Στο Nostell, μια ιστορική έπαυλη στο Δυτικό Γιορκσάιρ, ένας πίνακας της Αναγέννησης δεν θα περάσει απλώς πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός εργαστηρίου. Θα εξεταστεί μπροστά στους επισκέπτες, σαν ένα μυστικό σώμα της τέχνης που ανοίγει δημόσια, όχι για να σοκάρει αλλά για να αποκαλύψει πώς παράγεται η γνώση γύρω από ένα έργο.
Το project αφορά το μεγάλο οικογενειακό πορτρέτο του σερ Τόμας Μορ και της οικογένειάς του, ένα έργο 2,5 επί 3,4 μέτρων που ανήκει στις σημαντικότερες συλλογές του National Trust. Ο πίνακας θεωρείται το πιο πιστό σωζόμενο αντίγραφο, και το μόνο σε φυσικό μέγεθος, του χαμένου έργου του Χανς Χόλμπαϊν του Νεότερου. Η εκδοχή του Nostell χρονολογείται περίπου στο 1592–1620, ενώ το πρωτότυπο του Χόλμπαϊν, που είχε δημιουργηθεί γύρω στο 1527, καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1752.
Από τις 3 έως τις 18 Σεπτεμβρίου, ειδικοί του Hamilton Kerr Institute του Fitzwilliam Museum θα εξετάζουν τον πίνακα επιτόπου, σε προσωρινό εργαστήριο μέσα στο Nostell. Οι επισκέπτες θα μπορούν να βλέπουν μια διαδικασία που συνήθως γίνεται μακριά από το κοινό: σαρώσεις, τεχνική απεικόνιση, ανάλυση χρωστικών, αναζήτηση κρυμμένων σχεδίων και παλαιότερων επεμβάσεων πάνω στην επιφάνεια του έργου.
Η βασική τεχνική είναι η σάρωση MA-XRF, δηλαδή ο μακρο-φθορισμός ακτίνων Χ, που επιτρέπει στους ειδικούς να χαρτογραφήσουν τα χημικά στοιχεία των χρωστικών χωρίς να αγγίξουν ή να φθείρουν τον πίνακα. Θα χρησιμοποιηθεί επίσης υπέρυθρη ανακλαστογραφία, ώστε να εντοπιστεί πιθανό υποκείμενο σχέδιο κάτω από τα ορατά στρώματα χρώματος. Είναι η ίδια λογική τεχνικής ανάγνωσης που έγινε γνωστή διεθνώς από την Operation Night Watch στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ, γύρω από τη «Νυχτερινή Περίπολο» του Ρέμπραντ.
Η διαφορά εδώ είναι ότι το έργο δεν είναι το πρωτότυπο του Χόλμπαϊν αλλά ένα αντίγραφο με δική του ιστορία, δικό του μυστήριο και δική του αξία. Σήμερα περιγράφεται ως έργο «μετά τον Χανς Χόλμπαϊν τον Νεότερο», παλαιότερα αποδιδόμενο στον Άγγλο ζωγράφο Rowland Lockey. Η επιγραφή που το συνδέει με τον Lockey μπορεί να προστέθηκε αργότερα, ενώ οι ειδικοί δεν γνωρίζουν ακόμη με βεβαιότητα ποιος ζωγράφισε την εκδοχή του Nostell.
Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει να φωτίσει η νέα έρευνα. Πόσο κοντά βρίσκεται το πορτρέτο στο χαμένο έργο του Χόλμπαϊν; Πότε ζωγραφίστηκε; Ποια σημεία του ανήκουν στην αρχική σύλληψη και ποια προστέθηκαν αργότερα; Πόσες φορές επεμβέβησαν πάνω του συντηρητές ή προηγούμενοι ιδιοκτήτες; Και τι μπορεί να πει η ίδια η ύλη του πίνακα —οι χρωστικές, τα στρώματα, οι γραμμές που δεν φαίνονται πια— για την ιστορία του;
Το έργο απεικονίζει τρεις γενιές της οικογένειας Μορ στο σπίτι τους στο Τσέλσι, με βιβλία, μουσικά όργανα, κατοικίδια και συμβολικές λεπτομέρειες. Ο Τόμας Μορ, λόρδος καγκελάριος του Ερρίκου Η΄, ανθρωπιστής και συγγραφέας της «Ουτοπίας», εκτελέστηκε το 1535 αφού αρνήθηκε να στηρίξει τη ρήξη του βασιλιά με τη Ρώμη και την ακύρωση του πρώτου γάμου του με την Αικατερίνη της Αραγωνίας. Στον πίνακα, όμως, δεν εμφανίζεται ως μοναχική μορφή εξουσίας ή μαρτυρίου, αλλά μέσα σε ένα πυκνό οικογενειακό σύστημα.
Το ίδιο το πορτρέτο είναι γεμάτο κώδικες. Τα βιβλία θυμίζουν τη λόγια φήμη της οικογένειας, οι τρίφυλλες ίριδες παραπέμπουν στην πίστη, την ανδρεία και τη σοφία, ενώ ο δεμένος πίθηκος κοντά στη δεύτερη σύζυγο του Μορ έχει διαβαστεί ως σύμβολο πειθαρχίας και ελέγχου του οίκου. Σε φυσικό μέγεθος, με τα πρόσωπα σχεδόν στην κλίμακα του θεατή, το έργο δημιουργεί την αίσθηση ότι ο επισκέπτης δεν κοιτά απλώς μια οικογένεια των Τυδώρ, αλλά πλησιάζει μια σκηνή που συνεχίζει να κατοικείται.
Η ιστορία του πίνακα έχει κι αυτή τη δική της θεατρικότητα. Για μεγάλο μέρος του 18ου αιώνα έμεινε μέσα στο κιβώτιό του, επειδή οι διαστάσεις του δυσκόλευαν την ανάρτησή του μέσα στο σπίτι. Έφτασε στο Nostell τον 18ο αιώνα μέσω απογόνων της οικογένειας Μορ και παρέμεινε εκεί για σχεδόν τρεις αιώνες. Σήμερα είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα της συλλογής, όχι μόνο επειδή διασώζει την εικόνα ενός χαμένου Χόλμπαϊν, αλλά επειδή κρατά ανοιχτή μια ολόκληρη υπόθεση γύρω από την αντιγραφή, τη μνήμη και την οικογενειακή αυτοπαρουσίαση στην Αναγέννηση.
Το ενδιαφέρον του project δεν είναι μόνο τι θα αποκαλύψει για τον συγκεκριμένο πίνακα. Είναι και ο τρόπος που αλλάζει η σχέση του μουσείου με το κοινό. Η συντήρηση και η τεχνική έρευνα δεν παρουσιάζονται ως αόρατη εργασία πίσω από το τελικό έκθεμα, αλλά ως κομμάτι της εμπειρίας. Ο επισκέπτης δεν βλέπει μόνο το έργο· βλέπει την ανάγνωση του έργου, τη στιγμή που η επιφάνεια γίνεται αρχείο.
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης θα παρουσιαστούν στο κοινό το 2027. Μέχρι τότε, το Nostell μετατρέπει ένα από τα πιο κλειστά πεδία της μουσειακής εργασίας σε δημόσια σκηνή: εκεί όπου η τέχνη δεν προστατεύεται μόνο από τον χρόνο, αλλά ανακρίνεται με φως, ακτίνες, επιστήμη και υπομονή.
Με στοιχεία από Guardian















