Άγγελος Μπέρτος
Καρπάθια
Θίνες

Μεγάλη έκπληξη αποτέλεσε ο γεννημένος το 1998 Άγγελος Μπέρτος, που μεγάλωσε στο Πλατύολο Καρπάθου, με τα «Καρπάθια», τα οποία κυκλοφόρησαν πέρυσι και τιμήθηκαν με το Βραβείο του Αναγνώστη για Πρωτοεμφανιζόμενο Ποιητή. Ποιος να το έλεγε πως ένα 28χρονος από την Κάρπαθο θα κατάφερνε να κοιτάξει με τόσο φρέσκια ματιά τον τόπο καταγωγής του και να δημιουργήσει ένα ευρηματικό queer σύμπαν, όπου η Κάρπαθος συναντά τα Καρπάθια του κόμη Δράκουλα και οι οικογενειακοί δεσμοί αίματος τους βρικόλακες της παράδοσης. Τα «Καρπάθια» βρίθουν φαντασίας και μεταφορών που αντλούν από το παραμύθι, ενώ συνομιλούν, δηλωμένα ή άρρητα, με τον Μίλτο Σαχτούρη.
Ο Άγγελος Μπέρτος προσεγγίζει με πρωτοτυπία την εσωτερική μετανάστευση, την ενηλικίωση, τις queer ταυτότητες, τη φύση, τον νόστο, τα οικογενειακά τραύματα και την εργασιακή εκμετάλλευση. Μια ποίηση κατά βάση πολιτική, που εκκινεί από το προσωπικό βίωμα. Αποκηρύσσει την «κατεψυγμένη ηθική» των προπατόρων του και συνδέει την ανεστιότητα, τη μετοίκηση και το αίσθημα του ανοίκειου με τη σύγχρονη αστυφιλία και αποξένωση: «Αμερική η Κάρπαθος / Κ’ εγώ ο καλεσμένος». Αναζητώντας τις δικές του ρίζες, δημιουργεί παράδοξες, υπερβατικές εικόνες από τα πιο γήινα υλικά: «Θέλω να παίξω με το σώμα σου / Όπως η γιαγιά μου με τις κότες / Να γυρίσω το κεφάλι σου τρεις φορές και σαν ακέφαλά κοκόρια / Να χορέψουμε με οικοδόμους».
Πάνος Στασινός
Ο θάνατος είναι μέσα στα πράγματα
Ίκαρος

Με τον ωραιότερο ίσως τίτλο ελληνικής ποιητικής συλλογής που είδαμε τα τελευταία χρόνια, κυκλοφόρησε το 2023 από τις εκδόσεις Ίκαρος το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Πάνου Στασινού (γεν. 1996), η ποιητική σύνθεση «Ο θάνατος είναι μέσα στα πράγματα». Ομοιοκατάληκτη αλλά και ελευθερόστιχη ποίηση, που δοκιμάζεται και σε παραδοσιακές φόρμες όπως το σονέτο, επιδεικνύοντας εντυπωσιακή τεχνική δεξιότητα, γλωσσική και μορφική ποικιλία, αλλά κυρίως μια ποιητική ευφυΐα που δεν συναντάμε συχνά. Πρόκειται για μια υπαρξιακή ελεγεία του θανάτου και του μηδενός, μια περιδίνηση στον πυρήνα του πένθους, που με άξονα τον έρωτα βυθομετρεί με ακρίβεια σόναρ την εποχή μας. Κι όλα αυτά αποδίδονται με χιούμορ και δηκτική ειρωνεία, όπως άλλωστε του πρέπει του θανάτου. Εμφανή είναι τα ίχνη και οι απόηχοι ποιητών όπως ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Νίκος Καρούζος και ο Ηλίας Λάγιος.
Αξιοσημείωτη και η γλωσσική τόλμη, καθώς ενσωματώνει vulgaire εκφράσεις, σύγχρονες ορολογίες και αγγλισμούς, που συνυπάρχουν με πιο λόγιες διατυπώσεις. Ο ποιητής αιωρείται μεταξύ των δύο πόλων, έρωτα και θανάτου, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο του δεύτερου, διατηρώντας πολλές αμφιβολίες και για τη σκοπιμότητα του πρώτου. Κάθε φορά ομολογεί την εξ ορισμού αδυναμία του: «ο θάνατος με έχει για τη λάντζα,/ κι ο λόγος δεν του λέει τίποτα» και δηλώνει: «Να κατοχυρωθεί ο εμπαιγμός ως τελικό συμπέρασμα». Στο ενδιάμεσο, βρίσκεται ο έρωτας, που «Α! Μόνη του ιδιότητα: το να βαλσαμώνει…», και το αβάσταχτο βάρος τού να υπάρχεις απλώς «στην κοινότοπη κόλαση της ζωής».
Σταυρούλα Παπαδάκη
Και ο κόσμος τι θα πει;
Κάπα Εκδοτική

