Με το «RADIO 1: Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου», ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Χρήστος Πασσαλής επανέρχεται στην αθηναϊκή σκηνή, μετατρέποντας το θέατρο 104 σε χώρο ζωντανής μετάδοσης, συλλογικής αγωνίας και προσωπικών εξομολογήσεων. Καθώς ένας κομήτης πλησιάζει τη Γη, παρακολουθούμε μια ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή σε ένα στούντιο όπου δύο παραγωγοί, ο ίδιος και η Έλσα Λεκάκου, συντροφεύουν το τρομαγμένο κοινό τους. Συνδέονται με ρεπόρτερ στους δρόμους της Αθήνας, διαβάζουν δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας, μιλάνε με ειδικούς, ψυχολόγους, αστροφυσικούς, ενώ μοιράζονται τα μηνύματα ακροατών στο chatroom, που απαρτίζονται από συνωμοσίες, αστεία, φόβους και εξομολογήσεις. Παράλληλα, η εκπομπή έχει ήδη συλλέξει και κάποιες ιστορίες υπό τον τίτλο: «Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου». Ιστορίες πραγματικές, σύντομες, αδέξιες, υπερβολικές ή μπανάλ. Οπωσδήποτε καθημερινές και συνηθισμένες. Αποσπάσματα από αυτές διακόπτουν τη ροή της εκπομπής σαν παρεμβολές, σαν κάτι που επιμένει να ακουστεί μέσα στον θόρυβο και την έξαψη.
Τι έκανε τον πολύ καλό ηθοποιό και σκηνοθέτη να γράψει και να παρουσιάσει ένα τόσο ανησυχητικό έργο για την εποχή μας; Ποιοι οι λόγοι που τον έστρεψαν, μετά τη μεγάλη επιτυχία της «Εκάβης» (υποψήφια για τα βραβεία καλύτερων παραστάσεων του ελβετικού θεάτρου) που συν-σκηνοθέτησε με την Αγγελική Παπούλια για το Schauspielhaus Zürich, να «προσγειωθεί» σε μια μικρή σκηνή της Αθήνας;
«Ο φόβος προελαύνει. Αυτό φέρνει έναν συντηρητισμό που τον βλέπουμε και στην τέχνη, η οποία συντηρητικοποιείται αρκετά, τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά. Χρειάζονται ταινίες που να είναι πιο λοξές και πιο τολμηρές ή ριζοσπαστικές, γιατί θα καταλήξουμε με ανώδυνες ερωτικές ιστορίες ή με τα γνωστά κοινωνικά δράματα».
― Καταρχάς, πες μου πώς προέκυψε το κείμενο της παράστασης.
Απαρτίζεται από πραγματικές ιστορίες ανθρώπων που συλλέξαμε μαζί με την Έλσα, είτε ρωτώντας στον δρόμο διάφορους περαστικούς, είτε μέσω μέιλ που στείλαμε σε φίλους και φίλους φίλων και γνωστούς φίλων για να γράψουν κάτι με τίτλο «Η πιο λυπημένη μέρα στης ζωής μου». Η ραδιοφωνική εκπομπή που έχουμε στήσει στη σκηνή υποτίθεται ότι κάθε εβδομάδα έχει μια διαφορετική θεματική. Η επόμενη, λ.χ., θα είναι ιστορίες έρωτα υπό τον τίτλο «Ζητήματα Καρδιάς». Τη συγκεκριμένη εβδομάδα, οι ιστορίες που έχουν ζητηθεί από το ακροατήριο έχουν τίτλο «Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου». Η καρδιά της παράστασης είναι ντοκιμαντερίστικη, αυτές οι ιστορίες είναι από την αρχή μέχρι το τέλος πραγματικές.
― Σε κυνηγάει το όραμα των blitz;
Είμαι εκ των πραγμάτων μέρος αυτού του οράματος. Μία από τις δυνάμεις που υπάρχουν πάντα μέσα μου είναι η δύναμη της λίστας και του αφηγηματικού θεάτρου. Αυτή η παράσταση είναι μια ατέλειωτη λίστα σχολίων από το ακροατήριο, τραγουδιών και πραγματικών ιστοριών από φίλους…
― Κάτι σαν την παράσταση «Galaxy».
