20 χρόνια LifO: The edito
Τι ζήσαμε μέχρι να ενηλικιωθεί αυτό το ιδιαίτερο μέσο
Στον Πέτρο και τη Νανά, που πρώτοι με πίστεψαν…
ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ
Το πρώτο τεύχος της LIFO, πριν από 20 χρόνια, ήταν ένα αμήχανο, ετερόκλητο συνονθύλευμα. Ήξερα από περιοδικά, μια ζωή σε φωτοτράπεζες κι οθόνες, έβλεπα πόσο τζούφιο είναι το αποτέλεσμα, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στην αισθητική.
Αλλά είχα μείνει μόνος, χωρίς τους ταλαντούχους φίλους μου. Είχα στελεχώσει το εγχείρημα με νέα πρόσωπα της καινοφανούς τότε μπλογκόσφαιρας, υπερταλαντούχα αλλά άμαθα κι απονήρευτα.
Και το κυριότερο: είχα ανοίξει Ανώνυμη Εταιρεία, εγώ, που κυριολεκτικά δεν ήξερα τι είναι ΦΠΑ. Κι ούτε ποτέ υπολόγιζα τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι. «Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε». Αυτό ήταν το μόττο μου. Όχι και πολύ ταιριαστό για επιχειρηματία.
Οπότε το κύμα με κουκούλωσε. Πριν προλάβω να σκεφτώ πώς θα πληρώσουμε το χαρτί και πώς θα διορθωθούν οι μουτζούρες στην (άθλια τότε) εκτύπωση της Ελευθεροτυπίας, το νέο τεύχος έπρεπε να ξαναστηθεί με ύλη περίπου τυχάρπαστη και αισθητική που ήταν μια μιζερούλα απομίμηση του (symbol)· ενός πανέμορφου ενθέτου που είχαμε δημιουργήσει δύο-τρία χρόνια πριν με τον Γιάννη Καρλόπουλο.
Εντωμεταξύ, απέναντί μας έβγαινε ήδη δύο χρόνια η Athens Voice, εκκωφαντικά επιτυχημένη, σίγουρη και οργανωμένη. Έβλεπα ότι είναι καλύτερη από εμάς. Λίγο ξενέρωτη, αλλά δομημένη σωστά. Με πολλαπλάσια διαφήμιση. Και μαραινόμουν κάθε βδομάδα.
Στην απειρία μου εμφιλοχώρησαν τα συνήθη ζιζάνια. Άνθρωποι που ανελάμβαναν να με σώσουν για να με κατακλέψουν ανενόχλητοι, καλοθελητές που έπαιζαν τα παιχνίδια τους στην αλυσίδα της παραγωγής με το αζημίωτο, εμπορικοί της ελεύθερης αγοράς που εκμεταλλεύονταν το πάνδημο τότε καθεστώς με τα μαύρα για να πλουτίσουν στην πλάτη μου, απατεώνες και απατεωνίσκοι, ενώ εγώ αγρόν ηγόραζα.
Όλοι στοιχημάτιζαν ότι θα κλείσουμε από βδομάδα σε βδομάδα. Σε ένα φόρουμ της Athens Voice, κάποιος έγραψε ανώνυμα: «Τι θέλει ο συνταξιούχος και μπλέκεται με τα free press;». Προεβλήθη ασμένως. Οι φίλοι απομακρύνονταν ή στέκονταν μουδιασμένοι.
Υπήρχε όμως κάτι μικρό, στο σκοτάδι της κατάθλιψης, που με κρυφοδάγκωνε: ήξερα ότι κατά βάθος είμαι καλύτερος από αυτό που συγκυριακά εκδίδω· και σε κάθε αρούγκανο τεύχος υπήρχαν σκορπισμένα ένα-δυο διαμαντάκια —κείμενα ή στήλες μεγάλης ορμής, γνώσης και γούστου— που δεν τα έβρισκες πουθενά αλλού. Και, παρά το σκορποχώρι που ήταν η ύλη μας, υπήρχαν εκεί κάθε εβδομάδα δύο μεγαθήρια που δεν με πρόδωσαν ποτέ: ο Κωστής Παπαγιώργης και ο Σπύρος Στάβερης.