Τα ποιήματα της Σταυρούλας Παπαδάκη (γεν. 1991) που κυκλοφόρησαν από την Κάπα Εκδοτική το 2023, στην εξαιρετική σειρά Φλέξη, που συστήνει νέους ποιητές, απέσπασαν το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Η συλλογή «Και ο κόσμος τι θα πει;» αποτελεί μια ανατομία σε ό,τι θα ονομάζαμε ενηλικίωση της γενιάς των millennials. Μια ποίηση εξαιρετικά λιτή στα εκφραστικά της μέσα αλλά θριαμβευτικά καίρια και ακαριαία. Μια γυναίκα στα πρώτα -άντα, που από το «ενήλικο σκοτάδι» της «εγκυμονεί φόβους / αντί για μωρά χαρούμενα που μυρίζουν πούδρα».
Εκπροσωπεί μια γενιά ανερμάτιστη, χωρίς τις αλλοτινές βεβαιότητες, που αναγνωρίζει την ευαλωτότητά της: «αναρωτιέμαι πού θα βρω / για όλο μου το είναι / τραυμαπλάστ», και τρέμει μήπως υποκύψει σε μια «ζωούλα / εξάσκηση στα υποκοριστικά / και στο αρκείν». Ο έρωτας, τα αδιέξοδα, οι έμφυλοι ρόλοι, η εργασιακή καταπίεση, ο σεξισμός και η ανισότητα, η καθημερινότητα, τα ασφυκτικά deadlines αλλά και τα τάπερ με γεμιστά της μαμάς, οικογενειακά τραύματα και η πρώτη γεύση της φθοράς στο στόμα συνθέτουν το πορτρέτο μιας γενιάς που καλείται να ενηλικιωθεί βίαια, χωρίς επαρκείς οδηγίες χρήσης. Θα μπορούσε να είναι το «Μαμά γερνάω» της εποχής μας: το «στα ίσια σ’ το λέω μαμά / βαρέθηκα-βαρέθηκα / να αναζητώ / τα ίσα».
Ευθυμία Γιώσα
Όταν πέφτουμε από το τρένο
Κίχλη

Το τρίτο βιβλίο της Ευθυμίας Γιώσα (γεν. 1991) που κυκλοφόρησε φέτος στην Κίχλη αποτελείται από «ποιήματα αναπνευστήρες» για μια πνιγηρή καθημερινότητα. Τα άμεσα και λιτά πεζόμορφα ποιήματά της μιλούν για τη μοναξιά, την ήττα, την απελπισία της κάθε μέρας, τη θλίψη, τις ανθρώπινες σχέσεις, το παράδοξο της ανθρώπινης ύπαρξης και κυρίως για παντός είδους πτώσεις, αποφεύγοντας με δεξιοτεχνία τα κλισέ.
Η σεληνιακή «Θάλασσα των Κρίσεων», το ζευγάρωμα των σκαραβαίων, ένας πρώην πρόεδρος της Γαλλίας που πέφτει στις ράγες του τρένου και η «Κηπουρική» κατά τον Βολτέρο μπλέκονται ευφάνταστα, μέσω απροσδόκητων αναφορών, με στενά μπαλκόνια της Αθήνας που βλέπουν σε ακάλυπτους πολυκατοικιών, ξυπνητήρια που χτυπάνε στον βρόντο, «μεταστατικούς έρωτες» και ταινίες του Γκοντάρ στη Ριβιέρα. Και κάπως έτσι, το προσωπικό ανάγεται σε πολιτική πράξη: «Το να κόβεις την απόγνωση στα δύο είναι ύψιστη πολιτική πράξη», γράφει. Η ποιήτρια κατορθώνει να μετατρέψει το καθημερινό και τετριμμένο σε διαμάντι που λάμπει, αντλώντας από μικρές και μεγαλύτερες πτώσεις.
Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου
Εμείς και ο κόσμος
Θράκα