Ανήκει στην ίδια «γειτονιά», όπως και με το «Late Night». Και εκεί υπήρχε μια μακριά λίστα τραγουδιών με τα οποία χορεύαμε, μια λίστα αναμνήσεων από μια ερωτική σχέση η οποία πλέον είχε τελειώσει. Γενικώς, οι λίστες είναι ένα πολύ γοητευτικό πράγμα για μένα. Διαθέτουν, πρώτον, εσωτερικό σασπένς και, δεύτερον, κάτι πολυπρισματικό – το θέατρο το αντέχει, το σινεμά δεν το αντέχει εύκολα, ο Κρις Μαρκέρ ίσως να το κατάφερε το ’60, ή η Σαντάλ Ακερμάν.
― Επίσης, τα αρχεία είναι η τάση του εικαστικού χώρου τα τελευταία χρόνια.
Όπως το λες, ένα αρχείο ήθελα να φτιάξω. Μια κοινότητα πένθους, μια κοινότητα λύπης που μιλάει για το πάθημά της, για το πάθος της. Να ανέβει μια κοινότητα επί σκηνής με έναν τρόπο όχι ρεαλιστικό, γιατί όλα αυτά γίνονται στο μυαλό του θεατή· εννοώ, εμείς διαβάζουμε τα κείμενα των ακροατών και οι εικόνες σχηματίζονται στο μυαλό του θεατή. Η παράσταση δεν έχει να επιδείξει σχεδόν καμία εικόνα, είναι σχεδόν στατική, κι αυτό με ενδιέφερε και σε αντίθεση με την «Εκάβη» που σκηνοθετήσαμε με την Αγγελική Παπούλια στη Ζυρίχη. Με έναν τρόπο, συνεχίζεις πάντα από το προηγούμενό σου έργο, που εν προκειμένω ήταν γεμάτο εικόνες ενός κόσμου που ήταν μπροστά σου και ήταν επιθετικός, ποιητικός, συγκινητικός. Τώρα ήθελα την αντίθετη κίνηση. Υπάρχουν δύο δυνάμεις μέσα μου, του θεάτρου που συμβαίνει στο μυαλό του θεατή μέσα από τις ελλείψεις και την αφαίρεση, και του θεάτρου που συμβαίνει μέσω εικόνων.
― Θέλεις να μιλήσεις για την «Εκάβη»;
Έγινε στο Schauspielhaus Zürich με γερμανόφωνους ηθοποιούς και είμαι χαρούμενος που θα διαγωνιστεί με τις καλύτερες παραστάσεις της Ελβετίας. Είναι η μεγαλύτερη παραγωγή που έχω κάνει σε επίπεδο εικόνων. Το Schauspielhaus της Ζυρίχης είναι από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης. Η «Εκάβη» είναι μια παράσταση γεμάτη εικόνες, με επιθετικότητα ως προς τις εικόνες της, ενώ το «RADIO 1» είναι μια αντίθετη κίνηση.
― Είναι μια παράσταση τελείως αντίθετη από όσες έχω δει από εσένα, δηλαδή παραστάσεις ελλειπτικές και λοξές. Το «RADIO 1» είναι σχεδόν ρεαλιστικό.
Η φόρμα του, όμως, το κάνει μη ρεαλιστικό.
―Ωστόσο τα λόγια που διαβάζετε είναι πεζά, συναισθηματικά, καθημερινά, κάποια με χιούμορ, κάποια σαλεμένων εθνικιστών. Όλα όσα διαβάζει κανείς αν σκρολάρει στο κινητό του ή στον υπολογιστή του.
Είναι η πραγματικότητα που ζούμε, ο πλανήτης που ζούμε, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ο φασισμός σαρώνει, προχωράει τρέχοντας. Η ανοησία επίσης.