Το πρώτο καλοκαίρι βρέθηκα χωρίς art director. Ήρθε να με βοηθήσει αμισθί ο Βασίλης Χαραλαμπίδης, του Bios κι αργότερα του Ρομάντσου, δίπλα στον Στάθη Μητρόπουλο (του Hyper Hypo), που δούλευε τότε ατελιέ. Όλα είχαν ξεφύγει. Δεν σκέφτηκα όμως ποτέ να κατεβάσω ρολά.
Κι αφού πέρασαν οι μήνες, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κάτι περίεργες χειρονομίες αποδοχής (ή καλοσύνης;) άρχισαν να συμβαίνουν. Ο Λούκος μόλις αναλάμβανε το Φεστιβάλ Αθηνών και μας έδωσε ένα μεγάλο, για τα δεδομένα μας, ποσό για ένα τεύχος-αφιέρωμα. Δεν γνωριζόμασταν· πίστευε όμως ότι η LIFO είναι το συγγενέστερο έντυπο με το πνεύμα του Φεστιβάλ από όσα κυκλοφορούσαν τότε (και κυκλοφορούσαν πολλά). Η Σοφία Στάικου, της Τράπεζας Πειραιώς, αγόρασε από μόνη της ένα πακέτο οπισθοφύλλων, μεγάλη ανάσα. Και βγήκε η πρώτη μέτρηση αναγνωσιμότητας, η οποία έδειχνε κάτι διαφορετικό από όσα μου ψιθύριζε διαρκώς στο αυτί η ανασφάλειά μου: μας διάβαζαν 105.000 Αθηναίοι. Ήταν μια χαρά βάση για να χτίσεις.
Σιγά σιγά άρχισα κι εγώ να ξεμουδιάζω. Το τεύχος άρχισε να αποκτά δομή. Απομακρύνθηκαν τα ζιζάνια που λέγαμε και μια στοιχειώδης εμπορική πολιτική σχεδιάστηκε. Έμαθα επιτέλους (επωδύνως) τι είναι το ΦΠΑ. Νέα πρόσωπα, με αχτένιστα μαλλιά, χτύπησαν την πόρτα μας, επειδή ένιωθαν ότι είμαστε ανοιχτοί σε μυαλά και πειραματισμούς. Συνδυαστήκαμε με το καλύτερο κομμάτι του αθηναϊκού underground. Δώσαμε ένα δωμάτιο σε street artists — επί έναν χρόνο αυτοί έφτιαχναν τις εικονογραφήσεις μας. Μελέτησα πολύ τα ξένα σχετικά μέσα. Και απόκοτα κι ελεύθερα άρχισαμε να εισάγουμε τις δικές μας καινοτομίες: 100 λόγοι που αγαπάμε την Αθήνα. Ημερολόγια Κουζίνας. The Book Lovers. Ιστορία μιας πόλης. Καλοκαιρινά διηγήματα. Λέσχη ανάγνωσης. Naked City. Η φωτογραφική στήλη του Σωκράτη Σωκράτους. Οι Αθηναίοι. Τεύχη σχεδιασμένα από σπουδαίους guests (Σαββόπουλος, Παπαϊωάννου κ.λπ.). Το South as a State of Mind (που αργότερα δωρίσαμε στη Φωκίδη)… Ιδέες που άρεσαν. Και εντός ολίγου αντιγράφηκαν με τη συνακόλουθη ξεδιαντροπιά.
Μετά ήρθε μια σημαντική επικύρωση. Το Μουσείο Μπενάκη μάς επέλεξε ως βασικό χορηγό επικοινωνίας του. Οι εκθέσεις που κάναμε στο κτίριο της Πειραιώς για τη Street Art, το Naked City και τους Αθηναίους προσέλκυσαν χιλιάδες κόσμο. Δεν ήμασταν πια ένα ατσούμπαλο φανζίν, αλλά ένα free press που στον πολιτισμό είχε πια λόγο και επηρέαζε πολύ, συνδυάζοντας συνειδητά τις πιο πειραματικές πρωτοπορίες με την επανεκτίμηση των σπουδαίων και αφανών προσωπικοτήτων που οι περισσότεροι πιτσιρικάδες αγνοούσαν.
