Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

H δύναμη της σκέψης του Εντγκάρ Μορέν



ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 1969
ο Εντγκάρ Μορέν, κοινωνιολόγος, ανήσυχο πνεύμα και πρώην αντιστασιακός, ταξιδεύει στην πόλη Λα Χόγια της Καλιφόρνια προσκεκλημένος του Ινστιτούτου Βιολογικών Ερευνών «Σαλκ». Η Καλιφόρνια του τέλους του ’60, σταυροδρόμι αντικουλτούρας, κινητοποιήσεων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και διαφόρων πειραματισμών, είναι ιδανικό παρατηρητήριο για τις τάσεις του μέλλοντος. Ο στοχαστής, πλησιάζοντας πια τα 50, συναντά μια μεγάλη παράδοση κοινωνιολογικού ταξιδιού στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, όπως το διάσημο ταξίδι του Αλέξις ντε Τοκβίλ στις νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1830 ή, αργότερα, το οδοιπορικό ενός σαγηνευμένου Ζαν Μποντριγιάρ στις μεγαλουπόλεις και στις ερήμους της ριγκανικής Αμερικής του ’80.

Το ημερολόγιο της Καλιφόρνια δεν ανήκει στο κύριο σώμα των επιστημονικών γραπτών και του συστήματος του Μορέν γύρω από τη «σύνθετη σκέψη» (pensée complexe). Ξαναπιάνοντας, τώρα, κάποιες σελίδες από αυτό το υλικό, διαπιστώνουμε τη διαύγεια του ανθρώπου που βίωσε ένα μεγάλο κομμάτι ιστορικού χρόνου: από τη δεκαετία του 1930 και τις περιπέτειες της Ισπανικής Επανάστασης, την ένοπλη λαϊκή Αντίσταση στον χιτλερισμό, τη διανοητική άνθηση μετά το 1950 και όλες τις δεκαετίες μέχρι αυτούς τους τελευταίους μήνες. Οι στρατεύσεις του Μορέν ξεκινούν από την Ισπανία και την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και της Επανάστασης για να ολοκληρωθούν στο αίτημα δικαιοσύνης και ανθρωπιάς για τη Γάζα εναντίον της σιωπής και της αδιαφορίας.

Η σκέψη του Μορέν συντονίζεται με εκείνη την παλαιά ρομαντική σύλληψη που πιστεύει στη βαθιά αλληλεξάρτηση και το αλληλέγγυο ανάμεσα στον «άνθρωπο» και στη «φύση», στον κοινωνικό κόσμο και σε όλα όσα τον περιβάλλουν.

Υπενθυμίζω ξανά τη χρονική συγκυρία του ημερολογίου της Καλιφόρνιας: έρχεται αμέσως μετά τον Μάη του ’68 όπου ο Μορέν θα συνυπογράψει, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κλοντ Λεφόρ, ένα σπινθηροβόλο μικρό δοκίμιο με τον ωραίο τίτλο «Η ρωγμή». Δύο μόλις χρόνια μετά την επίσκεψή του στην Καλιφόρνια, θα δημοσιευτεί η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης με τον τίτλο «Τα όρια στην ανάπτυξη» («The Limits to Growth», 1972) όπου, για πρώτη φορά, μια επιστημονική ομάδα –χρησιμοποιώντας τους πιο προηγμένους υπολογιστές της εποχής– προαναγγέλλει και προειδοποιεί για την εξάντληση των φυσικών πόρων, τις διατροφικές κρίσεις και την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων στον 21ο αιώνα.

