Ο ΒΕΡΝΕΡ ΧΕΡΤΣΟΓΚ (δεν παύει να) σου δίνει την εντύπωση πως, αν κάτι τον ενδιαφέρει, θα φτάσει μέχρι την άκρη του κόσμου για να το γυρίσει ανάποδα, να το ανακρίνει χωρίς να το κρίνει και να το απαθανατίσει ερμηνεύοντάς το, χωρίς να νοιάζεται για το σκονισμένο ονόρε του δημιουργού, τη βαρετή συνέπεια μιας τακτοποιημένης καριέρας. Στα 83 του χρόνια, και μετά από δεκαετίες φιξιόν και ντοκιμαντέρ απίθανης ποικιλίας, ακονίζει την περιέργειά του και ρισκάρει περισσότερο από τη νεότερη γενιά των κινηματογραφιστών που αρνούνται τον αυθορμητισμό για χάρη μιας συχνά στείρας λατρείας των genres και της φόρμουλας.
Σε αξιοθαύμαστη ερμηνευτική συγχορδία, ακόμη κι όταν συμπεριφέρονται ξεκούρδιστα στα αδηφάγα βλέμματα κυρίως των ανδρών που τις ορέγονται, οι αδελφές Μάρα ενσαρκώνουν μια αδιαπραγμάτευτη μορφή ρομαντισμού που εκλείπει και αντιμετωπίζεται κοροϊδευτικά και ταπεινωτικά, όποτε δεν απειλείται με τιμωρία.
Το Bucking Fastard, που ο ίδιος ήθελε να φέρει στο επίσημο διαγωνιστικό της Βενετίας κι όχι σε κάποιο από τα τιμητικά σαλόνια που του είχαν προτείνει οι Κάννες τον Μάιο, αψηφά κατηγορηματικά την κατηγοριοποίηση και ακολουθεί ένα τεθλασμένο, εξωφρενικό μονοπάτι απρόσμενης διαδρομής, όπως περίπου είναι η ζωή της Κέιτ και της Ρούνι Μάρα, δυο αδελφών που από το ξεκίνημα βρίσκουν μεγάλο μπελά γιατί αγαπούν παράφορα και οριστικά τον Ορλάντο Μπλουμ. Αυτός εκμεταλλεύεται την αδυναμία τους, γεύεται τη διπλή, ταυτόχρονη απόλαυση, ετοιμάζεται να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα και οι Τζιν/Τζόαν Χολμπρουκ τού υπενθυμίζουν «παρενοχλητικά» πως κακώς τις ξέχασε και τον τιμωρούν εκνευριστικά και εμμονικά.
Περίπου ορφανές, μόνες και μαζί σαν σιαμαίες που μιλούν ταυτόχρονα όταν δεν συμπληρώνει η μία τα λόγια της άλλης, εκτός χρόνου και οποιουδήποτε τόπου, οι δυο ερωτοχτυπημένες —ή, καλύτερα, κολλημένες με τον έρωτα, τον έναν και καλό— γυναίκες καταλήγουν σε μια ονειρεμένη εξοχή χάρη σε μια συμπονετική θεία και σκάβουν ένα τούνελ στο βουνό για να φτάσουν… κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς! Εκεί τις περιμένει μια έκπληξη, σε μια ταινία ανορθόγραφης λογικής που βασίζεται στο απρόβλεπτο — και αυτός είναι ο λόγος που ο Χέρτσογκ αφιέρωσε τον Fastard του στον Ντέιβιντ Λιντς, που, αν και το σινεμά του δεν μοιάζει με εκείνο του Χέρτσογκ, πολύ θα τον ήθελε εκ δεξιών του στην πρεμιέρα, για να δει την αντίδρασή του και να ανταλλάξουν απόψεις.
Σε αξιοθαύμαστη ερμηνευτική συγχορδία, ακόμη κι όταν συμπεριφέρονται ξεκούρδιστα στα αδηφάγα βλέμματα κυρίως των ανδρών που τις ορέγονται, οι αδελφές Μάρα ενσαρκώνουν μια αδιαπραγμάτευτη μορφή ρομαντισμού που εκλείπει και αντιμετωπίζεται κοροϊδευτικά και ταπεινωτικά, όποτε δεν απειλείται με τιμωρία. Βρίσκονται σε μια φούσκα και αδυνατούν να βγουν, «γιατί δεν ήταν ποτέ μέσα», όπως τους μηνύει ένας φύλακας. Ο Χέρτσογκ ταυτίζεται απολύτως: το σινεμά του ουδέποτε υπήρξε τέλειο ούτε επιδίωξε να είναι, αλλά κυνηγάει τους ανεμόμυλους με αγάπη και μια παρεξηγήσιμη πίστη στην ουτοπία.
BUCKING FASTARD (2026) – Official First Look Clip – HanWay Films