Αλλά ο πιο γλυκός χαμός ήρθε από δύο πολύτιμα πρόσωπα της εποχής του 01. Τους Στέρεο Νόβα. Είχαν διαλυθεί τότε και ήταν πικρή και άδικη η επίγευση του θαύματος που είχαν δημιουργήσει. Τους έπεισα να ενωθούν ξανά για ένα βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων μας, σε έναν απίστευτο βιομηχανικό χώρο. Δεκαέξι χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν, πολλοί με τα πόδια. Δακρυσμένοι οι περισσότεροι, όταν ο Κωνσταντίνος και ο Μιχάλης εμφανίστηκαν στη σκηνή.
Την επόμενη ακριβώς μέρα δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος. Κι όλα εκτροχιάστηκαν. Η πόλη, οι θεσμοί και φυσικά κι εμείς. Μια πρωτοφανής κρίση άρχισε να σαρώνει τους πάντες και τα πάντα, αναδιπλασιασμένη από την παγκόσμια οικονομική αναταραχή. Δεκάδες ψευδοπροφήτες εμφανίστηκαν στους αφύλαχτους λειμώνες των Αγανακτισμένων — κάθε βράδυ νομίζαμε ότι κλείνουμε και το πρωί μια μαγική επιταγή εξαργυρωνόταν για να πάμε στο τυπογραφείο. Μείναμε τρεις κι ο κούκος. Η ύλη μας αποδεκατίστηκε. Η διαφήμιση έπεσε στο ναδίρ. Για να πάμε σπίτι μας διασχίζαμε σπασμένα τζάμια και μάρμαρα, καμένα αυτοκίνητα.
Κι εκεί, για να μη σκέφτομαι το κακό που μας βρήκε, βυθίστηκα στα σπάργανα του ίντερνετ. Στις χθαμαλές, πρώτες σελίδες των New York Times, της Guardian, του CNN. Και με ένα ζευγάρι προγραμματιστών που έμεναν στην Κεφαλλονιά άρχισα να χτίζω το δειλό μας σάιτ. Σε τιμή ευκαιρίας, 3.500 ευρώ, πάτωμα δηλαδή. Αποβραδίς, όταν έφευγαν όλοι, έστηνα στο ατελιέ μας τα προσχέδια (ξεπατικωτούρες από την Guardian), τους τα έστελνα σε PDF κι αυτοί, με το πάσο τους, τα υλοποιούσαν. Όλοι με έβλεπαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με συγκατάβαση — με τι ασχολείται τώρα αυτός! Δεν πίστευε κανένας στο ίντερνετ. Αλλά και να το πίστευε, ήταν σαν να μην έχει νόημα να προσπαθείς. Η Αθήνα ήταν ένα ερείπιο. Και την έκανε ακόμη πιο ερειπιώδη ο αθλιότερος δήμαρχος που της έτυχε ποτέ, ο Κακλαμάνης. Ο οποίος μας μισούσε θανάσιμα. Ξήλωνε τα stand μας όπου τα έβρισκε και απειλούσε τους καταστηματάρχες που μας διένειμαν τα τεύχη. Μέχρι ανώνυμα μπλογκ είχε ανοίξει, γεμάτα συκοφαντίες και σεξιστικούς τραμπουκισμούς, προσωπικά εναντίον μου κυρίως. Δεν μου είναι ξένες οι μικροπρέπειες που μετέρχονται οι διεφθαρμένοι πολιτικοί για να σε εξαφανίσουν, όμως αυτός ο τύπος ήταν χειρότερος κι απ’ τον Λαλιώτη. Δεν ίδρωσε το αυτί μας. Είμαι περήφανος που η εκστρατεία μας εναντίον του τον έπληξε βαρύτατα και, κατά ομολογία του, του κόστισε τη δημαρχία.