Ανάμεσα στον Μάη του ’68 και στην έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, η σκέψη του Μορέν ψάχνει εκείνες τις «κατακλυσμιαίες αλλαγές» που, ωστόσο, πρέπει να συζητηθούν ήρεμα, με σεβασμό στον διάλογο των πιο διαφορετικών μαθήσεων και μεθόδων. Στα ειδυλλιακά τοπία μιας Καλιφόρνιας όπου κάτι σβήνει όντας ακόμα παρόν, παρατηρώντας αχόρταγα τους τρόπους και την ηθική του (μετα)χιπισμού όπως και τα άλλα ρεύματα ιδεών, ο διανοητής προβληματίζεται για την πορεία της Αμερικής, με άλλα λόγια για το πεπρωμένο του ίδιου του σύγχρονου κόσμου. Η δυτική ακτή για το ευρωπαϊκό στοχαστικό μάτι λειτουργεί ως εργαστήριο μεταμόρφωσης, ξεκινώντας από την ποπ κουλτούρα (Χόλιγουντ, ροκ σκηνή) και φτάνοντας ως την τεχνολογία, την πολιτική και όλες τις εξτραβαγκάντσες της εναλλακτικής θρησκευτικότητας.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα κάποιες σελίδες, είναι αδύνατο να μην εντυπωσιαστούμε. Σε ένα σημείο, χαρακτηριστικά, ο Μορέν κάνει αναφορές στα επιχειρήματα ενός συνομιλητή του, του Τζον, ο οποίος προβλέπει την ανάδυση μιας «νέας κοινωνίας τριών τάξεων». Η πρώτη τάξη θα προκύψει από τη συγχώνευση μιας στρατιωτικής ελίτ με τους επιχειρηματίες και την τεχνοκρατική κάστα του χώρου των υπολογιστών (ordinateurs). Κάτω από αυτό το ανώτατο στρώμα, ο συνομιλητής του Μορέν τοποθετεί μια απέραντη μεσαία τάξη που συμμετέχει στη μεγάλη διοικητική και παραγωγική μηχανή. Τέλος, εκτείνεται μια τεράστια υπο-ομάδα (undergroup) που μοναδική της λειτουργία θα είναι «να αγοράζει και να καταναλώνει».

Το αξιοθαύμαστο εδώ είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μορέν αντιμετωπίζει το μελλοντολογικό σενάριο του συνομιλητή του. Γράφει χαρακτηριστικά (ας μου συγχωρεθεί το παράθεμα): «… Ίσως, ίσως [σ.σ. να ισχύουν όλα όσα βλέπει ο Τζον]. Εγώ βλέπω περισσότερο την αμερικανική κοινωνία να υπονομεύεται από εσωτερικές αντιφάσεις από όπου μπορούν να ξεπηδήσουν τεράστιες κρίσεις, και οι οποίες θα μπορούσαν να γεννήσουν έναν νέο-φασισμό, όπου, κατά τη γνώμη μου, οι φυλετικοί και εθνικιστικοί χαρακτήρες και, με μια λέξη, η πολιτική υστερία, θα είναι επίσης σημαντικά γνωρίσματα και ίσως περισσότερο μάλιστα από την ιεραρχία ενός Λεβιάθαν».

Στη συνέχεια κατονομάζει τις τρεις πιθανές κρίσεις:

• Οικονομική: Μοιάζει σήμερα (1969) λίγο πιθανή, αυτό όμως δεν την κάνει απίθανη.

• Εσωτερική κρίση: το πρόβλημα του μαύρου πληθυσμού. Πάμε προς τη διαπάλη των δύο “εθνών” όπου το ένα εισδύει μέσα στο άλλο και χωρίζονται από αυτό που διαιρεί περισσότερο: το χρώμα του δέρματος.

• Εξωτερική κρίση: την κρίση όλου του ιμπεριαλιστικού συστήματος στη Λατινική Αμερική.

Τι μπορούμε σήμερα, πέντε ή έξι δεκαετίες αργότερα, να σκεφτούμε γι’ αυτές τις γραμμές; Ήταν το απόγειο της «κοινωνίας της αφθονίας» όπου η συμβατική ανάλυση έβλεπε κοινωνική ειρήνη, υπέρβαση των ιδεολογικών διαιρέσεων και φυσικά εμπέδωση μιας μαζικής δημοκρατίας. Κι όμως, ο Μορέν μπορεί να φανταστεί τις πιθανότητες ενός νεοφασισμού στον οποίο θα είναι παρόντες και ο ρατσισμός και ο εθνικισμός. Στοχαστική, πολιτική διόραση που μας προσφέρει ένα προδρομικό σχεδίασμα της εποχής Τραμπ από το 1969. Η έμφαση μάλιστα στη φυλή και στο ζήτημα των Μαύρων δείχνει ότι, παρά το ότι ο Γάλλος στοχαστής βρέθηκε σε έναν ιδανικό θύλακα εξασφαλισμένων (και, πιθανολογούμε, λευκών) επιστημόνων, είχε πλήρη συνείδηση των πραγματικών αντιφάσεων της μέσα Αμερικής, της πραγματικής χώρας (και όχι μόνο του χωριστού έθνους των διανοουμένων της).

