηση έντονης οικονομικής πίεσης είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει το Ιράν σε στρατιωτικά αντίποινα σε όλο τον Κόλπο, βάζοντας στο στόχαστρο ακόμη και ενεργειακές υποδομές. Στόχος της Τεχεράνης θα είναι να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και να ανεβάσει το κόστος της αμερικανικής επιχείρησης, υποχρεώνοντας τον Τραμπ να αλλάξει εκ νέου τακτική.
«Αν τα μέτρα αυτά αποδειχθούν πράγματι αποτελεσματικά, το Ιράν κάποια στιγμή θα επιτεθεί ξανά, απλώς δεν θα έχει άλλη επιλογή», επισημαίνει ο Νέιτ Σουάνσον, ανώτερος ερευνητής στο Atlantic Council, ο οποίος χειριζόταν θέματα Ιράν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου μέχρι πέρυσι.
«Ο Τραμπ μπορεί να βλέπει αυτή την κίνηση ως μια νέα φάση του πολέμου, όμως δεν θεωρώ ότι το Ιράν το βλέπει έτσι», πρόσθεσε.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις πρώτες επιθέσεις, το Ιράν δείχνει σταθερά ότι αντέχει τις αεροπορικές επιδρομές σε χιλιάδες στόχους, τις αλλεπάλληλες κυρώσεις και τον αποκλεισμό του αμερικανικού Ναυτικού, διατηρώντας ακέραιη τη δυνατότητα να ανταποδίδει τα πλήγματα.
Η Τεχεράνη έχει χρησιμοποιήσει drones Shahed και βαλλιστικούς πυραύλους πλήττοντας αμερικανικές βάσεις αλλά και πολιτικούς στόχους στον Κόλπο, μεταξύ των οποίων υποδομές ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Έτσι, διατηρεί ουσιαστικά κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, προκαλεί άνοδο στις διεθνείς τιμές ενέργειας και πιέζει τα πλούσια κράτη του Κόλπου να ζητήσουν από τις ΗΠΑ μια διπλωματική διέξοδο από αυτή τη λαομίσητη σύγκρουση.
Επιπλέον, ο έλεγχος που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ του δίνει τεράστιο πλεονέκτημα σε τυχόν ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ.
Τέλος για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ;
Ο Μπέσεντ άφησε να εννοηθεί αυτή την εβδομάδα ότι η στροφή στην οικονομική εκστρατεία «σημαίνει πως πιθανότατα δεν θα δούμε επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας». Ωστόσο, οι αναλυτές αμφιβάλλουν για το αν το Ιράν θα αποφύγει την ανοιχτή σύγκρουση, ακόμη κι αν το πράξουν οι ΗΠΑ.
«Αν αυτή η νέα εκστρατεία οικονομικής πίεσης αποδώσει, και αυτό είναι ένα μεγάλο “αν”, είναι πιο πιθανό να δούμε στρατιωτική απάντηση από το Ιράν παρά συνθηκολόγηση, τουλάχιστον σε πρώτη φάση», εκτιμά ο Κρις Κένεντι (Chris Kennedy), επικεφαλής οικονομικής στρατηγικής στο Bloomberg Economics. «Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποφάσισαν να πατήσουν φρένο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας δεν σημαίνει ότι θα κάνει το ίδιο και το Ιράν».
Σύμφωνα με το Bloomberg, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς μπορούν οι ΗΠΑ να κλιμακώσουν ουσιαστικά την οικονομική πίεση στο Ιράν, πέρα από το να βάλουν στο στόαστρο την Κίνα, τον κύριο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών. Η επιβολή μέτρων σε μικρότερες οντότητες σε χώρες όπως το Ιράκ, η Τουρκία ή τα ΗΑΕ δύσκολα θα κάμψει τη θέληση της Τεχεράνης.
Η μεγαλύτερη οικονομική κρίση που βιώνει το Ιράν
Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική οικονομική εκστρατεία έχει ήδη αποτελέσματα. Πλέον απειλεί να πυροδοτήσει μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις που έχει βιώσει ποτέ το Ιράν, παρά το γεγονός ότι η χώρα αντέχει εδώ και χρόνια σε καθεστώς εκτεταμένης απομόνωσης.
Ήδη πριν από τον πόλεμο, η κατακόρυφη πτώση του ιρανικού ριάλ είχε προκαλέσει κύμα διαδηλώσεων σε όλη τη χώρα, τις οποίες η κυβέρνηση κατέστειλε βίαια, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους. Από την έναρξη των εχθροπραξιών, η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει εξανεμιστεί: ο πληθωρισμός ξεπερνά το 80%, ενώ το εθνικό νόμισμα έχει χάσει σχεδόν το 30% της αξίας του μόνο μέσα στη φετινή χρονιά.
Αυτή την εβδομάδα, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν δήλωσε ότι οι εξαγωγές πετρελαίου της χώρας έχουν «σχεδόν μηδενιστεί» λόγω του αμερικανικού αποκλεισμού, αποστερώντας την κυβέρνηση από τη βασική της πηγή εσόδων. Παράλληλα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε τον Απρίλιο ότι η ιρανική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 6,1% φέτος, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ύφεση των τελευταίων δεκαετιών.
Πόσος καιρός μπορεί να χρειαστεί να περάσει για να αποδώσουν τα μέτρα
Είναι πιθανό τα νέα μέτρα που θα ανακοινώσει τη Δευτέρα ο Μπέσεντ, σε συνδυασμό με τον ναυτικό αποκλεισμό, να πιέσουν τελικά το Ιράν να επιστρέψει στην προσωρινή διπλωματική συμφωνία που είχε συνάψει με τις ΗΠΑ τον Ιούνιο, εκτιμά ο Ντέιβιντ Σένκερ, Αμερικανός διπλωμάτης αρμόδιος για τη Μέση Ανατολή κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.
Ωστόσο, μπορεί να χρειαστούν έως και έξι μήνες για να φανεί ο ουσιαστικός αντίκτυπος των μέτρων, γεγονός που θα δοκιμάσει την υπομονή της διοίκησης Τραμπ, σημειώνει ο Σένκερ, συμπληρώνοντας ότι το ιρανικό καθεστώς έχει αποδείξει πως αντέχει τεράστια οικονομική πίεση, αδιαφορώντας σε μεγάλο βαθμό για τις δοκιμασίες του λαού του.
«Η κατάσταση αυτή μπορεί να τραβήξει σε βάθος χρόνου», τονίζει ο Σένκερ, ο οποίος είναι πλέον ερευνητής στο Ινστιτούτο της Ουάσινγκτον για την Πολιτική στην Εγγύς Ανατολή. «Το ιρανικό καθεστώς θεωρεί ακόμη ότι διατηρεί ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά και βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση».
Με πληροφορίες από Bloomberg