―Μήπως είναι τα αντανακλαστικά ενός υπερσυντηρητικού κόσμου απέναντι στις αλλαγές του 21ου αιώνα καθώς καταρρέουν οι βεβαιότητές του; Δηλαδή, ίσως να μην είναι όλοι ακραίοι, και το φαινόμενο να συνδέεται με τον τρόμο για την κατάλυση του παλιού κόσμου.
Ξεκινήσαμε τον 21ο αιώνα με τρόμο. Συνεχίζουμε έτσι. Στην παράσταση της «Εκάβης» υπήρχε ένα σλόγκαν στον τοίχο του σκηνικού που έγραφε «Safety First». Οι πολιτικοί βγαίνουν και μιλάνε για ασφάλεια, κανείς δεν μιλάει για το τι οραματιζόμαστε ως σύνολο, κανείς δεν μιλάει για το πώς θα θέλαμε να είναι ο κόσμος σε είκοσι χρόνια. Όλοι μιλάνε για ασφάλεια, για τους κακούς μετανάστες που θα φάνε την καρδιά μας με τα δόντια τους, για UFO και εξωγήινους. Και όντως, συμφωνώ, δεν είναι τα άκρα μόνο που μιλάνε με αυτό το λεξιλόγιο, είναι και τα μεσαία στρώματα. Ούτως ή άλλως, τα μεσαία στρώματα φέρνουν τις αλλαγές.
― Στη Γερμανία η μεσαία τάξη τη δεκαετία του 1930 έφερε τον ναζισμό.
Προφανέστατα. Ο 21ος αιώνας λοιπόν μπήκε με τρόμο. Ξεκινήσαμε με τους Δίδυμους Πύργους, έγινε η οικονομική κρίση στην Αμερική, ήρθε και στην Ευρώπη, έφτασε στην Ελλάδα, συνεχίσαμε με τον Covid, πρoτού τελειώσει είχαμε τον πόλεμο στην Ουκρανία που συνεχίζεται, τώρα έχουμε την Παλαιστίνη. Ζούμε σε ένα καθεστώς τρόμου και ασυδοσίας. Ο φόβος προελαύνει. Αυτό φέρνει έναν συντηρητισμό που τον βλέπουμε και στην τέχνη, η οποία συντηρητικοποιείται αρκετά, τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά. Χρειάζονται ταινίες που να είναι πιο λοξές και πιο τολμηρές ή ριζοσπαστικές, γιατί θα καταλήξουμε με ανώδυνες ερωτικές ιστορίες ή με τα γνωστά κοινωνικά δράματα. Και δεν λέω ότι πρέπει να είναι όλα τα θεάματα ακραία ή ριζοσπαστικά, αλλά πρέπει να ακούγονται και αυτές οι φωνές, γιατί ο κόσμος είναι ακραίος και η τέχνη, αντιθέτως, συχνά παίρνει μια μέση, ασφαλή και αναίμακτη οδό, που είναι το λιγότερο βαρετή, αν όχι επικίνδυνη. Υπάρχουν καλλιτέχνες που ακόμα επιμένουν και τολμούν. Προσοχή, δεν νοσταλγώ περασμένες ακραίες εποχές.
― Έναν καλλιτέχνη που ενδεχομένως είναι σημαντικός και δεξιοτέχνης, αλλά δεν είναι καταγγελτικός, τον εκτιμάς;
Δεν καταλαβαίνω το «δεν είναι καταγγελτικός», στον Παράδεισο δεν θα κάναμε τέχνη. Γράφουμε ιστορίες για τη σκηνή ή για τη μεγάλη οθόνη επειδή κάτι δεν δουλεύει. Η καταγγελία έγκειται ίσως στην οξύτητα της γλώσσας, αλλά όλοι καταγγέλλουμε στην τέχνη, ακριβώς επειδή κάτι δεν πάει καλά.