Εν τω μεταξύ, οι γίγαντες των media κατέρρεαν ο ένας μετά τον άλλο — Μπόμπολας, ΔΟΛ, Λυμπέρης, ΙΜΑΚΟ, Ελευθεροτυπία — υπό το βάρος του σκανδαλώδους δανεισμού τους. Εμείς δεν είχαμε ούτε ένα ευρώ δανεικό. Όχι επειδή δεν θέλαμε, αλλά επειδή δεν μας έδιναν. Τα περίπτερα ήταν σαν τοπία μετά τη μάχη. Χωρίς το δέλεαρ του χρήματος και της μεγάλης ζωής, οι μεγαλοεκδότες έχαναν κάθε ενδιαφέρον στο πεδίο· η δημοσιογραφία ήταν γι’ αυτούς πύλη για αλλότρια πράγματα — χωρίς τη δύναμη και το κέρδος, το σπορ τους άφηνε παγερά αδιάφορους. Εμείς, στο καλυβάκι μας, ελεύθεροι πολιορκημένοι. Αντέχαμε. Αν φεύγαμε, δεν είχαμε πού να πάμε.
Αφού μου έψησε το ψάρι στα χείλη το ζεύγος των προγραμματιστών (το οποίο στο μεταξύ είχε χωρίσει!), η πρώτη ιστοσελίδα της LIFO ανέβηκε στο πάμφτωχο ελληνικό κυβερνοδιάστημα. Κι έκανε αμέσως εντύπωση. Πατούσε στην παντοκρατορία του Blogger και έδινε την ευκαιρία στους χρήστες να ανοίγουν το δικό τους μπλογκ και να δημοσιεύουν ό,τι θέλουν, χωρίς προέγκριση και moderators. Μπήκαν πολλοί. Πάρα πολλοί, για την ακρίβεια. Αλλά μαζί ήρθαν και τα τρολ. Που ήταν απείρως πιο άγρια τότε. Στο ίδιο μας το σάιτ δημοσιεύτηκαν οι μεγαλύτερες ύβρεις και τραμπουκισμοί που μας έχει απευθύνει άνθρωπος. Οι μεγαλύτερες ήρθαν από δύο δημοσιογράφους, με ψευδώνυμο εννοείται. Ο ένας γράφει ακόμη στο Βήμα, ο άλλος έγραφε τότε στην Athens Voice.
Η ακραία τοξικότητα μάς οδήγησε σε πρώιμη ενηλικίωση. Κόψαμε τα μπλογκ και αποφασίσαμε να επενδύσουμε στο μέσο. Δεν υπήρχε τότε υπολογίσιμη ψηφιακή διαφήμιση, αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτό θα μας σώσει. Βρήκα έναν σύμμαχο τότε, τον καλύτερο. Τον Άρη Δημοκίδη. Μιλάγαμε νυχθημερόν, συνεπαρμένοι από τη μαγεία του μέσου, από τις απίστευτες δυνατότητες που μας έδινε για ζεστή, άμεση επικοινωνία, τη σκανταλιάρικη, παιγνιώδη φύση του, την ελευθερία, πες τη κι ασυδοσία, την έκστατική διασυνδεσιμότητα όλων με όλους. Λατρέψαμε το φτωχό μας σάιτ και κάθε μέρα το κάναμε όλο και καλύτερο. Σύντομα προστέθηκε η GreekGayLolita, ο Πάνος Μιχαήλ, με τα έξοχα οπτικά του δοκίμια. Ήμασταν μια παραδοξότητα — αλλά μετά λόγου γνώσεως. Και φαίνεται ότι κάτι είχαμε να πούμε. Γιατί καλπάζαμε, με τη βοήθεια του Facebook page μας, που γιγαντωνόταν μέρα με τη μέρα.
