Νικηφόρος Στάβερης
3 ώρες στο Boden
(Βόρεια Σουηδία)
Βρέθηκα στο Boden μάλλον κατά τύχη ή τέλος πάντων επειδή μου άρεσε το όνομα, με μια απόφαση της στιγμής να μπω στο τρένο ταξιδεύοντας βόρεια και δύο δωρεάν εισιτήρια. Μια μικρή περιπέτεια. Μάλιστα, κάπως τα έβαζα με τον εαυτό μου για την επιπολαιότητα, ενώ το τρένο κουνούσε και οι υποχρεώσεις που είχα αφήσει πίσω απομακρύνονταν. Αναρωτιέμαι, μπορεί η περιπέτεια να προγραμματιστεί ως αυτοσκοπός μιας μετακίνησης; Ή μήπως σκότωνα απλώς τον χρόνο μου, αναζητώντας το τίποτα;
Το Boden Central είναι ένας σταθμός φτιαγμένος από ξύλο με στοιχεία που το κάνουν να μοιάζει με οχυρό από την εποχή των Βικινγκ. Ίσως, όπως μαθαίνω από κάποιον συνεπιβάτη μου, αυτό να είναι και το μοναδικό αξιοθέατο της πόλης. Ένα κλασσικό American diner, το – closed on Sunday – Suzie Q’s ίσως να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα περίμενε κανείς να συναντήσει στο εσωτερικό του “οχυρού”. Κι όμως, η χιουμοριστική αυτή αντίθεση φτιάχνει το κέφι του ταξιδιώτη ελαφραίνοντας το βάρος της μετάβασης.
Το αμερικάνικο στοιχείο δεν λείπει και από άλλα σημεία της πόλης όπου συναντάω νέον ταμπέλες και μια αύρα που θυμίζει Midwest, κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι αν σχετίζεται με τον στρατηγικής σημασίας ρόλο της πόλης ως στρατιωτικό κόμβο, κυρίως κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου.
Μετά το ταξίδι διαβάζω: “Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Boden είναι κάπως θρυλικός. Ο Λένιν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους διάσημους ανθρώπους που άλλαξαν εδώ τρένο, τότε που οι ξένοι επισκέπτες ήταν ακόμη καλοδεχούμενοι. Έπειτα, ο Λένιν γύρισε στην πατρίδα του και ξεκίνησε μια επανάσταση, και αυτό περιέπλεξε κάπως τα πράγματα για τους ξένους επισκέπτες. Η στρατηγικής σημασίας στρατιωτική πόλη του Boden δεν υποδέχτηκε ξανά ξένους επισκέπτες μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Από τον σταθμό ακολουθείς τα βήματα του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας Έιβιντ Γιόνσον προς το κέντρο της πόλης και το ξενοδοχείο Bodensia. Οι αναμνήσεις του Έιβιντ έχουν γραφτεί πάνω σε επτά ταμπέλες. Όταν φτάνεις στην πλατεία Pumptorget διαβάζεις: “…αυτό που έχει χτιστεί πρόσφατα σε εκείνα τα οικόπεδα δεν προλαβαίνω να το αντιληφθώ. Μέσα στο ηλεκτροφωτισμένο σκοτάδι βλέπω κυρίως κάτι που έχει χαθεί, κάτι που ίσως να μην έχει χαθεί καθόλου.”
Σκέφτομαι πως ο Έιβιντ θα είχε εκπλαγεί από το That Greek Place, την ελληνική καντίνα-φαγητού, ή από το Bastard Burgers ακριβώς πίσω του, εδώ στην πλατεία“. (Swedish Lapland )
– Με τον ίδιο τρόπο φαντάζομαι που κι εγώ, the Greek, εξεπλάγην νωρίτερα βγαίνοντας απ’ τον κεντρικό σταθμό.
Το κέντρο της πόλης είναι μικρό και ερημωμένο – λόγω ημέρας, υποθέτω – και διασχίζεται ευχάριστα. Παρ’ όλο το μέγεθος, σου αφήνει την αίσθηση της άπλας. Η πορεία μου τώρα διαγράφεται τυχαία, προς το νερό, ώσπου να φτάσω σε ένα ξέφωτο στην άκρη της πόλης.
Ανοιξιάτικο προοίμιο
Το ψυχρό αεράκι ίσα που σαλεύει το νερό που μόλις έχει καταφέρει να ξεγλιστρήσει απ’ τον παγωμένο γύψο του. Όμως πάγος παραμένει. Δεν ακούς φασαρία από τους γύρω δρόμους, ούτε κίνηση. Είναι Κυριακή. Η γλυκιά λιακάδα αφήνει τα σύννεφα απλώς να προσπερνάνε αργά, χωρίς να τα ανταγωνίζεται. Η φύση δεν θα επιβληθεί και σήμερα, παρ’ όλο που σημάδια κρυμμένα στο τοπίο φανερώνουνε παλιές της κατακτήσεις.
Καθισμένος σε ένα παγκάκι, αναρωτιέσαι αν έχει κάτσει κανείς ποτέ εδώ. Και γιατί έχει την πλάτη του στο θέαμα; Η μονοτονία του κάδρου δεν προκαλεί ακριβώς το βλέμμα.
Τριγύρω, μοντέρνα ερείπια στερεωμένα χωρίς ανθρώπινα σημάδια. Ένα οικόπεδο με νεροτσουλήθρες, ένα μινι γκόλφ, ένα κτήριο που μοιάζει με σκηνή τσίρκου, όλα τους κάποτε θα σου υπόσχονταν στιγμές διασκέδασης, αν το κάποτε δεν ήταν τώρα. Δεν είναι σαφές το αν λειτούργησαν ποτέ, αν θα λειτουργήσουν ξανά ή εάν η προηγούμενη ήταν η τελευταία τους άνοιξη. Η γυμνή τους παρουσία όμως σε κάνει να νιώθεις καλοδεχούμενο, αναγνωρίζοντάς σε ως επισκέπτη. Όλα εδώ είναι ευάλωτα στον χρόνο. Η υπόκωφη ησυχία σε κάνει να χάνεις την αίσθησή του –
– Και βαραίνεις γλυκά. Αγναντεύεις μακριά, χωρίς σημείο εστίασης. Και έπειτα ξανά κάτω, σου δημιουργούνται σκέψεις που δεν μπορείς να προσδιορίσεις. Ίσα που καταφέρνεις να αγγίξεις την έννοια του άδειου. Δεν έχει όμως σημασία, γιατί στο μεταξύ κάπου γειώνεσαι. Η άπειρη μοναξιά του παγωμένου τοπίου τελικά σε κάνει και αγαλλιάζεις.
Υπάρχει κάποιου είδους παρηγοριά στο να βρίσκεσαι μόνος, ανάμεσα σε μεγαλεία που πια έχουν περάσει ή που τελικά δεν ήρθαν ποτέ.
Οι 3 ώρες έχουν σχεδόν περάσει, είναι ώρα να επιστρέψουμε.
Δείτε στο Αλμανάκ δύο ακόμη ανταποκρίσεις του Νικηφόρου από τον Αρκτικό Κύκλο:
3 μήνες στα νησιά Λοφότεν
Οι απαγωγές παιδιών Ινουίτ από το καναδικό κράτος