― Δεν μπορεί κάποιος απλώς να καταγράφει την ανθρώπινη κατάσταση;
Δεν υπάρχει αθώα καταγραφή όμως, καταγράφουμε μέσω αυτού που είμαστε. Εννοώ, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καταγράψει πώς ζουν οι φυλές στον Αμαζόνιο, άλλοι πώς ζούσαν οι προλετάριοι στη Σοβιετική Ένωση ή οι εργαζόμενοι στο Ντιτρόιτ. Κάτι τους οδηγεί σε αυτές τις ιστορίες. Όπως και το μοντάζ, δεν είναι αθώο. Αν κόψω αυτό και αφήσω το άλλο…
― Το μοντάζ είναι από τη φύση του επέμβαση.
Η επιλογή μου είναι θέση και μάλιστα πολιτική θέση, σε αντίθεση με αυτό που είπε ο κάποτε αγαπημένος μου σκηνοθέτης του σινεμά, ότι «το σινεμά δεν είναι πολιτικό». Τι ανοησίες.
― Ποιον εννοείς;
Τον Βέντερς στο Βερολίνο. Και δεν μιλάω για στρατευμένη τέχνη, αυτό είναι επίσης διαφορετικό. Ακόμα και ο Έλιοτ, που δεν ήταν Γιάννης Ρίτσος, που ήταν στρατευμένος ως ποιητής, καταγγέλλει, κάτι λέει. Ότι η κοινωνία πεθαίνει, ότι είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι, κάτι προσπαθεί να πει σε σχέση με το πώς ζούμε, άρα κάτι πολιτικό.
― Επιστρέφω στην παράστασή σου. Τι σε έκανε να γράψεις μια συνθήκη όπου ο πλανήτης, άρα η ανθρωπότητα, απειλείται με αφανισμό, και δύο άνθρωποι μέσα από το ραδιόφωνο συλλέγουν ιστορίες ανθρώπων, κάτι σαν κιβωτό αναμνήσεων;
Έχω μιλήσει πολύ συχνά για το τέλος, και με τους blitz και μόνος. Δεν μπορώ να αυτοψυχαναλυθώ και να πω γιατί.
― Ωστόσο, βλέποντας την παράσταση, με απασχόλησε σε τι βαθμό μέσα από το θέατρο μιλάμε για το τέλος ενός πολιτισμού. Βρισκόμαστε σε μια πνευματική έρημο; Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ενδεχομένως το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον ξέραμε;
Την τεχνητή νοημοσύνη, όπως κάθε νέο εργαλείο –γιατί δεν εμπιστευόμαστε την επιστήμη, και δικαίως, δεν έχει βρει τα όριά της σε σχέση με την ηθική, έχει αποδειχθεί αυτό ιστορικά– τη φοβόμαστε γιατί δεν ξέρουμε τι θα φέρει. Δεν ξέρουμε πόσο γρήγορα, πόσο άτσαλα, πόσο επιθετικά θα αποικίσει τις σκέψεις μας και τις κοινωνίες μας. Σίγουρα το τέλος του κόσμου στην παράσταση είναι και ένα δραματουργικό τέχνασμα για να εντείνει θεάματα που κατά τα άλλα δεν έχουν έναν ιστό πλοκής. Ο «Άμλετ» έχει μια συγκεκριμένη πλοκή και οδηγεί τη σκέψη του θεατή. Στα υβριδικά θεάματα που κι εγώ κάνω χρειάζεσαι μερικές γραμμές για να σε κρατήσουν και να σε στηρίξουν. Η απειλή ενός κομήτη που πλησιάζει είναι μια τέτοια γραμμή, ένα τέτοιο τέχνασμα. Από εκεί και πέρα, και επί της ουσίας, εδώ και χρόνια ζούμε ένα τέλος. Τι θέλω να πω; Δεν έχει βρεθεί η απάντηση στον συντηρητισμό. Το 1990 έγινε αυτό που έγινε με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και δικαίως, οι λαοί δεν άντεξαν και σωστά έπραξαν. Παρένθεση: βαριέμαι