Το γεγονός πως ο Μορέν δεν αποκλείει καθόλου –και μάλλον επιδιώκει να προτείνει τη δική του γνώμη χωρίς να ακυρώνει τον λόγο του άλλου– την «προφητεία» του συνομιλητή του, αποδεικνύει και κάτι ακόμα: πως μια κριτική σκέψη με ποιότητες, ικανή να εμπνέεται και από τις επιστήμες της ζωής όσο και από τις κοινωνικές επιστήμες, μπορούσε να βλέπει πραγματικά «μπροστά». Η δύναμη της συγκεκριμένης σκέψης στηρίχτηκε στην ικανότητά της να επικεντρώνεται στα ουσιώδη φαινόμενα, έστω και αν παραδεχτούμε πως έπεσε έξω σε επιμέρους προσεγγίσεις.

Οι «τεράστιες κρίσεις» για τις οποίες μιλάει ο Μορέν του 1969 προλογίζουν τον δικό μας 21ο αιώνα. Είναι η επιβεβαίωση των ορίων ενός μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, η κρίση των συνόρων και των ταυτοτήτων, η επανάκαμψη των εθνικισμών και μιας σκληρής νεο-αποικιακής ιδεολογίας που δεν ντρέπεται πια να μιλάει για την υπεροχή της. Τι άλλο είναι σήμερα η νέα παγκόσμια άκρα δεξιά παρά μια παρόμοια ιδεολογία υπεροχής της λευκής, καπιταλιστικής και «κανονικής» ανθρωπότητας εις βάρος όλων των υπολοίπων;

Ο Μορέν, πέρα από ένα όραμα εκλεκτικής κοινωνικής επιστήμης, επιστρέφει διαρκώς στην ιδέα της Ανθρωπότητας. Δεν πρόκειται για καινούργια ιδέα. Θα έλεγε κανείς πως ο κοινωνιολόγος της σύνθετης σκέψης πήγε πίσω από τον Μαρξ σε εκείνους τους στοχαστές που εκπροσωπούσαν έναν σοσιαλισμό της αδελφότητας και μια ουτοπική θρησκεία της Ανθρωπότητας. Όμως ο δικός του ανθρωπισμός φέρνει μαζί του και την αίσθηση του επείγοντος για τη ζωή του πλανήτη, για όλα τα συστήματα, τα κοινωνικά και τα φυσικά όντα, τα ανθρώπινα και τα μη ανθρώπινα πράγματα. Η σκέψη του Μορέν συντονίζεται με εκείνη την παλαιά ρομαντική σύλληψη που πιστεύει στη βαθιά αλληλεξάρτηση και το αλληλέγγυο ανάμεσα στον «άνθρωπο» και στη «φύση», στον κοινωνικό κόσμο και σε όλα όσα τον περιβάλλουν.

Κατά κάποιον τρόπο, η παρουσία του Μορέν στη σκηνή της σκέψης ήταν ένα αδιάσπαστο όλο. Μια ηθική της αντίστασης, ένα αίτημα γνώσης με σεβασμό στην πολυπλοκότητα και, τέλος, μια επιθυμία μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων για την αποτροπή των μεγάλων πολιτικών και οικολογικών καταστροφών. Στο τέλος, στα 104 πια, σε συνεντεύξεις και ομιλίες (υπάρχει άφθονο υλικό στο διαδίκτυο), αντικρίζει κανείς το βλέμμα του να χαμογελάει μέσα στις ρυτίδες του με κάποια ελπίδα. Ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα, μια φυσιογνωμία ερωτευμένη με τις καλές δυνατότητες της ανθρώπινης θέλησης και της μοιρασμένης ευδαιμονίας. Ενώ το έργο του είναι διάσπαρτο με προειδοποιήσεις και σοβαρά διλήμματα, ο ίδιος ο Μορέν δεν ανήκε στο στρατόπεδο των απελπισμένων της σκέψης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO



Πηγή: www.lifo.gr