Την ίδια ώρα όλοι οι ανταγωνιστές μας κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου. Και οι μεγαλοεκδότες μέτραγαν τους νεκρούς τους. Τσιμπιόμουν. Πώς γίνεται να μη βλέπουν ότι όλος ο κόσμος της επικοινωνίας στρέφεται στις οθόνες όπως το ηλιοτρόπιο στον ήλιο; Γινόμασταν όλο και πιο τολμηροί.
Λεφτά δεν είχαμε ακόμη, αλλά το νοίκι μας το πληρώναμε κι αυτό εμένα τουλάχιστον μου αρκούσε. Ήμουνα πάλι ευτυχισμένος. Γιατί είχα επιτέλους αποκαταστήσει την επικοινωνία μου με τον κόσμο. Δεχόμουν τη θερμότητα της αποδοχής του. Είχε πια φύγει από πάνω μου η αγωνία της σύγκρισης κι αυτό το φριχτό μαράζι που σε λιώνει όταν αισθάνεσαι ότι δεν αρέσεις, δεν απευθύνεσαι, δημοσιογραφικά εννοώ. Παίζαμε μπάλα μόνοι και γελάγαμε. Αυτό με έδεσε τότε διά παντός με τον καλύτερο δημοσιογράφο της γενιάς του, τον Άρη Δημοκίδη.
Ήσυχος πλέον, σίγουρος πάλι, είχε έρθει η ώρα να αποκαταστήσω και το έντυπο. Η ώρα να καλέσω ένα παλιόφιλο. Επίσης genius. Τον Γιάννη Καρλόπουλο. Είχε εμπλακεί στη δημιουργία της Popaganda, ενός πολύ ενδιαφέροντος ψηφιακού πειράματος, που όμως δεν μπόρεσε ποτέ να βγάλει από το μυαλό της τη LIFO (πράγμα, όπως είδαμε, εξόχως βασανιστικό, αυτό το fixation on the rival), και απ’ τα πολλά κοκόρια που λαλούσαν στο κοτέτσι της δεν ήξερες αν είναι χάραμα ή μεσάνυχτα. Ήρθε — και κυριολεκτικά σε επτά μέρες σχεδιάσαμε τη νέα έντυπη μορφή μας. Η οδηγία ήταν μία: Ξεχνάμε τις pop χαζομάρες που ως τώρα θεωρούνται ταυτόσημες με τα free press· κανένα ξάκρισμα στις φωτογραφίες, ποτέ γράμματα πάνω τους· γραμματοσειρές Egyptian χωρίς χρώμα ποτέ· μια χαλαρή αυστηρότητα που δεν θέλει να αποδείξει τίποτα.
Ο ανασχεδιασμός κύλησε σαν νεράκι, τεράστια η ηδονή όταν δουλεύεις με ταλαντούχους ανθρώπους και νιώθεις ότι όλα λειτουργούν. Τη βδομάδα που βγήκαμε και έπιασα το νέο φύλλο, δάκρυσα. Επιτέλους, κάτι που είμαι εγώ. Ένα έντυπο που με κάνει περήφανο. Η LIFO είχε επιτέλους δημιουργηθεί.
Η ικανοποίηση διπλασιάστηκε την επόμενη εβδομάδα. Τρώγαμε με τον σύντροφό μου εν όπλοις, Μιχάλη Μιχαήλ, στο Παπαδάκη, όταν ήρθαν τα νέα φύλλα των free press. Ο ανταγωνιστής μας είχε μιμηθεί τον ανασχεδιασμό του Καρλόπουλου, αμήχανα και άχαρα (θυμάμαι ακόμη κάτι μίζερα DIN), έχοντας θυσιάσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον είχαν κάνει αναγνωρίσιμο και επιτυχημένο. Πέταξα τα έντυπα στο τραπέζι και του είπα: «Απόψε το παιχνίδι έχει κριθεί». Στην επόμενη μέτρηση Focus-Bari για τις αναγνωσιμότητες εντύπων είχαμε περάσει στην πρώτη θέση με μεγάλη διαφορά, όπου και θα παραμέναμε έκτοτε, έως σήμερα. Στο ίντερνετ δεν το συζητώ: είχαμε πάντα τριπλάσια, κατά περιόδους έως και τετραπλάσια επισκεψιμότητα.
