Οι επιστήμονες ανακάλυψαν αυτό που θεωρούν ως τις ισχυρότερες μέχρι σήμερα ενδείξεις ύπαρξης αιμοσφαιρίων σε απολίθωμα δεινοσαύρου. Τα ευρήματα εντοπίστηκαν σε οστό από το δεξί πόδι ενός μεσαίου μεγέθους σαρκοφάγου δεινοσαύρου ο οποίος περιπλανιόταν στη Βραζιλία πριν από περίπου 115 εκατομμύρια χρόνια, κατά την Κρητιδική Περίοδο.
Οι ερευνητές εντόπισαν πολυάριθμες μικροσκοπικές δομές σε οστό του είδους Aratasaurus museunacionali, οι οποίες φαίνεται να είναι απολιθωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ανίχνευσαν επίσης χημικά ίχνη που σχετίζονται με ένα βασικό συστατικό αυτών των κυττάρων: ένα βιομόριο που περιέχει σίδηρο, γνωστό ως αίμη, το οποίο συνδέεται με την αιμοσφαιρίνη, την πρωτεΐνη που δίνει στο αίμα το κόκκινο χρώμα του.
Οι ενδείξεις για την παρουσία αιμοσφαιρίων και αίμης εντοπίστηκαν σε αγγειακούς πόρους στο εσωτερικό των οστών ενός ατόμου Aratasaurus, το οποίο εκτιμάται ότι ήταν νεαρό ή νεαρό ενήλικο, ηλικίας περίπου τεσσάρων ετών όταν πέθανε. Ο δίποδος δεινόσαυρος θα είχε μήκος περίπου 3,1 μέτρα.
«Δεν βρήκαμε ένα φιαλίδιο με αίμα δεινοσαύρου. Αυτό που βλέπουμε είναι μια ορυκτή και μοριακή ηχώ της αρχαίας βιολογίας, και αυτό είναι επιστημονικά πολύ πιο ενδιαφέρον» δήλωσε η Κλίτι Γκράις οργανική γεωχημικός και γεωχημικός ισοτόπων στο Πανεπιστήμιο Curtin, στο Περθ της Αυστραλίας, και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences».
«Για μένα, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτές τις δομές μαζί με χημικές ενδείξεις της βιολογικής τους προέλευσης, έπειτα από ένα τόσο τεράστιο χρονικό διάστημα στη γεωλογική ιστορία» δήλωσε η Γκράις.
Τα ερυθρά αιμοσφαίρια, τα οποία παράγονται διαρκώς στον μυελό των οστών, μεταφέρουν οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς του σώματος και στη συνέχεια συμβάλλουν στη μεταφορά διοξειδίου του άνθρακα από τους ιστούς πίσω στους πνεύμονες, ώστε να αποβληθεί με την εκπνοή.
Σε αντίθεση με τα σκληρά οστά και τα δόντια, οι μαλακοί ιστοί, όπως οι μύες και τα φτερά, διατηρούνται μόνο σπάνια στα απολιθώματα. Τα κύτταρα που υπάρχουν σε σωματικά υγρά, όπως το αίμα, εντοπίζονται στα απολιθώματα ακόμη πιο σπάνια.
«Τα οστά και τα δόντια μάς αποκαλύπτουν πάρα πολλά για την ανατομία, την ανάπτυξη και την εξέλιξη. Τα μοριακά και κυτταρικά ευρήματα μπορούν ενδεχομένως να προσθέσουν ένα ακόμη επίπεδο βιολογικής πληροφορίας. Η έρευνα δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη DNA δεινοσαύρου» διευκρίνισε η Γκράις προειδοποιώντας ότι η ανακάλυψη δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη πως έχει διατηρηθεί άθικτο γενετικό υλικό δεινοσαύρων.
«Το DNA και άλλα μεγάλα βιομόρια που περιέχουν πλούσια πληροφοριακά δεδομένα έχουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά διατήρησης σε σχέση με τα μικρά μόρια και τα χημικά μετασχηματισμένα μοριακά κατάλοιπα. Το γεγονός ότι διατηρήθηκαν κυτταρικές δομές και χημικά σήματα που σχετίζονται με την αίμη δεν σημαίνει ότι έχει επιβιώσει και το DNA που περιείχαν αρχικά τα κύτταρα», δήλωσε η Γκράις.
Τα όρια
Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης αμινοξέα που σχετίζονται με το κολλαγόνο στο οστό του Aratasaurus. Ωστόσο, η Grice επισήμανε ότι αυτό δεν ισοδυναμεί με την ανάκτηση μιας άθικτης αρχαίας πρωτεΐνης ή γενετικής πληροφορίας. Το κολλαγόνο είναι μια άφθονη δομική πρωτεΐνη, κάτι σαν τον σκελετό που συγκρατεί τους ιστούς του σώματος.
«Αυτό που μας ενθαρρύνει να κάνουμε η συγκεκριμένη εργασία είναι να συνεχίσουμε να δοκιμάζουμε τα όρια της μοριακής διατήρησης, αντί να θεωρούμε δεδομένο ότι κάθε βιολογική πληροφορία πρέπει να εξαφανίζεται μετά την παρέλευση ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος» δήλωσε η Γκράις.
Το παλαιότερο DNA που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, σύμφωνα με επιστημονικές αναφορές, προέρχεται από ζώα, φυτά και μικροοργανισμούς ηλικίας περίπου δύο εκατομμυρίων ετών, που βρέθηκαν σε ιζήματα στη Γροιλανδία.
Το απολίθωμα του Aratasaurus ανακαλύφθηκε σε ορυχείο γύψου στην πολιτεία Σεαρά, στη βορειοανατολική Βραζιλία, σύμφωνα με τον παλαιοντολόγο Αλεξάντερ- Κέλνερ, συν-συγγραφέα της μελέτης και μέλος του Εθνικού Μουσείου της Βραζιλίας. Περιλαμβάνει τμήματα του δεξιού μηριαίου οστού, της κνήμης και του ποδιού.
«Αυτό που θεωρούμε ότι κάνει τη συγκεκριμένη μελέτη ξεχωριστή είναι η ισχύς του συνδυασμού των ευρημάτων: πολυάριθμες δομές που μοιάζουν με ερυθρά αιμοσφαίρια, διατηρημένες στη φυσική τους θέση μέσα στο οστό του δεινοσαύρου, η ορυκτοποίησή τους, η θέση τους στο αγγειακό σύστημα και τα σχετικά χημικά ευρήματα που συνδέονται με την αίμη και εντοπίστηκαν επίσης στην αρχική τους θέση. Από όσο γνωρίζουμε, αυτός ο συνδυασμός δεν είχε αποδειχθεί μέχρι σήμερα με αυτόν τον τρόπο σε απολίθωμα δεινοσαύρου», δήλωσε η Γκράις.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.















