ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Επικοινωνια

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2026

Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Το «Blue Film» είναι ένα queer θρίλερ για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ


Ένας νεαρός  σεξεργάτη δέχεται 50.000 δολάρια για να περάσει ένα βράδυ με έναν ανώνυμο πελάτη. Φτάνει σε ένα νοικιασμένο σπίτι στο Λος Άντζελες, περιμένοντας άλλη μία συναλλαγή μέσα στον γνώριμο κόσμο του διαδικτυακού σεξ. Μόνο που ο άνδρας που τον περιμένει δεν είναι ένας ακόμη κρυμμένος θεατής πίσω από μια οθόνη. Είναι ο πρώην καθηγητής του.

Από αυτή την αφετηρία ξεκινά το «Blue Film», η νέα ταινία του 26χρονου Elliot Tuttle, που κυκλοφορεί στις βρετανικές αίθουσες στις 11 Σεπτεμβρίου. Είναι ένα μικρό, κλειστοφοβικό queer thriller, γυρισμένο με μόλις 50.000 δολάρια, σχεδόν ολόκληρο μέσα σε ένα σπίτι, με δύο πρόσωπα που μιλούν, διαπραγματεύονται, ψεύδονται, δοκιμάζουν τα όρια του άλλου και σπρώχνουν τον θεατή σε μια περιοχή όπου η άνετη ηθική βεβαιότητα αρχίζει να γίνεται ασταθής.

Το «Blue Film» είναι ένα queer thriller για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ Facebook Twitter
Courtesy of Obscured Releasing.

Ο Άαρον Ιγκλ, τον οποίο υποδύεται ο Kieron Moore, είναι ένας σεξεργάτης που δουλεύει μέσω κάμερας και ξέρει να μετατρέπει το σώμα του σε υπηρεσία, θέαμα και οικονομική δύναμη. Ο ανώνυμος πελάτης, τον οποίο υποδύεται ο Reed Birney, αποκαλύπτεται σταδιακά ως ο Χανκ Γκραντ, ο πρώην καθηγητής Αγγλικών του Άαρον, ένας άνδρας καταδικασμένος για σεξουαλικό έγκλημα σε βάρος ανηλίκου. Αυτό που αρχίζει σαν ακριβοπληρωμένη νύχτα γίνεται γρήγορα κάτι πολύ πιο άβολο: μια αναμέτρηση με το παρελθόν, την επιθυμία, τη βία, την εξουσία και τη φαντασίωση της αθωότητας.

Το «Blue Film» θα μπορούσε εύκολα να γίνει exploitation. Ο ίδιος ο τίτλος μοιάζει να παίζει με την υπόσχεση μιας απαγορευμένης εικόνας. Όμως ο Tuttle κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η ταινία, παρότι έχει ήδη συζητηθεί ως ακραία και προκλητική, αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό το γυμνό και δεν βασίζει την έντασή της στη σεξουαλική εικόνα. Ο σκηνοθέτης λέει ότι τον ενδιέφερε να κάνει μια ταινία όπου το επικίνδυνο μέρος δεν θα ήταν αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που σκέφτεσαι ενώ βλέπεις.

Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό της σημείο. Το «Blue Film» δεν ρωτά απλώς τι συμβαίνει όταν ένας ενήλικος σεξεργάτης βρίσκεται απέναντι σε έναν καταδικασμένο δράστη. Ρωτά τι γίνεται όταν η συναίνεση, η μνήμη, η εξουσία και η επιθυμία κουβαλούν ήδη μια παλιά ασυμμετρία. Ο Άαρον είναι ενήλικος, σωματικά δυνατός, συνηθισμένος να ελέγχει την εικόνα του και να πληρώνεται ακριβά γι’ αυτήν. Ο Χανκ είναι μεγαλύτερος, κοινωνικά κατεστραμμένος, σχεδόν αποκλεισμένος από τον κόσμο, αλλά κουβαλά την ιστορική εξουσία του καθηγητή, του ενηλίκου που κάποτε βρισκόταν απέναντι σε ένα παιδί.

Το «Blue Film» είναι ένα queer thriller για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ Facebook Twitter
Courtesy of Obscured Releasing.