να ακούω ότι δεν έχουν οι λαοί ευθύνη, εκεί είχαν ευθύνη και την ανέλαβαν. Στο Ισραήλ έχουν ευθύνη, στην Αμερική έχουν ευθύνη, όπως και στην Ελλάδα, όπου ψηφίζονται επανειλημμένως οι ίδιοι. Έχουμε ευθύνη ως πολίτες. Νιώθω ότι ακόμα ψάχνουμε το επόμενο ιδεολογικό κίνημα. Δεν ξέρω ποια είναι η απάντηση, δεν έχω δυνάμεις πολιτικής ανάλυσης, λέω διαισθητικά και ενστικτωδώς ότι αυτός ο συντηρητισμός και η αγάπη για την ασφάλεια μάς φέρνουν σήμερα εδώ που βρισκόμαστε, στη δειλία της Ευρώπης, που δεν μπορεί να υψώσει τη φωνή της σε κανένα πεδίο απέναντι σε μια ασυδοσία που θυμίζει μεσαίωνα. Υπάρχουν κράτη, πολιτικοί και άνθρωποι που έχουν το ακαταλόγιστο, υπάρχει μια ατιμωρησία η οποία αφήνει εμάς τους πολίτες να νιώθουμε τελείως αβοήθητοι, γιατί μας κάνει να πιστεύουμε ότι έχουν καταλυθεί ή καταλύονται όλα. Αυτό είναι το τέλος. Η αισιοδοξία του 1960 όχι απλά έχει χαθεί, έχει εντελώς αντιστραφεί.
― Το 1960 ο πόλεμος ήταν πρόσφατος, οι νέοι άνθρωποι κοιτούσαν προς το μέλλον με την ελπίδα να ξαναγεννηθεί ο κόσμος. Υπάρχει παραλληλισμός με το σήμερα;
Σίγουρα η ανθρωπότητα είχε βυθιστεί στην άβυσσο. Είχε επέλθει το τέλος και απέβλεπαν σε μια νέα αρχή. Για να γυρίσω στην ερώτηση, υπάρχει αυτή η αίσθηση του τέλους, αν και δεν θεωρώ καθόλου απαισιόδοξη την παράσταση. Υπάρχει επί σκηνής μια κοινότητα ανθρώπων που μιλάνε για τα πένθη τους, κι εμένα, ως συντελεστή της παράστασης, αυτό μου δίνει δύναμη. Θεωρώ αυτές τις ιστορίες «πολεμικές», ιστορίες όπου ο αφηγητής κέρδισε μια μάχη. Είναι άνθρωποι που ζουν για να την πουν αυτή την ιστορία. Είτε συντετριμμένοι είτε όχι, συνεχίζουν να ζουν, να δουλεύουν, να αγαπάνε.
― Εμένα μου φαίνεται ένα συναισθηματικό θρίλερ, το οποίο είναι από τα πιο ελληνοκεντρικά έργα που έχεις κάνει, αν όχι το μόνο που μπορώ να φέρω στη μνήμη μου.
Έχω κάνει κάτι ανάλογο με τους blitz στην παράσταση «Κατερίνη» πριν από πολλά χρόνια, με τελείως άλλη φόρμα. Είναι αδιέξοδη η κατάσταση στην Ελλάδα, είναι δύσκολα τα πράγματα, νιώθω ότι ζούμε την πιο σκοτεινή περίοδο από αυτές που προσωπικά ξέρω. Από την άλλη, η πατριαρχία, τουλάχιστον σε σημεία, αρχίζει να ηττάται.
― Εν τω μεταξύ, ενώ το βιογραφικό σου βρίθει από σημαντικές συναντήσεις, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, εξακολουθείς να διατηρείς αυτό που αφελώς λέμε «χαμηλών τόνων» προφίλ. Σε τι σε βοηθάει αυτό;
Καταρχάς, δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως ηθοποιός. Η κυριότερη ιδιότητα μέσα μου είναι του σκηνοθέτη παρά του ηθοποιού. Με τους blitz συν-σκηνοθετούσαμε από το 2005. Το «χαμηλό προφίλ» δεν είναι απλώς επιλογή, είναι η αισθητική μου. Η επιτυχία και η καταξίωση με ενδιαφέρουν, αλλά με πολύ αυστηρούς όρους.
