Η υπόθεση της εξαφάνισης της Σταυρούλας Λεβεντάκη στην Κρήτη φαίνεται να παίρνει πλέον τροπή ανθρωποκτονίας, με τις Αρχές να έχουν εντοπίσει κρίσιμα στοιχεία και να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στον ενοικιαστή του σπιτιού, ο οποίος ήταν ο τελευταίος που την είδε.
O πρώην εκπρόσωπος αστυνομικών υπαλλήλων Ανατολικής Αττικής, Γιώργου Καλλιακμάνη, περιέγραψε το πώς η υπόθεση από εξαφάνιση οδηγήθηκε σε σοβαρές ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας.
Όπως τόνισε, «αρχικά θεωρήθηκε ότι ήταν μια ιστορία εξαφάνισης, αλλά η Ελληνική Αστυνομία έκανε πολύ καλή δουλειά», εξηγώντας ότι οι έρευνες επικεντρώθηκαν στο σπίτι όπου είχε εμφανιστεί τελευταία φορά η γυναίκα. Εκεί, σύμφωνα με τον ίδιο, «βρέθηκαν κάποια στοιχεία που πήραν για ανάλυση τα παιδιά της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών».
Τα κρίσιμα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί – Τι βαρύνει στις εκτιμήσεις των Αρχών
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συμπεριφορά του βασικού προσώπου της υπόθεσης, σημειώνοντας πως «είδε προφανώς τον κλοιό να κλείνει γύρω του», καθώς μετά από διαδοχικές καταθέσεις εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του κινητό και αυτοκίνητο. «Κρύφτηκε σε άλλο όχημα, αλλά οι αστυνομικοί είχαν στήσει κλοιό και τον βρήκαν αμέσως», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η σύλληψή του έγινε και για καλλιέργεια κάνναβης που εντοπίστηκε σε χώρο που χρησιμοποιούσε.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι «αναμένουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας να εκδοθεί και ένταλμα σύλληψης για δολοφονία», ενώ υπογράμμισε πως «μέσα σε περίπου 20 ημέρες κατάφεραν να βρουν στοιχεία και να αλλάξει η τροπή της υπόθεσης».
Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Καλλιακμάνη το κίνητρο παραμένει υπό διερεύνηση. Σε κάθε περίπτωση, επεσήμανε το τεκμήριο αθωότητας, σημειώνοντας ότι «ακόμα δεν είναι κατηγορούμενος για φόνο», αλλά τα ευρήματα –μεταξύ αυτών και ενδείξεις για ίχνη αίματος– ενισχύουν τις υποψίες των Αρχών.
Στην ίδια κατεύθυνση, η δικηγόρος Κατερίνα Φραγκάκη υπογράμμισε ότι η έκδοση εντάλματος χωρίς να έχει εντοπιστεί η σορός δείχνει την ύπαρξη ισχυρών αποδεικτικών στοιχείων, επισημαίνοντας πως «μόνο το γεγονός της εξαφάνισης δεν αρκεί, απαιτούνται πειστήρια», ενώ στάθηκε και στο ενδεχόμενο διαφορών μεταξύ των εμπλεκομένων που ενδέχεται να οδήγησαν σε ακραία εξέλιξη.
Από την πλευρά της, η ψυχολόγος – εγκληματολόγος Βάνα Παπακίτσου τόνισε ότι «στις περισσότερες περιπτώσεις οι εξαφανίσεις δεν είναι ηθελημένες» και επισήμανε ότι η αύξηση τέτοιων περιστατικών συνδέεται με «αδυναμία διαχείρισης θυμού και συγκρούσεων», υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της επικοινωνίας και της ειρηνικής επίλυσης διαφορών.
www.ertnews.gr














