Ο Κάρολος Δαρβίνος είχε υποστηρίξει πώς ο έλεγχος της φωτιάς ήταν η σημαντικότερη από όλες τις ανθρώπινες εφευρέσεις με εξαίρεση την ομιλούμενη γλώσσα. Τώρα επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αυτές οι δύο μεγάλες ανθρώπινες καινοτομίες μπορεί να είναι στην πραγματικότητα δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη ομιλία γεννήθηκε όταν οι αρχαίοι πρόγονοί μας άρχισαν να ανταλλάσσουν κουβέντες και ιστορίες γύρω από τη φωτιά αργά μέσα στη νύχτα. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι υποστηρίζουν πως το ίδιο το φως της φωτιάς μπορεί να ήταν «κρίσιμο» για την εξέλιξη της εξελιγμένης γλώσσας που μας ξεχωρίζει από τους συγγενείς μας, τα πρωτεύοντα θηλαστικά.
Η ικανότητα των ανθρώπων να ελέγχουν τη φωτιά μάς επέτρεψε να μαγειρεύουμε και να κατασκευάζουμε πιο εξελιγμένα εργαλεία αλλά παράλληλα επέκτεινε την περίοδο κατά την οποία οι πρώιμοι άνθρωποι παρέμεναν ξύπνιοι κατά περίπου τέσσερις ώρες μετά τη δύση του Ήλιου.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συγκέντρωση γύρω από τη φωτιά στο τέλος της ημέρας θα ήταν μία από τις πρώτες στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η κοινότητα μπορούσε να συγκεντρωθεί χωρίς να υπάρχουν επείγουσες πρακτικές ανάγκες.
Όπως κάνουν ακόμη και σήμερα πολλοί άνθρωποι όταν κατασκηνώνουν αυτή θα ήταν η ιδανική στιγμή για να ανταλλάξουν νέα σχετικά με όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια της ημέρας και να διηγηθούν ιστορίες. Σύμφωνα με την κύρια συγγραφέα της μελέτης, καθηγήτρια Κάθριν Χομπάιτερ, ψυχολόγο και νευροεπιστήμονα από το Πανεπιστήμιο του Αγίου Ανδρέα στη Σκωτία αυτό θα μπορούσε να ήταν το πρώτο βήμα προς ένα πιο σύνθετο και αφηρημένο σύστημα επικοινωνίας.
Η γλώσσα δεν γεννήθηκε απαραίτητα για πρακτικούς λόγους
Οι περισσότερες προηγούμενες θεωρίες υποστηρίζουν ότι η γλώσσα αναδύθηκε σταδιακά από κραυγές και χειρονομίες, όπως αυτές που χρησιμοποιούν οι γορίλες και οι χιμπαντζήδες. Ωστόσο νέα στοιχεία σχετικά με την πολύπλοκη κοινωνική ζωή των πρωτευόντων και τις εντυπωσιακές ικανότητές τους θέτουν πλέον υπό αμφισβήτηση αυτή την ιδέα.
«Δεκαετίες έρευνας με άλλα είδη μάς έχουν δείξει ότι δεν χρειάζεσαι γλώσσα για να μαθαίνεις ο ένας από τον άλλον, να οργανώνεις πού και πότε θα αναζητήσεις τροφή, να μαθαίνεις πολιτισμικές γνώσεις σχετικά με εργαλεία και τραγούδια ή να συντονίζεσαι με τους άλλους» αναφέρει η Χομπάιτερ.
Οι χιμπαντζήδες, για παράδειγμα, είναι απολύτως ικανοί να διδάσκουν ο ένας στον άλλο πώς να κατασκευάζουν εργαλεία, να οργανώνουν περιπολίες στην περιοχή τους, να διεξάγουν «πολέμους» εναντίον άλλων ομάδων και να διατηρούν μια πολύπλοκη κοινωνική τάξη, χωρίς κάτι που να μοιάζει με γλώσσα. «Αρχίζει να φαίνεται ότι η ανθρώπινη γλώσσα δεν εξελίχθηκε για κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο» λέει η Χομπάιτερ.
«Ενώ άλλα είδη μοιράζονται όλες αυτές τις ικανότητες, υπάρχει ένα θεμελιώδες αίνιγμα: δυσκολευόμαστε να βρούμε στοιχεία για βασικές διαφορές μεταξύ της επικοινωνίας των ανθρώπων και των πιθήκων, κι όμως περιβαλλόμαστε από στοιχεία που αποδεικνύουν τη μοναδικότητα του ανθρώπου».
Το μεγάλο πρόβλημα, επομένως, είναι να καταλάβουμε πού μπορεί να ξεκίνησε η ανθρώπινη γλώσσα αν δεν εξελίχθηκε αρχικά ως τρόπος επίλυσης πρακτικών προβλημάτων.
