Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

«Το Τραγούδι της Γης»: Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα ερμηνεύσει Γκούσταβ Μάλερ


Το Τραγούδι της Γης του Γκούσταβ Μάλερ θα ερμηνεύσει στις 23 Οκτωβρίου η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής.

 

«Νομίζω πως είναι το πιο προσωπικό μου έργο», έγραφε ο Μάλερ στον επιστήθιο φίλο του και αρχιμουσικό Μπρούνο Βάλτερ, καθώς έφτανε στο τέλος της πρώτης γραφής του. Έργο ακαταμάχητης γοητείας, το Τραγούδι της Γης συνδέει δύο σχεδόν αντίθετα είδη, τη συμφωνία με το τραγούδι. Ενώ πρόκειται ουσιαστικά για έναν κύκλο έξι τραγουδιών βασισμένων σε κινεζική ποίηση, ο συνθέτης του θεωρεί ότι είναι ταυτόχρονα και συμφωνία, μια εκτενής δηλαδή φόρμα με πολύπλοκη δομή και μεγάλη ποικιλία.

 

Το έργο θα ερμηνεύσουν η μεσόφωνος Μάιρα-Τερέζ Κάρμακ και ο τενόρος Νέιθαν Μπόουλς, δύο λυρικοί καλλιτέχνες που πρωταγωνιστούν στα σπουδαιότερα θέατρα του κόσμου, ενώ διευθύνει ο αρχιμουσικός Ντάνκαν Γουόρντ, ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς μαέστρους της νεότερης γενιάς.

 

 

Το πρόγραμμα με μία ματιά

ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ (1860-1911)

Το Τραγούδι της Γης (Das Lied von der Erde), για δύο φωνές και ορχήστρα

 

ΣΟΛΙΣΤ: 

Μάιρα Τερέζ Κάρμακ | μεσόφωνος

Νέιθαν Μπόουλς | τενόρος

 

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Ντάνκαν Γουόρντ

 

Πληροφορίες εισιτηρίων

Τιμές εισιτηρίων: 35€, 25€, 20€, 15€ και 10€ (εκπτωτικό)

Περισσότερα εδώ

Online αγορά εδώ

 

Για την Ιστορία…

ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ (1860 – 1911)

Το Τραγούδι της Γης, συμφωνία για τενόρο, κοντράλτο (ή βαρύτονο) και ορχήστρα

  1. Πρόποση στη γήινη θλίψη
  2. Φθινοπωριάτικη μοναξιά
  3. Νιότη
  4. Ομορφιά
  5. Κρασί μέσα στην άνοιξη
  6. Ο αποχαιρετισμός

 

Ο Μάλερ έφτανε στο τέλος της πρώτης γραφής του Τραγουδιού της Γης, τον Σεπτέμβριο του 1908 (η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε την επόμενη χρονιά). Η ιδιαιτερότητα και εν μέρει η ακαταμάχητη γοητεία του έργου έγκειται στο ότι ισορροπεί ανάμεσα στα είδη της συμφωνίας και του τραγουδιού (Lied), τόσο διαφορετικών εκ της φύσης τους. Πρόκειται για έναν κύκλο έξι τραγουδιών, εκ των οποίων το πρώτο, το τρίτο και το πέμπτο τραγουδά τενόρος, ενώ τα υπόλοιπα κοντράλτο (ή βαρύτονος). Βασίζεται σε παλιά κινεζικά ποιήματα του 7ου και 8ου αιώνα, όπως αυτά ανθολογήθηκαν και μεταφράστηκαν από τον Γερμανό ποιητή Χανς Μπέτγκε στη συλλογή με τίτλο «Ο κινέζικος αυλός». Τα ποιήματα αυτά προσέφεραν παρηγοριά στον Μάλερ κατά το «δύσκολο» καλοκαίρι του 1907 (λίγο καιρό μετά τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τη θέση του διευθυντή της Όπερας της Βιέννης), όταν του διαγνώστηκε δυσπλασία της καρδιακής βαλβίδας και έχασε την τετράχρονη κόρη του από συνδυασμό οστρακιάς και διφθερίτιδας.