Ο Tuttle έχει πει ότι η ιδέα ξεκίνησε από δικές του σκέψεις γύρω από την εφηβική σεξουαλικότητα και από μια παλιά φαντασίωση για καθηγητή του. Ως ενήλικος, άρχισε να επιστρέφει σε εκείνο το υλικό με διαφορετικό τρόμο: τι ήθελε τότε πραγματικά να συμβεί, τι μπορούσε να καταλάβει ένα παιδί, πότε μια φαντασίωση γίνεται επικίνδυνη επειδή κάποιος ενήλικος μπορεί να την πάρει στα σοβαρά. Η ταινία, λέει, έγινε τελικά ιστορία για τη μοναξιά.

Αυτή η μετατόπιση είναι κρίσιμη. Το «Blue Film» δεν ζητά συμπόνια για τη σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου ούτε επιχειρεί να αθωώσει έναν δράστη. Αντίθετα, προσπαθεί να παραμείνει μέσα στη δυσφορία του ερωτήματος: πώς φτάνει ένας άνθρωπος να μπερδεύει τη βία με την αγάπη, το τραύμα με την επιθυμία, την εξουσία με την τρυφερότητα; Ο Tuttle έχει αναγνωρίσει τον κίνδυνο να γράψει κανείς έναν τέτοιο χαρακτήρα με τρόπο που να μοιάζει σαν να τον δικαιολογεί. Γι’ αυτό και επιμένει ότι η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου είναι ανήθικη και εγκληματική πράξη· το ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται στο να μπορέσει, αφού αυτό ειπωθεί καθαρά, να κοιτάξει τον μηχανισμό χωρίς να τον εξαγνίσει.

Για την προετοιμασία του, ο σκηνοθέτης είδε ντοκιμαντέρ όπως το «Pervert Park», την ταινία του 2014 για μια κοινότητα καταδικασμένων σεξουαλικών παραβατών στη Φλόριντα που ζουν μαζί μετά την αποφυλάκισή τους. Από εκεί, λέει, κράτησε κυρίως τη σύνδεση ανάμεσα στην παιδική κακοποίηση, την παραμορφωμένη αντίληψη για το σεξ και την αγάπη, και τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι δράστες προσπαθούν να εξηγήσουν τον εαυτό τους. Η εξήγηση, όμως, δεν είναι δικαιολογία. Και το «Blue Film» φαίνεται να πατά ακριβώς πάνω σε αυτή τη γραμμή.

Το «Blue Film» είναι ένα queer thriller για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ Facebook Twitter
Courtesy of Obscured Releasing.

Η δύναμη της ταινίας βρίσκεται στο ότι δεν αφήνει κανέναν από τους δύο χαρακτήρες να μείνει ακίνητος σε έναν εύκολο ρόλο. Ο Άαρον μπαίνει στο σπίτι πιστεύοντας ότι ελέγχει τη συναλλαγή. Είναι νέος, όμορφος, γυμνασμένος, επαγγελματίας της επιθυμίας των άλλων. Ο Χανκ, αντίθετα, μοιάζει σωματικά πιο αδύναμος, ηλικιωμένος, μόνος, κοινωνικά εξορισμένος. Όμως όσο περνά η νύχτα, η ισορροπία μετακινείται συνεχώς. Ποιος κινδυνεύει πραγματικά; Ποιος έχει τον έλεγχο; Ποιος χρησιμοποιεί ποιον; Και τι σημαίνει συναίνεση όταν μια σχέση εξουσίας έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, μέσα σε μια τάξη;

Το σενάριο φέρνει τους δύο άνδρες σε μια μακρά, σχεδόν θεατρική συνομιλία με πίτσα, μπίρα, αναμνήσεις από το σχολείο, ψευδοψυχαναλύσεις, ρόλους, αντιστροφές και μικρές πράξεις ταπείνωσης. Σε ένα από τα πιο άβολα σημεία, ο Χανκ ζητά από τον Άαρον κάτι τόσο συγκεκριμένο ώστε η συναλλαγή παύει να μοιάζει γενική και γίνεται τρομακτικά προσωπική. Αργότερα, ο Άαρον επιτρέπει στον Χανκ να του ξυρίσει τα μαλλιά, μια χειρονομία που μοιάζει να τον μικραίνει σωματικά, να τον σπρώχνει προς μια εικόνα νεότητας που δεν είναι ποτέ αθώα.