Τότε άρχισε να κεντάει ο Μιχάλης Μιχαήλ, ο άνθρωπος που μοιράστηκα τα πάντα μαζί του. Ήταν ο πρώτος που είπε ότι η LIFO πρέπει να γίνει πολιτική, όχι μέσα απ’ τη μίρλα των κομματικών συσχετισμών, αλλά μέσα από τον δικαιωματισμό, τον ακτιβισμό και τις μειονότητες. Και ήταν αυτός που είπε ότι ο Πολιτισμός, σε όλες τις εκφάνσεις του, πρέπει να γίνει κεντρικό θέμα μας, γιατί τον πιστεύουμε και τον καταλαβαίνουμε, πέρα και πάνω απ’ όλους. Τότε εμφανίστηκε ο άλλος φύλακας άγγελος και alter ego μας. Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Αυτό το γενναίο, παράτολμο πείραμα που μεταστοιχείωσε την πόλη. Και που μας επέλεξε ως σταθερό συνοδοιπόρο της. Της οφείλουμε πολλά.
Λίγο πριν, λίγο μετά, δεν θυμάμαι τώρα, είχε γίνει κάτι πολύ νοσηρό, που ποτέ δεν θα χωνέψω. Ήταν η πρώτη άνθιση των ασύδοτων σόσιαλ. Ο υδροκεφαλισμός του Facebook. Το χολερικό Twitter. Κάτι μπουχέσες που έκαναν τους πνευματώδεις μπλόγκερ, ώστε να δολοφονούν χαρακτήρες, για πενταροδεκάρες. Με ψευδώνυμα όλοι. Και ήταν και ο ΣΥΡΙΖΑ. Που κάλπαζε. Με τις αισχρές μεθόδους του. Και στο υπόγειο της Κουμουνδούρου επώαζε το σιχαμένο του αυγουλάκι. Την ομάδα τρολ που σφαγίαζε στα σόσιαλ όποιον δεν είχε του χεριού του. Ανάμεσά τους και τη LIFO.
Τα ψεύδη, η τρομοκρατία, ο τραμπουκισμός και οι ελεεινότητες που διέπραξε εναντίον μας η λιγδιάρικη ομαδούλα (ανάμεσά τους και η πολύφερνη Γιάμαλη, που την είδα μια μέρα καμαρωτή στο στούντιο της LIFO να δίνει συνέντευξη, τόσο ξετσίπωτη!), είναι βγαλμένα από το πιο πολτώδες gore του giallo. Ήταν τόσο επίμονο το σφυροκόπημα νυχθημερόν (πάντα με γενικότητες και υπονοούμενα, ποτέ με μια συγκεκριμένη κατηγορία — πέραν του σαχλότατου ότι μας χρηματοδοτούσε η Αμερικανική Πρεσβεία!), που άρχισα να αναρωτιέμαι: βρε, μπας και όντως είμαι ένα καθεστωτικό τέρας που σκότωσε τη μάνα του; Ήταν τόσο μεγάλη η τρομοκρατία που ασκούσαν όλοι αυτοί οι κούφιοι είλωτες της λάσπης (για ψίχουλα, όπως αποδείχθηκε αργότερα), που μας στέρησαν ακόμη και τη μεγαλύτερη δημοσιογραφική επιτυχία των ημερών: Είχαμε μια άκρη στο Υπουργείο Οικονομίας που μας πληροφόρησε ότι δόθηκε εντολή να κλείσουν οι τράπεζες. Το γράψαμε πρώτοι! Κι ήταν τόσο συντονισμένο και πολυπληθές το πέσιμο στο Facebook, που το κατεβάσαμε μέχρι να το γράψουν κι άλλοι.