 

Το Τραγούδι της Γης χαρακτηρίστηκε από τον συνθέτη ως συμφωνία για δύο λόγους: ο πρώτος έχει να κάνει φυσικά με το αχανές εύρος της μουσικής σύλληψης, την πολυπλοκότητα, ποικιλία αλλά και ομοιογένεια των ηχοχρωματικών και συναισθηματικών αποχρώσεων· ο δεύτερος σχετίζεται με την προκατάληψη του Μάλερ σχετικά με την έννοια της «Ενάτης Συμφωνίας», που κατά μία περίεργη ειρωνεία της μοίρας είχε υπάρξει η τελευταία για συνθέτες όπως ο Μπετόβεν, ο Σούμπερτ ή ο Μπρούκνερ. Θέλοντας λοιπόν να «ξεγελάσει» τη μοίρα, ο συνθέτης χαρακτήρισε το Τραγούδι της Γης (που ακολούθησε την Όγδοη Συμφωνία) ως «συμφωνία», αποφεύγοντας όμως να την αριθμήσει. Παρόλα αυτά, λίγο μετά την ολοκλήρωση της Ενάτης του Συμφωνίας, μία λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα έθεσε τέλος στη ζωή του, πριν προλάβει να ακούσει ή να διευθύνει ο ίδιος το Τραγούδι της Γης δημόσια. Η πρεμιέρα του δόθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1911 στο Μόναχο υπό τη διεύθυνση του Μπρούνο Βάλτερ.

 

Κεντρικά θέματα στα μελοποιημένα ποιήματα είναι η απέριττη ομορφιά της φύσης και η αέναη ανανεωτική της δύναμη, αντιπαραβαλλόμενα στην ανθρώπινη δυστυχία και το εφήμερο του ανθρώπινου βίου. Το πρώτο τραγούδι, απέχοντας πολύ από το να είναι ένα χαρμόσυνο τραγούδι του κρασιού, ανοίγει με θριαμβευτικούς τόνους, που σύντομα αποκαλύπτουν πτυχές κραυγαλέας απόγνωσης και αγριότητας. Διόλου τυχαία, η μελωδική γραμμή του τενόρου κινείται σε ψηλή περιοχή για μεγάλα διαστήματα. Σε πλήρη αντίθεση, το δεύτερο τραγούδι, με μία επαναλαμβανόμενη κυματοειδή κίνηση στα βιολιά, δημιουργεί μία παγερή αίσθηση κενού και θλίψης, που «θερμαίνεται» μόνο πρόσκαιρα και σποραδικά. Με διάφανη ενορχήστρωση, περιστασιακή χρήση πεντατονικών μοτίβων και ανάλαφρη χορευτική διάθεση, το επόμενο τραγούδι περιγράφει ειδυλλιακά μία χαρούμενη παρέα φίλων σε ένα «σπιτάκι από πορσελάνη», που καθρεφτίζεται στη λίμνη. Σε παρεμφερή ατμόσφαιρα, το τραγούδι με τίτλο «Ομορφιά» περιγράφει τα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα ανάμεσα σε αθώες κοπέλες που μαζεύουν λουλούδια και όμορφα αγόρια που ιππεύουν τα άλογά τους. Στη συνέχεια, ένας μεθυσμένος αδιαφορεί με κυνισμό για την έλευση της άνοιξης, την οποία αποτυπώνουν ηχητικά οι εναρκτήριες τρίλιες σε όμποε και κλαρινέτα και που επιβεβαιώνεται αργότερα από ένα πουλάκι (πίκολο φλάουτο). Το τελευταίο τραγούδι διαρκεί όσο περίπου όλα τα προηγούμενα και αποτελεί αναμφισβήτητα τον νοηματικό και συναισθηματικό πυρήνα όλου του έργου. Εδώ ο Μάλερ αξιοποιεί δύο διαφορετικά ποιήματα, προσθέτοντας μάλιστα ο ίδιος τους τέσσερεις καταληκτικούς στίχους. Η μουσική αποτελείται από τρεις μεγάλες ενότητες, καθεμίας εκ των οποίων προηγείται ένας αμιγώς ορχηστρικός πρόλογος. Ο τελευταίος μάλιστα από αυτούς (και ο πιο εκτεταμένος) εκτυλίσσεται ως πένθιμο εμβατήριο – με την προσήκουσα συναισθηματική φόρτιση. Ο «αποχαιρετισμός» δεν είναι άλλος από αυτόν της ζωής· η μουσική με συγκλονιστική αφαιρετικότητα και εκφραστική οικονομία αλλά και ειλικρινή λυρισμό αφήνει πίσω της κάθε γήινη αίσθηση, επιχειρώντας να προσπελάσει το μεταφυσικό. Μέσα από τη μουσική του, ο Μάλερ φαίνεται να αποδέχεται τον θάνατο χωρίς φόβο ή επιφυλάξεις και τον σκιαγραφεί ως αγλαή λύτρωση. Πορεύεται μέσα από αυτόν, με θετικότητα, προς μια πολυπόθητη αιωνιότητα, απελευθερωμένη από τον επίγειο πόνο.



Πηγή: www.lifo.gr