― Οπωσδήποτε με αυστηρές επιλογές ελέγχεις περισσότερο τη δημιουργικότητά σου.
Δεν είναι μόνο θέμα ελέγχου. Υπάρχουν όροι συνεργασίας οι οποίοι δεν μπορεί να είναι χαλαροί – δεν ξέρω αν η λέξη είναι «αυστηροί». Θέλω να υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορώ να είμαι δημιουργικός και με τρόπο που να με οδηγεί σε αποκαλύψεις και σε νέες περιοχές. Όταν οι όροι αυτοί δεν είναι εκεί, δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως συγγραφέας, είτε ως ηθοποιός. Δεν είναι θέμα αυστηρότητας, υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις προκειμένου να κάνω κάτι που θα με εκπλήξει ή θα μου δείξει κάτι άλλο για την τέχνη μου και τη σχέση μου με αυτή. Για μένα σημασία έχει πάντα να χάνεσαι. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα οδηγηθώ σε μονοπάτια απ’ τα οποία έχουν περάσει κι άλλοι –το έχω κάνει πολλές φορές από αδυναμία, τεμπελιά ή κούραση–, αλλά το ζητούμενο για μένα είναι να χαθεί κανείς. Αυτό έχει και κόστος, έχει και σκοτάδια πολύ βαθιά, καλλιτεχνικά και υπαρξιακά. Σε κάθε άλλη περίπτωση, είναι Ντίσνεϊλαντ. Δεν με αφορά. Όλοι οι καλλιτέχνες και όλες οι καλλιτέχνιδες που θαυμάζω χάθηκαν κατά καιρούς, είναι άνισοι και άνισες, έκαναν κουταμάρες, έκαναν απαράδεκτα πράγματα. Γι’ αυτό τους αγαπήσαμε. Όλο το άλλο είναι διαφήμιση. Δεν έχω πρόβλημα με τη διαφήμιση, έχουν γίνει φανταστικά πράγματα και εκεί, αλλά δεν θέλω να κάνω με όρους διαφημιστικούς τη ζωή μου, ούτε τη δουλειά μου.
― Εξακολουθούν να σε εκπλήσσουν πράγματα; Σε συγκινεί κάτι στο ελληνικό θέατρο ή στον κινηματογράφο;
Ναι, υπάρχουν ενδιαφέρουσες ταινίες που προσπαθούν να πουν κάτι με άλλον τρόπο από τον αναμενόμενο.
― Είναι κάτι που το εντοπίζεις στη νέα γενιά ή στην ωριμότητα των παλιότερων;
Δεν θα το διαχωρίσω, εξάλλου οι ηλικίες στην τέχνη δεν έχουν μεγάλη σημασία.
― Έχει σημασία ως προς το τι καταλαβαίνει η νέα γενιά.
Δεν την πολυκαταλαβαίνω τη νέα γενιά. Δεν έχω μεγάλη επαφή μαζί της, αλλά νομίζω ότι έχει αναπτυξιακό πρόβλημα εξαιτίας της οθόνης, των social media και της απελπισίας μέσα στην οποία μεγαλώνει. Πρέπει να επινοήσουν μόνες και μόνοι τους το μέλλον τους, περισσότερο από ποτέ. Αυτό βέβαια δεν είναι μόνο κακό.
― Η πιθανότητα σε δέκα χρόνια οι ηθοποιοί στον κινηματογράφο να έχουν αντικατασταθεί από ΑΙ σε προβληματίζει;
Ας πάμε βήμα βήμα. Γενικά, οι προβλέψεις κάποτε πέφτουν μέσα και κάποτε έξω. Όταν βγήκε η τηλεόραση, όλοι έλεγαν ότι θα είναι ο θάνατος του σινεμά. Πιστεύω στις εποχές στην Ιστορία. Όπως και στη φύση, τον χειμώνα τον διαδέχεται η άνοιξη κ.ο.κ. Δεν μπορεί μια συνθήκη να είναι μονόχρωμη και μόνιμη, παραβιάζει την ιστορία του είδους το να μείνουμε για πάντα στον χειμώνα. Πάντα είχαμε χειμώνες και μετά ερχόταν η άνοιξη. Το είδος προχωράει.
