ADVERTORIAL
Η τελευταία Κυριακή του Αυγούστου έχει φτάσει και μαζί της και εκείνη η συλλογική ψευδαίσθηση ότι από Δευτέρα όλα θα μπουν ξανά σε μια σειρά. Ξυπνητήρια στην ώρα τους, κανονικά ωράρια, λιγότερα έξοδα, περισσότερο μαγείρεμα στο σπίτι. Ο Άρης, η Νεφέλη, ο Πέτρος και η Σοφία έχουν επιστρέψει στην Αθήνα από διαφορετικές διακοπές και μόλις συμφώνησαν στο group chat να βρεθούν για ένα και μόνο ποτό.
«Στις οκτώ από μένα;» έγραψε ο Άρης.
«Ναι, αλλά χαλαρά», απάντησε η Νεφέλη.
«Μέχρι έντεκα max. Αύριο ξυπνάω επτά», συμπλήρωσε ο Πέτρος.
Η Σοφία απάντησε με ένα emoji που γελούσε. Τους ήξερε καλύτερα.
Ο Άρης έχει γυρίσει σπίτι μόλις το προηγούμενο βράδυ. Η βαλίτσα παραμένει ανοιχτή στο υπνοδωμάτιο, ένα μαγιό έχει ξεμείνει πάνω σε μια καρέκλα και η πετσέτα θαλάσσης βρίσκεται ακόμη στον καναπέ, αλατισμένη και κοκαλωμένη. Το σπίτι έχει αυτήν την προσωρινή ακαταστασία της επιστροφής, όταν είσαι πάλι στην πόλη αλλά ένα μέρος σου δεν έχει «ξεπακετάρει» ακόμη. Λίγο πριν τις επτά, ανοίγει το ψυγείο και διαπιστώνει ότι κι εκείνο βρίσκεται ακόμα σε διακοπές. Ένα μπουκάλι νερό, μερικά ξεχασμένα βαζάκια με γλυκό του κουταλιού και ελάχιστα πράγματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν το αποψινό περίφημο «ένα ποτό».
Παίρνει τα κλειδιά και πετάγεται για ένα γρήγορο πέρασμα από τα Lidl. Έχει στον νου του να πάρει μόνο τα απαραίτητα. Κρύα drinks, μερικά snacks, κάτι εύκολο για να μπει στη μέση και κάτι γλυκό για αργότερα. Μόνο που τα ψώνια για παρέα, σπάνια υπακούουν σε αυστηρές λίστες. Καθώς επιστρέφει σπίτι, το τραπέζι έχει ήδη περισσότερες προοπτικές απ’ όσες προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.
Η Νεφέλη χτυπά πρώτη το κουδούνι, λίγο μετά τις οκτώ, μαυρισμένη ακόμη από τις διακοπές και με τα μαλλιά ξανοιγμένα από τον ήλιο. Κουβαλά μια πάνινη τσάντα με καλούδια που είχε υποσχεθεί να φέρει από το νησί. Ο Πέτρος φτάνει αμέσως μετά, ανακοινώνοντας σχεδόν από την πόρτα ότι «θα φύγει πρώτος». Η Σοφία εμφανίζεται τελευταία και δηλώνει ότι θα πιει μόνο ένα. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να σχολιάσει.
Για την πρώτη ώρα, πάντως, όλα δείχνουν αρκετά πολιτισμένα. Κάθονται στο μπαλκόνι, ανοίγουν τα πρώτα snacks και αρχίζουν να κάνουν τον απολογισμό των προηγούμενων εβδομάδων. Νησιά, πλοία που άργησαν, παραλίες που άξιζαν τη διαδρομή, άνθρωποι που πέτυχαν εντελώς τυχαία, ξαπλώστρες που κόστιζαν σχεδόν όσο ένα μικρό ενοίκιο. Ο Άρης μπαινοβγαίνει στην κουζίνα φέρνοντας όσα είχε προμηθευτεί από τα Lidl και σύντομα το τραπέζι γεμίζει, όπως γεμίζουν συνήθως τα τραπέζια μεταξύ παλιών φίλων. Λίγο άναρχα, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα στο σερβίρισμα και με όλους να απλώνουν το χέρι τους προς το ίδιο μεγάλο πιάτο.
Κάπου ανάμεσα στη δεύτερη ιστορία από τις διακοπές της Νεφέλης και στην τρίτη φορά που ο Πέτρος είπε «πάντως εγώ σε λίγο θα φύγω», κάποιος αλλάζει τη μουσική. Η ένταση ανεβαίνει αισθητά. Οι καρέκλες μετακινούνται για να βλέπουν καλύτερα τα αστέρια. Το «κάτι πρόχειρο» γίνεται κανονικό βραδινό και το μπαλκόνι αρχίζει να μοιάζει όλο και λιγότερο με μια σύντομη κυριακάτικη συνάντηση.
Στις έντεκα παρά τέταρτο, η Σοφία κοιτάζει το κινητό της.
«Παιδιά, αύριο ξυπνάμε νωρίς».
Κανείς δεν σηκώνεται.
Η ίδια φράση ακούγεται ξανά λίγο αργότερα, αυτήν τη φορά με λιγότερη πειθώ. Μέχρι τα μεσάνυχτα έχει γίνει σχεδόν αστείο. Ίσως γιατί κανείς τους δεν έχει πραγματικά τη διάθεση να βάλει τελεία στη βραδιά. Έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου χωριστά και τώρα προσπαθούν να χωρέσουν μέσα σε λίγες ώρες όλα όσα δεν έχουν προλάβει να πουν. Κάνουν σχέδια για τον Σεπτέμβριο, ενώ ξέρουν κατά βάθος πόσο δύσκολο θα είναι να βρουν ξανά μια ημερομηνία που να μπορούν όλοι.
Μετά τα μεσάνυχτα, η ζέστη έχει υποχωρήσει και από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνει στην κουζίνα εκείνος ο γνώριμος αέρας. Ακόμη ζεστός, αλλά κάπως διαφορετικός. Απέναντι, περισσότερα διαμερίσματα έχουν πια αναμμένα φώτα. Οι δρόμοι έχουν ξαναγεμίσει αυτοκίνητα και το πάρκινγκ μοιάζει ξανά ακατόρθωτο. Η Αθήνα μοιάζει να παίρνει πάλι μπρος.
Η Νεφέλη κοιτάζει το τραπέζι, τα μισογεμάτα ποτήρια και τους τρεις φίλους της. «Τελικά κάναμε closing party», λέει. Και μάλλον αυτό ακριβώς είναι. Χωρίς παραλία, κράτηση, dress code ή κάποιο τελευταίο εντυπωσιακό sunset. Μόνο τέσσερις φίλοι σε ένα αθηναϊκό μπαλκόνι, ένα τραπέζι που ξεκίνησε από μια γρήγορη στάση στα Lidl, μουσική και κανέναν ιδιαίτερα πρόθυμο να πει πρώτος καληνύχτα.
Ο Πέτρος κοιτάζει την ώρα άλλη μία φορά.
«Ένα και φύγαμε;»
Γελούν.
Ίσως το καλοκαίρι να συνεχίζει καλύτερα έτσι. Χωρίς επίσημο αποχαιρετισμό. Χωρίς να αποφασίσει κανείς ποια ήταν ακριβώς η τελευταία του μέρα. Με τους ανθρώπους που σου έλειψαν όσο έλειπες, κάτι καλό στη μέση του τραπεζιού και μία φράση που όλοι ξέρουν ότι πιθανότατα δεν θα τηρηθεί.
«Αύριο ξυπνάμε νωρίς!»