«Δεν αξίζει στον Κόσμο / το τέλος του κόσμου». Γύρω από αυτό το δίστιχο της Βισουάβα Σιμπόρσκα περιστρέφεται η δεύτερη ποιητική συλλογή της Τώνιας Τζιρίτα Ζαχαράτου (γεν. 1993), «Εμείς και ο κόσμος», που κυκλοφόρησε το 2024 από τη Θράκα. Το τέλος του κόσμου, η κλιματική κρίση, η προστασία της φύσης, η σχέση μας με τα ζώα και η λαίλαπα του υπερτουρισμου είναι μερικοί από τους βασικούς θεματικούς της άξονες. Φύση, καλαμιές, γάτες, πουλιά, ψάρια, ποτάμια, εξοχές συνθέτουν ένα τοπίο που μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς υπό απειλή, μια εύθραυστη ομορφιά που ποτέ δεν είναι αρκετή για τον άνθρωπο.
Ο τίτλος, που παραπέμπει στο παλιό σχολικό βιβλίο, λειτουργεί ως κλειδί για τα δύο βασικά μοτίβα της συλλογής: ο κόσμος που μας περιβάλλει και εμείς που βρισκόμαστε μέσα του αλλά και απέναντί του ως εχθροί. Ένας κόσμος που μοιάζει ήδη τελειωμένος και βαδίζουμε μέσα στα ερείπιά του, σαν μέσα σε ταινία του Ταρκόφσκι. Πρόκειται για ποιήματα εξαιρετικής ωριμότητας και σπάνιας ευαισθησίας, που κατορθώνουν να υποβάλουν την απειλή της κλιματικής καταστροφής και της ρήξης μας με τη φύση, αποφεύγοντας διδακτισμούς και καταγγελτικό ύφος: «Όταν ο κόσμος / γίνεται κάθε μέρα / όπως είναι / πώς παίρνεις την απόφαση / να μπεις πάλι στη θάλασσα;».
Κατερίνα Χατζοπούλου
γόνατα μόνο
Περισπωμένη

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Χατζοπούλου (γεν. 1986), «γόνατα μόνο», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Περισπωμένη, χαρακτηρίζεται από έντονη αφαιρετικότητα και υπαινικτικότητα, ενδιαφέρουσες γλωσσικές ασυνέχειες και τη διάρρηξη της συντακτικής συνοχής. Σαν μέσα σε έναν βυθό πλέουν ανάερες εντυπώσεις, κατακερματισμένες εικόνες και θραύσματα μνήμης. Ανάμεσά τους αναδύονται επίμονες λεπτομέρειες μιας σωματικότητας που αυτονομείται και μετατρέπεται σε ένα ρευστό, μεταβαλλόμενο σώμα: «πόδια γυμνά», «σπασμένο δόντι», «γόνατα πάλι», «με θολά πνευμόνια», «σε μια φλέβα βαθιά», ρώγες, βολβοί ματιών, «μια μήτρα που φλεγμαίνει».
Εδώ η ποίηση επιχειρεί να ανακτήσει την πραγματικότητα μέσα από τα απομεινάρια μιας τεμαχισμένης γλώσσας, δημιουργώντας τις δικές τις απρόσμενες συνδέσεις και συνάφειες. Το αποτέλεσμα, ώριμο και συνεκτικό, δικαιώνει την ποιήτρια. Ένα σώμα που προσπαθεί να αντισταθεί και ό,τι το συνέχει είναι «ομφάλιος λώρος η μνήμη». Η σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα κατέχει κεντρική θέση, ενώ η έμφυλη διάσταση της συλλογής αναδύεται μέσα από τις σχέσεις σώματος, οικογένειας και εξουσίας: «Είσαι κόρη / που σημαίνει πως έχεις φτιάξει / τουλάχιστον έναν πατέρα» και «ποιο στόμα / σε υψώνει σε σάρκα / μητέρα;».
Ελένη Κοσμά
Ιστορία ενός καβοδέτη
Πόλις