Η ένδειξη από τους Ju/’hoansi
Το στοιχείο προήλθε από μια μελέτη του 2014, η οποία κατέγραψε τις συνομιλίες των Ju/’hoansi, μιας κοινότητας κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στη νότια Αφρική τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και τη νύχτα. Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι οι συζητήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας στις κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών αφορούν κυρίως πρακτικά ζητήματα τα οποία μπορούν να διεκπεραιωθούν ακόμη και χωρίς προφορική γλώσσα.
Αντίθετα, οι συζητήσεις γύρω από τη φωτιά ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένες στην αφήγηση ιστοριών. Αυτό έδειξε ότι οι συνομιλίες κατά τη διάρκεια της ημέρας αφορούσαν πρακτικά και καθημερινά θέματα ενώ ο χρόνος γύρω από τη φωτιά αφιερώνονταν σχεδόν αποκλειστικά στην αφήγηση ιστοριών.
Αν οι χειρονομίες ήδη κάλυπταν τις πρακτικές ανάγκες των αρχαίων προγόνων μας κατά τη διάρκεια της ημέρας, η υπόθεση της καθηγήτριας Χομπάιτερ είναι ότι η γλώσσα μπορεί να εμφανίστηκε τη νύχτα, κατά τη διάρκεια αυτών των συνευρέσεων γύρω από τη φωτιά.
Το φως της φωτιάς και ο εγκέφαλος
Το επιχείρημα γίνεται ακόμη πιο πειστικό από το γεγονός ότι το ίδιο το φως της φωτιάς φαίνεται να είναι μοναδικά κατάλληλο για την κοινωνική συναναστροφή των ανθρώπων.
Το φως κάθε είδους ενεργοποιεί εξειδικευμένους αισθητήρες στα μάτια μας, οι οποίοι καταστέλλουν την παραγωγή μελατονίνης, της ορμόνης που ενημερώνει το σώμα ότι είναι ώρα για ύπνο. Αυτοί οι υποδοχείς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στο μπλε φως γι’ αυτό και το να κοιτάζει κανείς το κινητό του πριν κοιμηθεί μπορεί να διαταράξει τον ύπνο του.
Το φως της φωτιάς όμως περιέχει σχεδόν καθόλου μπλε φως. Επομένως μπορεί να επιτρέπει στους ανθρώπους να παραμένουν ξύπνιοι για περισσότερη ώρα χωρίς να διαταράσσεται ο ύπνος τους. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν επίσης ότι το υπνωτικό τρεμόπαιγμα της φωτιάς μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στο να φέρνει τους ανθρώπους «στο ίδιο συναισθηματικό μήκος κύματος».
Ο συν-συγγραφέας της μελέτης καθηγητής Ναθάνιελ Ντόμινι ανθρωπολόγος από το Dartmouth College, λέει: «Το φως της φωτιάς είναι αποτέλεσμα μιας χημικής αντίδρασης και μπορεί να νομίζετε ότι έχει μελετηθεί εξαιρετικά διεξοδικά και πράγματι έχει. Όχι όμως οι ιδιότητές του που τραβούν την προσοχή και τη συγκέντρωσή μας και που δημιουργούν αρμονία και συνεργασία».
Επειδή το φως της φωτιάς περιέχει σχεδόν καθόλου μπλε φως, δεν καταστέλλει την παραγωγή μελατονίνης. Αυτό σημαίνει ότι επιτρέπει στους ανθρώπους να παραμένουν ξύπνιοι και να συζητούν χωρίς να διαταράσσεται ο ύπνος τους.
Το μεταβαλλόμενο φως της φωτιάς ενεργοποιεί νευρώνες στον οπτικό φλοιό του εγκεφάλου, την περιοχή που σχετίζεται με την όραση, προκαλώντας τους να συγχρονίζουν τη δραστηριότητά τους με τη συχνότητα του τρεμοπαίγματος της φωτιάς. Όταν οι άνθρωποι κάθονται όλοι μαζί και κοιτούν τη φωτιά, αυτό θα μπορούσε να προκαλεί συγχρονισμό της νευρωνικής τους δραστηριότητας.
Μελέτες έχουν συνδέσει αυτόν τον νευρωνικό συγχρονισμό με αυξημένη ενσυναίσθηση, μεγαλύτερη αμοιβαία συμπάθεια, ισχυρότερη κοινωνική σύνδεση και καλύτερη ομαδική συνεργασία. Ενισχύοντας ένα βαθύ αίσθημα κοινωνικής σύνδεσης, αυτή η λεπτή νευρολογική ιδιαιτερότητα θα μπορούσε να έχει συμβάλει στην ανάπτυξη πιο σύνθετων μορφών επικοινωνίας.
Παρόλο που οι ερευνητές λένε ότι μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με το ποιο μπορεί να ήταν το περιεχόμενο των πρώτων εκείνων ιστοριών, αυτές οι ιστορίες που λέγονταν γύρω από τη φωτιά θα μπορούσαν να αποτελούν την απαρχή των εκπληκτικών γλωσσικών ικανοτήτων της ανθρωπότητας.
Naftemporiki.gr
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.