― Ήσουν πρόσφατα στο φεστιβάλ του Sundance. Θα έλεγες ότι τα κινηματογραφικά φεστιβάλ αυτού του τύπου είναι αυτοαναφορικά;
Και να είναι, δεν με αφορά καθόλου. Δεν μπορεί οι οπαδοί του ΠΑΟΚ ή οι λάτρεις των αυτοκινήτων, ας πούμε, να ομφαλοσκοπούν και εμείς οι κινηματογραφιστές όχι. Οι πυρήνες χρειάζονται συνωμοσίες στον κόσμο και στη ζωή. Πρέπει να υπάρχουν συνένοχοι. Το βλέπω αυτό με τους φίλους μου, ενίοτε με τις συντρόφους μου, σίγουρα με τις καλλιτεχνικές μου συνεργασίες. Χωρίς συνενοχή δεν μπορεί να προχωρήσει κάτι. Ακόμα και αυτοαναφορικά να είναι τα φεστιβάλ, πρέπει να υπάρχουν. Δυναμώνει εκεί μέσα μια καρδιά που θα φέρει τις εκρήξεις και το καινούργιο. Οπότε δεν έχω πρόβλημα. Επειδή η ανοησία έχει χτυπήσει ουρανό και βλέπουμε μόνο βιντεάκια 5’’, θα κάψουμε τις ταινίες του Γκοντάρ ή του Μπέργκμαν ή της Ντικουρνό και της Άρνολντ; Η συγκεκριμένη έκδοση του Sundance έγινε υπό τη σκιά των εγκλημάτων του ICE στη Μινεσότα. Οπότε όλο το φεστιβάλ ήταν πολύ φορτισμένο πολιτικά, τόσο για τους Αμερικανούς όσο και για εμάς τους διεθνείς καλλιτέχνες. Δεν υπήρξε καλλιτέχνης ή καλλιτέχνιδα που να μη μίλησε για τα εγκλήματα αυτά. Και κυρίως για την ατιμωρησία. Γιατί αυτό που έχει αλλάξει δραματικά είναι η ατιμωρησία και το ακαταλόγιστο. Ζήσαμε ένα φεστιβάλ υπό τη σκιά ενός πένθους και μιας πολιτικής η οποία σκοτώνει τους πολίτες της που αντιμιλούν ή τρομοκρατεί τους «παράνομους» μετανάστες. Το τι σημαίνει για την αμερικανική κυβέρνηση, όπως και για κάθε κυβέρνηση και κράτος, «παράνομος» σηκώνει πολλή κουβέντα. Και μιλάμε για μια χώρα που χτίστηκε επάνω στο αίμα, από αποικιοκράτες οι οποίοι με το που έφτασαν διέλυσαν τους αυτόχθονες. Κι αυτό δεν έχει αναγνωριστεί, ότι αφάνισαν τον ζωτικό χώρο και τον πολιτισμό των λαών που ζούσαν αιώνες εκεί.
― Θέλεις να μιλήσεις για το «Μπιτσκόμπερ»;
Έχει ένα ενδιαφέρον η ταινία ως προς τη γενναιοδωρία της. Αποδέχεται την ανθρώπινη αδυναμία που έχουμε όλοι απέναντι στα όνειρά μας. Είναι μια ταινία που έχει κάτι πρωτότυπο για την εποχή. Ανήκει σε μια περιοχή αφήγησης που δεν είναι τόσο συνηθισμένη. Έχει μια παράξενη θέση απέναντι στην πατριαρχία και μια λεπτότητα άλλου τύπου, αυτή του σκηνοθέτη της, Αριστοτέλη Μαραγκού. Κάτι το λεπτοφυές, που δεν είναι για όλους και σίγουρα δεν είναι ποπ. Αλλά υπάρχει και το Netflix για όποιον θέλει κάτι ποπ, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
― Βλέπεις ποτέ συμβατικό κινηματογράφο;
Βέβαια, μ’ αρέσει πολύ, μου αρέσουν πολλά πράγματα. Είναι πολύ καλοφτιαγμένα, αλλά συχνά τους λείπει το βάθος.