Ο καβοδέτης είναι ο άνθρωπος που δένει τους κάβους των πλοίων στο λιμάνι και τους λύνει την ώρα του απόπλου. Όπως μας πληροφορεί η φιλόλογος και ποιήτρια Ελένη Κοσμά (γεν. 1984), η λέξη, παραδόξως, δεν απαντά σε κανένα επίσημο λεξικό. Η ίδια όμως όχι μόνο την επέλεξε ως τίτλο για το τρίτο της ποιητικό βιβλίο, «Ιστορία ενός καβοδέτη», που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις Πόλις, αλλά την κατέστησε και κεντρικό άξονα μιας βαθιάς και πολύσημης αλληγορίας. Με ακριβόλογη, δουλεμένη έκφραση, όπου τίποτα δεν περισσεύει, η Κοσμά παραδίδει μια ποιητική σύνθεση μεγάλης πυκνότητας, όπου ιστορικά καράβια διαπλέουν το βιβλίο από άκρη σε άκρη, ενώ ναυάγια και νεκροί «που βούλιαξαν από το βάρος των λέξεων» συνυπάρχουν με αναφορές σε Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Εγγονόπουλο, Κοσμά Πολίτη και Διονύσιο Σολωμό.
«Κουβαλώ την ιστορία αυτού του τόπου / πάνω μου ξαπόστασαν τα χέρια των ηρώων», σημειώνει. Περιπλανιόμαστε ξένοι σε μια πόλη που δεν είναι θάλασσα, σε μια πολιτεία όπου οι καβοδέτες μοιάζουν άχρηστοι. Μήπως όμως τελικά τους χρειαζόμαστε για να μη χαθούμε ανερμάτιστοι στο πέλαγο; Καβοδέτης είναι ο ίδιος ο ποιητής αλλά και οποιοσδήποτε επιμένει να διασώζει τη μνήμη. Μόνο που οι καβοδέτες είναι απαραίτητοι όχι μόνο για να δένουν αλλά και για να λύνουν τα πλοία. Ίσως τους έχουμε εξίσου ανάγκη, λοιπόν, για να καταφέρουμε κάποτε να αποπλεύσουμε προς το ανοιχτό πέλαγος της ιστορίας.
Μάριος Χατζηπροκοπίου
Τοπικοί Τροπικοί
Αντίποδες

Το πρώτο βιβλίο του Μάριου Χατζηπροκοπίου (γεν. 1981), το queer, μετα-δημοτικό, υβριδικό «Τοπικοί Τροπικοί», που κυκλοφόρησε το 2019 από τους Αντίποδες, έκανε μεγάλη αίσθηση και όχι άδικα. Πρόκειται για ένα τολμηρό, αιρετικό και πολυεπίπεδο βιβλίο που δεν εμπίπτει εύκολα σε κατατάξεις και κατηγοριοποιήσεις από τη μια, ενώ από την άλλη είναι ένα αυστηρά και μεθοδικά δομημένο έργο. Αποτελεί το ιδανικό παράδειγμα για το πώς η παράδοση μπορεί να μεταγραφεί στο σήμερα, με αποδομητικό και ταυτόχρονα δημιουργικό τρόπο. Αφετηρία του είναι ένα αληθινό γεγονός, το ομοερωτικό ποίημα «Η δικαία εκδίκησις» του Γεωργίου Τερτσέτη που δημοσιεύτηκε το 1830. Με ένα αριστοτεχνικά επινοημένο ψευδοδοκίμιο ως εισαγωγή, ο ποιητής μάς εισάγει σε μια φανταστική ανθολογία ομοερωτικών δημοτικών τραγουδιών –24 δήθεν αποκηρυγμένα δημοτικά τραγούδια που υποκλέπτει και διαδίδει ο άσωτος γιος του Νικολάου Πολίτη– και μιας υποτιθέμενης πιο σύγχρονης εκδοχής τους.
Ο Μάριος Χατζηπροκοπίου, με μια συμπαγή σύζευξη μεταξύ επινοημένου και πραγματικού και με μια διακειμενικότητα που δεν περιορίζεται στο δημοτικό τραγούδι αλλά φτάνει μέχρι τον Καβάφη και τον Εμπειρίκο, επιχειρεί μα ξαναγράψει την παραδεδομένη ιστορία αποκαθιστώντας μια ιστορική τάξη –«την πρώτη εθνική μας ανθολογία queer lament, πουστιάς και ολολυγμού», όπως γράφει δηκτικά–, σχολιάζοντας τις διαστρεβλώσεις και αποσιωπήσεις της. Δεν εξαντλείται, ωστόσο, στην παρωδία. Απελευθερώνει την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και της επιτρέπει ό,τι η επίσημη ιστορία τής έχει στερήσει: το δικαίωμα στον θρήνο.
Θοδωρής Χιώτης
Κράμα
ΦΡΜΚ