Ήταν ό,τι πιο κοντά στη βαρβαρότητα είχε γνωρίσει η δημόσια σφαίρα εκείνα τα πρώτα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Ποτέ άλλοτε οι λέξεις δεν σήμαιναν τόσο έντονα το αντίθετό τους. Fun fact: τότε αρθρογραφούσαν εβδομαδιαίως στη LIFO ο Βαξεβάνης, ο Κούλογλου και ο Βαρουφάκης. Θα είχα και την Κωνσταντοπούλου, αν δεν πέταγε τόσα σάλια όταν μιλά.
Ωστόσο επιζήσαμε. Με μηδέν (κυριολεκτικά μηδέν) κρατικό χρήμα, όταν εκείνοι που μας κουνούσαν το δάχτυλο έπαιρναν μαύρες σακούλες, όχι από τόσο αγγελικούς χρηματοδότες. Χωρίς πλάτες. Χωρίς πλοία. Χωρίς συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Αλλά με καλές ιδέες. Και ολιγάρκεια. Και μια παράξενη αντοχή, που οφείλεται στο γεγονός ότι αγαπάμε αληθινά τη δουλειά μας. Όχι για να μας καλούν σε δείπνα (δεν πάμε)· ούτε για να κάνουμε τους καμπόσους (δεν εμφανιζόμαστε πουθενά). Αλλά για να αισθανόμαστε κάπου, κάπως υπαρκτοί, για να μη πω χρήσιμοι. Όπως τη φορά εκείνη που ένα gay παιδί από ένα χωριό του Έβρου ήρθε στα γραφεία μας: «Διάβαζα τη LIFO και μ’ έκανε να μη νιώθω τέρας. Μου έδινε κουράγιο. Έλεγα, μια μέρα θα κατέβω στην Αθήνα να πάω να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους, να τους πω ευχαριστώ».
Η τελευταία περίοδος είναι πράγματα που μάλλον γνωρίζετε. Η προσπάθεια για διαρκή ανάπτυξη, αξιοπιστία και καλό περιεχόμενο. Πολλές ειδικές εκδόσεις — ADM – Athens Design Map, The Business Directory, The Portraits, The Health Book, Queer Athens, Museum Guides· το συνέδριο Upfront Initiative για τη συμπερίληψη και την ορατότητα· εκθέσεις όπως η πρόσφατη με τα Πορτρέτα στο παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ. Μεγαλώνουμε και νομίζω γινόμαστε πιο ουσιώδεις, προσπαθούμε τουλάχιστον. Οι καλύτεροι Έλληνες μας τιμούν με την εμπιστοσύνη και τη φιλία τους. Οι κορυφαίοι οργανισμοί και επιχειρήσεις της χώρας μάς θεωρούν καλό μέσο για να επικοινωνήσουν τα προϊόντα τους. Στις μετρήσεις (μυστικές και επίσημες) η LIFO βγαίνει στα τρία πρώτα ελληνικά μέσα με τη μεγαλύτερη επιδραστικότητα, ακόμη και στην πολιτική.
Ναι, δεν είμαστε πια τα εναλλακτικά παιδιά που, 20 χρόνια πριν, σε ένα διαμέρισμα της Πραξιτέλους ξεκίναγαν αυτό το μέσο με άγνοια κινδύνου. Έχουμε όμως την καλύτερη και ικανότερη ομάδα που είχαμε ποτέ. Επαγγελματικά και ηθικά. Αστέρια πολυδύναμα, που τα θαυμάζω κάθε μέρα να κάνουν συγκλονιστικά πράγματα, σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Άραγε έχουμε γίνει πλέον «καθεστωτικοί»; Ειλικρινά δεν το νομίζω, παρότι δεν θα με πείραζε. Σήμερα, ας πούμε, είχαμε πρωτοσέλιδο ένα πρόσωπο που δήλωνε χαμογελώντας: «Δεν νιώθω ούτε αγόρι, ούτε κορίτσι».
Δεν ξέρω πόσο καθεστωτικό είναι αυτό.
.