― Μπορεί να γίνει μεγάλη τέχνη χωρίς χρήματα;
Σαφώς. Αλίμονο. Αλλά δεν ξέρω τι εννοούμε όταν λέμε μεγάλη τέχνη.
― Δεν έχεις δει παραστάσεις που θα χαρακτήριζες μεγάλη τέχνη;
Όταν συνάντησα τους Forced Entertainment, τη σημαντική θεατρική ομάδα από το Σέφιλντ, όταν ήρθα σε επαφή με τη λογική τους, είπα ότι αυτό είναι μεγάλη τέχνη. Όπως και όταν είδα Καστελούτσι ή την Ανχέλικα Λίντελ. Υπάρχει μυστικισμός εκεί, γιατί χωρίς αυτόν, η τέχνη είναι τσίρκο. Υπέροχο το τσίρκο, αλλά έχει μόνο δεξιότητες. Δεν με νοιάζει ο καλός ηθοποιός, ούτε ο καλός σκηνοθέτης, με νοιάζουν οι «μυστικοί» ηθοποιοί και οι «μυστικοί» σκηνοθέτες.

― Θυμάσαι παλιότερα, ίσως σε άλλη ηλικία, να θαύμασες τη δεξιοτεχνία κάποιων ηθοποιών;
Θαύμασα, όταν ακόμα σπούδαζα στη σχολή του ΚΘΒΕ, τον Άρη Λεμπεσόπουλο στον «Βυσσινόκηπο». Αυτή η ερμηνεία με σημάδεψε. Πήγαινα και τον έβλεπα κάθε δεύτερο βράδυ. Επίσης θαύμαζα κινηματογραφικούς ηθοποιούς και προσπαθούσα να μάθω από αυτούς πράγματα.
― Εσύ με ποια σου συμμετοχή θα έλεγες ότι άγγιξες μια ανάλογη σημαντική καλλιτεχνική στιγμή;
Όταν το ζει κανείς, δεν το αξιολογεί. Από απόσταση όμως, η συγχρονικότητα του «Κυνόδοντα» με το «Late Night» των blitz, που περιόδευσε σε όλο τον κόσμο και σχεδόν σε όλες τις ηπείρους, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Μια συγχρονικότητα που περιλάμβανε και ανθρώπους που είχα γύρω μου αλλά και ένα ρεύμα που δεν καταλαβαίναμε τότε, και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ένα ρεύμα που ξεκινούσε και είχε μια τόλμη και μια ορμή που την αναγνωρίζω εκ των υστέρων. Μια ομάδα ανθρώπων που είχαν την ετοιμότητα να πουν πράγματα που άξιζαν να ειπωθούν τη δεδομένη στιγμή. Αυτή η περίοδος έχει κάποιο ενδιαφέρον και τα χαρακτηριστικά κινήματος, ευρύτερα. Τα κινήματα και οι σχολές πάντα με συγκινούσαν. Εκείνη τη δεδομένη περίοδο υπήρχαν στο θέατρο και στο σινεμά άνθρωποι –ως επί το πλείστον συνομήλικοι– που έκαναν κάτι μαζικά και με ορμή. Ήταν μια αίσθηση κινήματος.
― Θέλεις να μας πεις ποιο είναι το επόμενό σου βήμα;
Η καρδιά μου είναι στο επόμενο σενάριο που γράφω μαζί με έναν φίλο, με τίτλο «Εσωτερική Ταϊτή».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «RADIO 1: Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου» εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.