Σε μια εποχή όπου τα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης παράγουν ολοένα πιο προβλέψιμο ανθρώπινο λόγο, απειλώντας, μεταξύ άλλων, το πλέον απρόσμενο, πρωτότυπο και μη υπακούον σε λογικές συνάφειες είδος λόγου, την ποίηση, το ρηξικέλευθο «Κράμα (ή, γλώσσα: μηχανή)» τοποθετείται απέναντι σε ό,τι απειλεί τη γλώσσα και τη δημιουργικότητα. Μέλος της δραστήριας ομάδας του περιοδικού «Φάρμακο», ο θεωρητικός της λογοτεχνίας και ποιητής Θοδωρής Χιώτης (γεν. 1977), με την πρώτη ποιητική συλλογή του πέφτει στα βαθιά. Πειραματικό, θραυσματικό, τολμηρό και απαιτητικό, με πυκνότητα συσσωρευτή και συμπαγή δομή πίσω από τη φαινομενική αταξία, το «Κράμα» είναι –όπως υποδηλώνει και ο τίτλος– μια ευφυής πολυμορφική σύνθεση.
Στροβιλίζεται συναρμόζοντας επεξεργασμένο υλικό, αλιευμένο από ετερόκλητα είδη λόγου: data trackers, επαγγελματική αλληλογραφία, ιατρικά αρχεία, αποσπάσματα ειδήσεων και αναρτήσεις από ΜΚΔ, αποτελέσματα από μηχανές αναζήτησης, ενώ περιλαμβάνει και οπτικά ποιήματα. Εκκινώντας από τη μητρική γλώσσα, καταλήγει σε μια υπαρξιακή αναμέτρηση με την κατακερματισμένη και αλγοριθμική πραγματικότητα της εποχής μας, τις εξουσίες, την τεχνολογία, τις επιστήμες, αλλά και τη μυθολογία και την ιστορία, ενώ παρελαύνουν πλήθος αναφορές από τον Όμηρο, τον Θουκυδίδη και τον Θεόκριτο μέχρι τον Κάλβο και τον Μπέκετ. «Και τι γίνεται με το ποίημα;/ Το ποίημα είναι / πλέον / μια μηχανή με μόνο σκοπό να κρατήσει το σώμα / ζωντανό». Αν η τεχνολογία είναι η Σφίγγα που τρέμουμε για το τι θα φανερώσει για την ανθρωπότητα, η ποίηση είναι η Κασσάνδρα που προειδοποιεί για το μέλλον, φωτίζει το παρελθόν και προσφέρει μια έξοδο κινδύνου στο παρόν.
[Φ.Κ.Β.]
Σωρείτης
Ευρασία – Στιγμός

Το υβριδικό, αταξινόμητο, πολυφωνικό διαμάντι του Φίλιππου Κ. Βασιλόγιαννη, καθηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου, προσγειώθηκε σαν σπάνιος μετεωρίτης στα λογοτεχνικά μας πράγματα και παρά την ιδιοτυπία της περίπτωσής του, που πόρρω απέχει από τρέχουσες ποιητικές μόδες, ευτυχώς δεν πέρασε απαρατήρητο. Πρόκειται για το πρώτο ποιητικό βιβλίο τού κατά τα άλλα πολυγραφότατου συγγραφέα φιλοσοφικών δοκιμίων. Ένα μεταμοντέρνο, απαιτητικό, ακατάτακτο παλίμψηστο· μια οικογενειακή σάγκα, με τη μορφή φαινομενικά άναρχων και ασύνδετων πεζολογικών αποσπασμάτων, εν είδει ημερολογιακών καταγράφων, τα οποία, αν και αποσπασματικά, κρύβουν μια στιβαρή αρχιτεκτονική και γερές ραφές.
Ο «Σωρείτης» καταγράφει την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα και την ιστορία του εαυτού, ως ένα συνονθύλευμα προσώπων, τόπων, φωνών, χρονικών περιόδων και αφηγήσεων. Αν βρίσκει τη θέση του σε μια λίστα ποίησης, αυτό δεν οφείλεται τόσο στην ασυνέχεια της μορφής του όσο στο γεγονός ότι η εικονοποιία, ο ρυθμός, οι συνειρμοί και κυρίως οι συνδετικοί του αρμοί ανήκουν στην περιοχή της ποίησης. Όπου ανήκει και η ευφυής μεταφορά του τίτλου. Ο σωρείτης είναι μια κατηγορία νεφών αλλά και ένα αρχαίο σοφιστικό παράδοξο. Από πόσους κόκκους άμμου και έπειτα μπορούμε να μιλάμε για σωρό; Πόσα θραύσματα σχηματίζουν το όλον; Έπειτα από πόσες φωνές και πόσες εξιστορήσεις μπορούμε να μιλάμε για την ιστορία ενός ανθρώπου;