Ο Tuttle, πάντως, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για το σοκ ως επιφάνεια. Η ταινία γυρίστηκε με ελάχιστα χρήματα, αλλά σύμφωνα με τα πρώτα κείμενα που τη συνοδεύουν δεν μοιάζει με κινηματογραφημένο θεατρικό. Χρησιμοποιεί υλικό από κάμερα miniDV, σαν κάτι ανάμεσα σε οικογενειακό βίντεο και απειλητική καταγραφή, ενώ αφήνει τον διάλογο να σηκώσει το κύριο βάρος της βίας. Η εικόνα δεν εκρήγνυται· οι ιδέες το κάνουν.

Το «Blue Film» είναι ένα queer thriller για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ Facebook Twitter
Courtesy of Obscured Releasing.

Γι’ αυτό και η σχεδόν πλήρης απουσία γυμνού έχει σημασία. Σε μια ταινία που περιγράφεται με λέξεις όπως camboy, sex worker, πρώην καθηγητής, πελάτης, ρόλος, σώμα, θα περίμενε κανείς ότι το σκάνδαλο θα βρίσκεται στην εικόνα. Ο Tuttle αφαιρεί αυτή την εύκολη διέξοδο. Δεν αφήνει τον θεατή να κρυφτεί πίσω από το σοκ του γυμνού ή της σεξουαλικής αναπαράστασης. Τον αναγκάζει να μείνει μέσα στη σκέψη: τι επιτρέπεται να ειπωθεί, τι επιτρέπεται να αναπαρασταθεί, και ποια ερωτήματα αποφεύγουμε επειδή μας τρομάζει το τι μπορεί να βγει από αυτά.

Το «Blue Film» έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Κάποιοι θεατές, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχουν αποχωρήσει από προβολές, ενώ άλλοι μένουν σιωπηλοί ή αντιδρούν έντονα μέσα στην αίθουσα. Ο Tuttle δεν δείχνει να ενοχλείται από αυτό. Λέει ότι ήθελε μια ταινία που να έχει διαφορετική σχέση με κάθε θεατή και να τον συναντά εκεί όπου εκείνος αντέχει να τη συναντήσει.

Το «Blue Film» είναι ένα queer thriller για την παιδοφιλία που αρνείται το εύκολο σοκ Facebook Twitter
Courtesy of Obscured Releasing.

Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό queer ενδιαφέρον της ταινίας. Όχι στο ότι οι χαρακτήρες είναι γκέι, ούτε στο ότι το φιλμ κυκλοφορεί ως «προκλητικό queer cinema». Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο που μπαίνει σε μια περιοχή όπου η σεξουαλικότητα, η εργασία, η εξουσία, η ντροπή, το τραύμα και η φαντασίωση μπλέκονται επικίνδυνα, χωρίς να την καθαρίζει για να γίνει πιο εύπεπτη. Το «Blue Film» δεν προσφέρει ασφαλή ταύτιση ούτε εύκολη αποστροφή. Ζητά από τον θεατή να μείνει σε ένα δωμάτιο όπου κανείς δεν μπορεί να είναι άνετος.

Αυτό μπορεί να είναι και το πιο τίμιο πράγμα που κάνει. Δεν πουλάει τη σεξουαλική επικινδυνότητα ως στιλ, ούτε χρησιμοποιεί το queer σώμα ως πρόφαση για σκάνδαλο.

Προσπαθεί να δει τι συμβαίνει όταν το παρελθόν μπαίνει ξανά στο δωμάτιο, όταν η επιθυμία δεν χωρίζεται εύκολα από τη βία και όταν ένας ενήλικος που πληρώνεται για να υποδύεται φαντασιώσεις βρίσκεται απέναντι σε μια φαντασίωση που δεν έπρεπε ποτέ να έχει επιτραπεί.

Με στοιχεία από Dazed



Πηγή: www.lifo.gr